Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2015

Π.Κητρομηλίδης, Ν.Ζαχαριάδης, για τον ρόλο της Ορθοδοξίας


Εν όψει του προβληματισμού που αναπτύσσεται για την κατάργηση του μαθήματος των Θρησκευτικών δύο ενδιαφέροντα κείμενα που αναδεικνύουν τον ρόλο της Ορθοδοξίας και του Χριστιανισμού γενικότερα  για την διαμόρφωση του νέου ελληνισμού και της ευρωπαϊκής συνείδησης. 


                                       
Πασχάλιδης Κητρομηλίδης: 

Ο κίνδυνος του θρησκευτικού αναλφαβητισμού


Η συζήτηση που ανέκυψε σε σχέση με το μάθημα των Θρησκευτικών και τη θέση του στο αναλυτικό πρόγραμμα των ελληνικών σχολείων δεν μπορεί να αφήσει αδιάφορους όσους κήδονται πραγματικά της Παιδείας της χώρας. Οπως είναι σε όλους γνωστό, τα φλέγοντα και τα επείγοντα προβλήματα στον χώρο της Παιδείας είναι άλλα και όχι το μάθημα των Θρησκευτικών και η διδασκαλία του. Η σκέψη πάντως που έχει ακουστεί για μεταβολή του μαθήματος σε προαιρετικό, διά της εισαγωγής της δυνατότητας αναιτιολόγητης επιλογής για απαλλαγή από αυτό, συνεπάγεται την κατάργησή του. Ποιος μαθητής ή μαθήτρια της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης δεν θα θελήσει να απαλλαγεί από τον φόρτο ενός ακόμη μαθήματος που απαιτεί μελέτη και εκμάθηση πληροφοριών; Ετσι με την άσκηση της ελεύθερης επιλογής μαθητών και γονέων για την «ελάφρυνση του φόρτου εργασίας των παιδιών» - αυτό είναι το ακαταμάχητο παιδαγωγικό επιχείρημα - θα μπορέσει να επέλθει, επιτέλους, η απαλλαγή του αναλυτικού προγράμματος από το «φοβερό» μάθημα των Θρησκευτικών.

Και όμως πρόκειται για ένα μάθημα εντελώς παρεξηγημένο, με ευθύνη βέβαια των βιβλίων, πλείστων από τους διδάσκοντες αλλά και λόγω της γενικότερης προκατάληψης που έχει καλλιεργηθεί στην κοινωνία μας εναντίον κάθε εκδοχής της πνευματικής ζωής που θα μπορούσε να εκληφθεί ως συντηρητική. Μαζί με το εξίσου πολύπαθο μάθημα της Ιστορίας, η διδασκαλία των Θρησκευτικών, αν δεν μεταβάλλεται σε ιδεολογικό πειθαναγκασμό, μπορεί να συμβάλει με ουσιώδη τρόπο στη γενικότερη παιδεία των παιδιών, παρέχοντας πληροφορίες και ενημέρωση για μία από τις θεμελιώδεις εκδηλώσεις του πνευματικού βίου της ανθρωπότητας, συντελώντας συγχρόνως και στην καλλιέργεια της ανεκτικότητας και του σεβασμού της ετερότητας. Ας υπενθυμίσουμε και το αυτονόητο ότι παιδεία σημαίνει κυρίως την καλλιέργεια της γλωσσικής ικανότητας, δηλαδή την επαρκή γνώση της ελληνικής γλώσσας, και την εγκυκλοπαιδική μόρφωση των παιδιών, όχι την απόκτηση τεχνικών δεξιοτήτων τις οποίες τα παιδιά διαθέτουν ούτως ή άλλως από μικρά, ζώντας σε κοινωνίες που συνθλίβονται πλέον από τις ψηφιακές τεχνολογίες. Αυτό βέβαια είναι μια άλλη, μάλλον σοβαρότερη συζήτηση, αλλά το πρόβλημα αντιμετωπίζεται δυστυχώς με έναν πραγματικά απίστευτο στρουθοκαμηλισμό.

Τους λόγους για τους οποίους δεν πρέπει να καταργηθεί το μάθημα των Θρησκευτικών τούς έχουν εκθέσει ο Αρχιεπίσκοπος και άλλοι ιεράρχες, επικαλούμενοι και το Σύνταγμα της ελληνικής πολιτείας. Νομίζω ότι έχουν λεχθεί όσα χρειάζονται να λεχθούν για τη σημασία της θρησκευτικής παιδείας ως προς τη στοιχειώδη αυτογνωσία μιας κοινωνίας που παραμένει στην πλειονότητά της χριστιανική - με κριτήριο ποσοτικό βεβαίως, αφού οι περισσότερες οικογένειες βαπτίζουν ακόμη τα παιδιά τους.

Ως εκπαιδευτικός όμως που υπηρέτησε την Παιδεία της χώρας για τριάντα πέντε χρόνια θεωρώ χρέος μου, λαμβάνοντας δημοσίως τον λόγο, να τονίσω μια άλλη πλευρά του ζητήματος που δεν πρέπει να διαλάθει της προσοχής μας. Τυχόν κατάργηση των Θρησκευτικών συνιστά ένα σοβαρό βήμα για την αποκοπή της Παιδείας μας από τον ευρωπαϊκό πολιτισμό. Χωρίς τη γνώση της ιστορίας της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, της Αγίας Γραφής, όλος ο ευρωπαϊκός πολιτισμός του οποίου το υπόστρωμα είναι χριστιανικό καθίσταται ακατανόητος. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τις εικαστικές τέχνες και τη μουσική, των οποίων η έμπνευση και η θεματολογία μέχρις αργά τον δέκατο όγδοο αιώνα προέρχονται κυρίως από τη χριστιανική κληρονομιά της Ευρώπης. Ο θρησκευτικός αναλφαβητισμός θα καταστήσει τα παιδιά μας ανίκανα να αντιληφθούν και να εκτιμήσουν τα επιτεύγματα του σημαντικότερου πεδίου στο οποίο εκδηλώθηκε η δημιουργικότητα του ευρωπαϊκού κόσμου, του πεδίου της τέχνης.

Πολλά ακόμη θα μπορούσαν να λεχθούν για τις ολέθριες συνέπειες του θρησκευτικού αναλφαβητισμού. Η εγκυκλοπαιδική γνωριμία με το φαινόμενο της θρησκείας συνιστά αναγκαίο συντελεστή της αυτογνωσίας όχι μόνο της σημερινής χριστιανικής αλλά και της μελλοντικής πολυπολιτισμικής Ελλάδας. Η θρησκευτική παιδεία δε αποτελεί παράγοντα αποφασιστικό για την καλλιέργεια της ηθικής συνείδησης του ανθρώπου. Μέχρι να καταστούμε όλοι καντιανοί φιλόσοφοι με ισχυρή την επίγνωση της αυτονομίας της ηθικής πράξης βάσει της κατηγορικής προσταγής, ας φανούμε πιο ταπεινόφρονες αποδεχόμενοι και το ενδεχόμενο της διαπαιδαγώγησης της κοινωνίας διά της θρησκευτικά ετερόνομης ηθικής αγωγής. Αν όλα αυτά, με την κατάργηση των Θρησκευτικών στα σχολεία, αφεθούν στους φονταμενταλιστές οι οποίοι καραδοκούν, τότε ακριβώς θα μεταβληθούν οι θρησκείες σε κηρύγματα μίσους και φανατισμού και σε κυψέλες ποικίλων μορφών τρομοκρατίας, περιλαμβανομένων εκείνων που γνωρίζουν πολύ ωραία να μεταμφιέζονται υπό την ευσεβιστική υποκρισία που δεν απουσιάζει δυστυχώς και από τις ορθόδοξες Εκκλησίες.

Ας τα σκεφτούν όλα αυτά όσοι θα επιχειρήσουν να συμβάλουν στην περαιτέρω αποσάθρωση της Παιδείας της χώρας με νέες μεταρρυθμίσεις και ας απαλλαγούν από τις «παιδαριώδεις διαταραχές», για τις οποίες είχε μιλήσει κάποτε και ο Β. Ι. Λένιν.

Ο κ. Πασχάλης Κιτρομηλίδης είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

      
Νίκος Ζαχαριάδης: Ορθοδοξία




Πληροφορίες που δημοσιεύτηκαν σε αθηναϊκές εφημερίδες μας πληροφορούν ότι στο Λονδίνο ο Μακαριότατος θα συζητήσει με τους υπεύθυνους αγγλικούς κύκλους και το ζήτημα του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Είναι ολοφάνερο ότι ξαναγίνεται προσπάθεια στο Οικουμενικό Πατριαρχείο της Πόλης να μεταβληθεί πάλι όχι μόνο σε στίβο προσωπικών αντιζηλιών και επιδιώξεων που έχουν συναμεταξύ τους διάφοροι χρεοκοπημένοι ιεράρχες, μα και σε όργανο μεγαλοδυναμικών εξωορθοδοξιακών βλέψεων. 
Στο σημείο αυτό ο ελληνικός Λαός πρέπει να προσέξει εξαιρετικά. Χωρίς να υπάρχει κίνδυνος να πέσει σε ανακρίβειες, μπορεί κανείς να ισχυριστεί εδώ ότι η λαοφθόρα διαμάχη ανάμεσα στους βαλκανικούς λαούς χρονικά συμπίπτει με την εποχή που το Οικουμενικό Πατριαρχείο αρχίζει να κομματιάζεται και να γίνεται όργανο ξένων, ανθελληνικών, αντιβαλκανικών και αντιορθοδοξιακών συμφερόντων. 

Ο μεγαλοτυχοδιωκτικός εθνικισμός μέσα στο Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν έβλαψε και αυτός λίγο το έργο για μια δημοκρατική συνεργασία και συμβίωση στα Βαλκάνια και με τους φατριασμούς της φαναριώτικης παπαδοκρατίας τράφηκε πολλές φορές και ενισχύθηκε το τοπικιστικό διασπαστικό πνεύμα μέσα στους κόλπους της ορθοδοξίας, που τόσο έβλαψε τη λαϊκή και εθνική εξέλιξη και πρόοδο όλων των βαλκανικών λαών. 

Το ξάπλωμα και η επικράτηση της Ορθοδοξίας στις χώρες και τους λαούς της Ανατολικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης καθώς και στη Μικρασία και τη Μέση Ανατολή ανταποκρίνεται ιστορικά στην αντίδραση που προκαλούσαν οι τάσεις για πνευματική, πολιτική και οικονομική επέκταση και επιβολή του Δυτικού Ρωμαϊκού Κράτους και του καθολικισμού - παπισμού. Μα η επικράτηση αυτή δεν οφείλεται μονάχα σε αρνητικά αίτια. Έχει και θετικά βάθρα, γιατί χωρίς να παραγνωρίζουμε τις εθνικές και τοπικές ιδιομορφίες, η Ορθοδοξία ιδεολογικά - πνευματικά ανταποκρίνεται σε μια νοοτροπία λαϊκή, σ' ένα εσωτερικό ψυχικό δεσμό, που ο Ευρωπαίος κοσμοπολίτης ονομάζει "Ανατολικό πνεύμα" και ο ξεπεσμένος και έκφυλος Λεβαντίνος περιφρονεί μα που συγκεντρώνει και εκφράζει εσωτερική λαϊκή ενότητα και εκδηλώνει ανώτερα ιδεώδη και χαρίσματα, άσχετα αν στα χρόνια εκείνα της μεσαιωνικής κατάστασης και του ασιατικού δεσποτισμού του Βυζαντίου κάνουν την εμφάνιση τους με μορφή θρησκευτικο-εκκλησιαστική. 

Εδώ θα πρέπει επίσης να τονίσουμε ότι η Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία και η Χριστιανική θρησκεία γενικότερα, όπως την εκφράζει η Εκκλησία αυτή, παίξαν όχι μόνο στη Ρωσία μα και στα Βαλκάνια έναν προοδευτικό ρόλο τόσο σαν παράγοντας που διευκόλυνε και επιτάχυνε την εθνική διαμόρφωση, συσπείρωση και ανάπτυξη, παρέχοντάς της ενιαία ιδεολογικά πλαίσια, όσο σαν στοιχείο που στα χρόνια του εξανδραποδισμού και της σκλαβιάς κάτω από την οθωμανική τυραννία συνέτεινε σημαντικά και ουσιαστικά στον εθνικοαπελευθερωτικό τότε αγώνα, παρά και ενάντια στην αντίδραση και προδοσία που έκαναν σημαντικοί και σημαίνοντες παράγοντες και κορυφές της Ορθοδοξίας ιδιαίτερα στο Φανάρι. Είναι αναρίθμητα τα παραδείγματα που δείχνουν ότι Ταγοί και απλοί στρατευόμενοι της εκκλησιαστικής ιεραρχίας πάλεψαν και με το ντουφέκι στο χέρι στο πλευρό του Λαού και ότι μοναστήρια και μοναστήρια είχαν μεταβληθεί σε μπαρουταποθήκες και λαϊκά φρούρια.
* * *

Στα χρόνια της χιτλεροφασιστικής υποδούλωσης στην Ελλάδα, παρά την ουσιαστική αντίδραση της κεφαλής της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας, που συνέχιζε την προδοτική και αντιλαϊκή στάση της κατά την περίοδο της τεταρτοαυγουστιανής δικτατορίας, ένα μεγάλο μέρος του Κλήρου τάχθηκε στο πλευρό του Λαού και πολέμησε μαζί του. Σήμερα η μοναρχοφασιστική αντίδραση προσπαθεί κάτω από ξένες εμπνεύσεις να σπάσει και την ηρωική αυτή δημιουργία του Κλήρου στον καιρό της Εθνικής Αντίστασης. Και να κάνει το Οικουμενικό Πατριαρχείο μαζί με την Αυτοκέφαλη Ελληνική Εκκλησία ξανά όργανο ξένων επιρροών στα Βαλκάνια, όργανο διάσπασης ανάμεσα στους λαούς της Ορθοδοξίας. Και αυτό το σκοπό όπως φαίνεται εξυπηρετεί το ταξίδι του Μακαριώτατου στο Λονδίνο, όπου θα πάει να μηχανορραφήσει. Το όλο ζήτημα καταντά πολύ πιο ύποπτο γιατί είναι ανακατεμένος και ο πολύς τεταρτο-αυγουστιανός Χρύσανθος. 

Εμείς οι έλληνες πρέπει νάμαστε στο σημείο αυτό πολύ ευαίσθητοι, προσεκτικοί και άγρυπνοι. Η αντιδραστική μοναρχοφασιστική δεξιά και οι συνεργάτες της θέλουν σήμερα να καπηλευθούν και αυτό το αγνό και ακμαίο θρησκευτικό αίσθημα του Λαού μας. Να εμπορευθούν την Ορθοδοξία και να την ξανακάνουν όργανο διχασμού και διχόνοιας στα Βαλκάνια, στην Ευρωπαϊκή Ανατολή και στη Μέση Ανατολή. 

Αυτού βρίσκεται σήμερα ένας σοβαρός κίνδυνος. Τεταρτοαυγουστιανοί, δοσίλογοι και συνθηκολόγοι καθοδηγητές στην Ελληνική Εκκλησία είναι μια απειλή εθνική και προς τα μέσα και προς τα έξω. Η Ελληνική Ορθοδοξία και γενικότερα η Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία, πρέπει να αποβλέψουν στο μοναδικό προορισμό τους που μπορεί να τους δώσει και μια ατράνταχτη ιστορική δικαίωση: Να γίνουν συνδετικοί κρίκοι ανάμεσα στους λαούς της Ορθοδοξίας, απόστολοι της πνευματικής, πολιτικής και οικονομικής συνεννόησης και συνεργασίας. Σ' αυτόν τον ρόλο και την αποστολή, πρωτοπόρο και πρωτεργάτη θέλει ο Λαός της Ελλάδας την Ορθόδοξη Εκκλησία του. Το πρώτο βήμα θα γίνει με την αποκατάσταση συνεργασίας και ενότητας στους κόλπους της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας. 

Σε μια τέτοια κίνηση, που από πολλούς τώρα μήνες συνεχίζεται και καρποφορεί, δεν παίρνει επιδειχτικά μέρος η Ελληνική Αυτοκέφαλη Εκκλησία, που στις αντιορθοδοξιακές πλεκτάνες της προσπαθεί να μπλέξει και το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Πόλης. 

Είναι μια καθαρή ξενοκίνητη διασπαστική κίνηση που αν παρουσιάζει μερικές επιτυχίες, είναι γιατί επικρατεί στην Εκκλησία της Ελλάδας ένα τεταρτοαυγουστιανό εσωτερικό καθεστώς που πνίγει τη φωνή του λαϊκού κλήρου και κρατά στην αρχή προδότες, δοσίλογους, συμβιβαστές, που εξυπηρετούν μόνο ξένους σκοπούς και συμφέροντα.
Είναι απαραίτητο, λοιπόν, ένα εσωτερικό σάρωμα, θαρραλέο και εξυγιαντικό μέσα στις γραμμές της Ελληνικής Εκκλησίας. Για να ξαναβρεί την ισορροπία της. Και να γίνει όπως τη θέλει ο Λαός, παράγοντας συμφιλίωσης, αδελφοσύνης, ειρήνης και συνεργασίας ανάμεσα στους Λαούς της Ορθοδοξίας.

Ν. ΖΑΧΑΡΙΑΔΗΣ

 
*Το κείμενο αναδημοσιεύεται από την Κομμουνιστική Επιθεώρηση (τεύχος Ιουλίου -Αυγούστου 1984). Είχε πρωτοδημοσιευτεί στην πρώτη σελίδα του Ριζοσπάστη στις 9.9.1945 με τίτλο "H Ορθοδοξία".


Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2015

Σωτήρη Δημόπουλου:Το εθνικό ζήτημα στη ρωσική αυτοκρατορία και η «ανατολική» στροφή του Λένιν


                                 


Το εθνικό ζήτημα στη ρωσική αυτοκρατορία υπήρξε κομβικό για τη διαμόρφωση της κρατικής της συγκρότησης, ενώ επηρέασε καταλυτικά το σύνολο των ιδεολογικών ρευμάτων που εκδηλώθηκαν στην επικράτειά της.        Ως εκ τούτου, η αδήριτη ανάγκη να βρεθεί η κατάλληλη ιδεολογική φόρμουλα που θα επέτρεπε στους Ρώσους κομουνιστές να απαντήσουν στο πρόβλημα της συνύπαρξης δεκάδων, ανόμοιων μεταξύ τους, εθνοτήτων εντός ενός κράτους, ήταν αυτή που επέβαλε στον Λένιν τη σταδιακή αλλά ριζική αναπροσαρμογή των σχετικών με το εθνικό ζήτημα μαρξιστικών θέσεων. Οι μπολσεβίκοι, λοιπόν, κατέληξαν, κατά τη διαδικασία της εδραίωσης του επαναστατικού τους καθεστώτος, εν μέσω σοβαρών διαφωνιών μεταξύ των ηγετικών τους στελεχών, να προσανατολίζονται όχι προς την ανεπτυγμένη καπιταλιστική Δύση, με το πολυπληθές προλεταριάτο, αλλά προς τους «Λαούς της Ανατολής». Η στροφή αυτή δεν συνιστούσε μόνον την αναζήτηση διεθνών συμμαχιών και ερεισμάτων, αλλά, πρωτίστως, την επιδίωξη της εσωτερικής συνοχής του πολυεθνικού και πολυθρησκευτικού κράτους που κάλυπτε την τεράστια καρδιά του ευρασιατικού όγκου. Το όραμα της δημιουργίας της κομμουνιστικής «Μέκκας», κέντρο εξαγωγής ενός «ιερού πολέμου» για την απελευθέρωση των υπόδουλων αποικιοκρατούμενων κατοίκων της περιφέρειας, περιείχε ως ουσιαστική πρόθεση να συρρικνώσει τα πολυάριθμα εσωτερικά αποσχιστικά εθνο-θρησκευτικά κινήματα. Ο Λένιν αντιλαμβάνεται σταδιακά ότι πιθανή αποτυχία στη διαχείριση του εθνικού ζητήματος θα σήμαινε αναπόδραστα και την αποτυχία της επανάστασης στο σύνολό της. Το ενδεχόμενο αυτό, λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση που είχε δημιουργήσει η ολέθρια για τη Ρωσία εξέλιξη του πολέμου, συνεπαγόταν, αντί την παλινόρθωση της απολυταρχίας ή τη μετάβαση σε μια αστική δημοκρατία, τη διάλυση και τον οριστικό κατακερματισμό του ρωσικού κράτους. Ό,τι δηλαδή συνέβη τη συγκεκριμένη περίοδο με τις αυτοκρατορίες των Αψβούργων και των Οθωμανών. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, εμφανίζεται η Γεωπολιτική να επιβάλλεται εμμέσως αλλά αποφασιστικά τόσο στην Ιδεολογία όσο και στην Πολιτική και οι Ρώσοι κομμουνιστές να καταλήγουν «διασώστες» της παραπαίουσας ρωσικής αυτοκρατορίας.     
Η επέκταση της Ρωσίας ξεκινά, με πυρήνα το Δουκάτο της Μοσκοβίας, από τα μέσα του 16ου αι.-συμβατικά με τη πτώση του ταταρικού φρουρίου στο Καζάν από τον Ιβάν τον Τρομερό το 1552- και κρατά μέχρι και τον 19ο αι.. Στα όριά της, εκτός τους ορθόδοξους Σλάβους, συμβίωναν λαοί με εντελώς διαφορετικά πολιτισμικά χαρακτηριστικά: από τους καθολικούς και ευαγγελιστές κατοίκους των δυτικών περιοχών έως τους μουσουλμάνους και βουδιστές του νότου και της ανατολής. Το 1914, οι λεγόμενοι «αλλογενείς» αντιπροσώπευαν «το 57% του συνολικού πληθυσμού της αυτοκρατορίας».[1] Η τσαρική εξουσία είχε προσπαθήσει, ιδιαίτερα μετά την ανάρρηση στην εξουσία του Αλεξάνδρου ΙΙΙ, να διαχειριστεί το πρόβλημα της ανομοιογένειας με μια ευρεία πολιτική πολιτισμικού και εκπαιδευτικού εκρωσισμού, καθώς και με το μαζικό αποικισμό Ρώσων ή άλλων χριστιανικών πληθυσμών στις εθνοτικές περιοχές. Σε συνθήκες, όμως, ραγδαίας οικονομικής ανάπτυξης και ταυτόχρονα ακραίων ταξικών αντιθέσεων, τα εθνοτικά κινήματα βρέθηκαν σε έντονο αναβρασμό. Ιδιαίτερα διεκδικητικοί εμφανίζονταν οι μουσουλμάνοι, η πλειοψηφία των οποίων ήταν τουρκικής προέλευσης: Τάταροι του Βόλγα και της Κριμαίας, Καζάχοι, Τουρκμένοι, Ουζμπέκοι, Κιργίζιοι, Αζέροι. Επίσης, οι Τατζίκοι, ιρανικής καταγωγής, και διάφοροι γηγενείς λαοί του βορείου Καυκάσου, όπως οι Τσερκέζοι και οι Τσετσένοι. Σύμφωνα με την απογραφή του 1897, οι μουσουλμάνοι έφθαναν τα 13.600.000, σε σύνολο 125.600.000.[2] Ανάμεσά τους έβρισκαν εύφορο έδαφος πολιτικο-θρησκευτικές ιδεολογίες και κινήματα όπως ο «παντουρκισμός» και ο «παντουρανισμός», που υπονομευτικά προωθούσαν αρχικά, στο πλαίσιο του «Μεγάλου Παιχνιδιού», οι Βρετανοί και στη συνέχεια οι Γερμανοί.[3]
Το εθνικό πρόβλημα καθίστατο ακόμη πιο σύνθετο καθώς είχε σαφή ταξικά χαρακτηριστικά, κυρίως στην αγροτική παραγωγή, στην οποία ανήκε και η πλειοψηφία του πληθυσμού. Στην περιφέρεια, συγκεκριμένα, οι κυρίαρχες τάξεις των γαιοκτημόνων αλλά και των κεφαλαιοκρατών προέρχονταν ως επί το πλείστον από διαφορετικές εθνότητες από αυτή του ντόπιου πληθυσμού, τον οποίον εκμεταλλεύονταν. Ταυτοχρόνως, η κρατική γραφειοκρατία σ’ αυτές τις περιοχές επανδρώνονταν σχεδόν αποκλειστικά από «αλλοεθνείς». Η πρακτική αυτή πήγαζε αφενός από τη δραματική έλλειψη επαρκών, για τις ανάγκες της διοίκησης, στελεχών μεταξύ των ντόπιων, αφετέρου από την επιδίωξη της κεντρικής εξουσίας να διαθέτει έμπιστους τοποτηρητές στις κατά τόπους διοικητικές δομές. Εν πάση περιπτώσει, το αποτέλεσμα ήταν η περαιτέρω αποξένωση των γηγενών πληθυσμών και η όξυνση των κοινωνικών και εθνοτικών αντιθέσεων.[4] Η οξύτητα του εθνικού ζητήματος θα καταγραφεί τόσο στην επανάσταση του 1905[5] όσο και στις επαναστάσεις του 1917 και στον εμφύλιο που ακολούθησε. Τα όρια, βεβαίως, μεταξύ των κυρίαρχων στόχων των επί μέρους κινημάτων ήταν συχνά δυσδιάκριτα, καθώς αλληλεπικαλύπτονταν ή εμφανίζονταν με διαφοροποιημένο ταξικό και ιδεολογικό-πολιτικο προκάλυμμα.[6]
Ο Λένιν από το 1903, στους κόλπους του Ρωσικού Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος, έκανε τις πρώτες απόπειρες να διαμορφώσει μια, όχι τόσο συστηματική, θεωρητική προσέγγιση επί του εθνικού ζητήματος. Αυτό που προσπαθούσε να πετύχει ήταν μάλλον να απαντήσει, διαφοροποιούμενος, στις ιδεολογικές τάσεις που εκδηλώνονταν στο εσωτερικό του κόμματος.  Το χαρακτηριστικότερο στοιχείο του μαχητικού αυτού επαναστάτη, από το Καζάν του Ταταρστάν, παρέμενε πάντοτε η «μαεστρία» του στην πολιτική τακτική. Γνώριζε πως να υποτάσσει τη θεωρία στις άμεσες και πρακτικές ανάγκες του πολιτικού αγώνα∙ πώς να τη χρησιμοποιήσει για να κερδίσει δυνάμεις, να κατάκτηση ή να στερεώσει την εξουσία. Για το λόγο αυτό και οι θέσεις του, ιδιαίτερα στο εθνικό ζήτημα, δεν θα είναι ούτε σταθερές ούτε αποτέλεσμα απαράβατων ιδεολογικών αρχών. Έτσι δικαιολογούνται και οι αντιφάσεις που παρουσιάζουν τα δημοσιευμένα κατά καιρούς κείμενά του.
Η διαμόρφωση των γενικών προσεγγίσεών του προς το εθνικό ζήτημα θα πραγματοποιηθεί σε μια διαδικασία ιδεολογικής αντιπαράθεσης με τρεις γενικά διακριτές στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα τάσεις της αριστεράς:
·         Την «ομοσπονδιακή» γραμμή του αυστριακού μαρξισμού[7], η οποία στη Ρωσία εκφράστηκε κυρίως από την BUND[8], την ισχυρή εβραϊκή οργάνωση, αλλά και από σοσιαλδημοκράτες της Λιθουανίας, της Αρμενίας και της Πολωνίας. Η BUND επεδίωκε την συμβίωση διακριτών εθνικών συνιστωσών εντός του κόμματος, σε ομοσπονδιακή βάση, και χωρίς εδαφική οριοθέτηση.
·         Τα κόμματα της Β΄ Διεθνούς που ακολούθησαν μια γενικά «εθνικιστική» και «σοβινιστική» πολιτική, ταυτιζόμενα με τις αποικιοκρατικές και ιμπεριαλιστικές πολιτικές των κρατών τους.
·         Την «πολωνική αίρεση», με κυριότερη εκπρόσωπό της τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, η οποία απέρριπτε τις επιμέρους εθνικές διεκδικήσεις και το αίτημα της εθνικής αυτοδιάθεσης, καθώς πίστευε ότι δεν ήταν δυνατόν να υπάρξει αυτοδιάθεση για τα έθνη σε συνθήκες καπιταλισμού.[9]
Ο Λένιν αγωνιώντας να αναδείξει τη δική του πρόταση, κτυπά από τη μια με πάθος τις «εθνικές παρεκτροπές» της αριστεράς και από την άλλη επιχειρηματολογεί υπέρ της «αυτοδιάθεσης». Άλλωστε, και οι αντιφατικές μαρξιστικές καταβολές για το εθνικό ζήτημα –από το οι «εργάτες δεν έχουν πατρίδα» έως τις θέσεις του Μαρξ για το ιρλανδικό κίνημα ανεξαρτησίας-  έδιναν επιχειρηματολογική βάση σε κάθε ρεύμα των επιγόνων της μαρξιστικής αριστεράς. Ο ηγέτης των μπολσεβίκων έκανε λόγο, λοιπόν, για τη «πλήρη ισοτιμία όλων των πολιτών, ανεξάρτητα από εθνότητα, το δικαίωμα αυτοδιάθεσης για όλα τα έθνη που ανήκουν στη σύνθεση του κράτους…».[10] Έγραφε επίσης ότι «αναγνωρίζουμε το δικαίωμα αποχωρισμού σε όλους»[11] και ότι είναι καθήκον η καθημερινή ζύμωση και προπαγάνδα «ενάντια σε κάθε κρατικό–εθνικό προνόμιο, για το δικαίωμα, το ίσο δικαίωμα όλων των εθνών να δημιουργήσουν δικό τους εθνικό κράτος».[12] Έθεσε, μάλιστα, με αφορμή το ουκρανικό ζήτημα, και το αμείλικτο ερώτημα: «Μπορεί να είναι ελεύθερος ένας λαός που καταπιέζει[13].
Παράλληλα, την ίδια εποχή, δημοσίευε και κείμενα που άγγιζαν τον «αεθνικό διεθνισμό», με σκοπό να εξουδετερώσει τους ανταγωνιστές του στο σκληρό παιχνίδι της πολιτικής επιρροής. Επιτίθεται, λοιπόν, με σφοδρότητα εναντίον των φορέων της εξ αριστερών υπεράσπισης των εθνικών ιδιαιτεροτήτων. Ως απάντηση σε αυτές ακριβώς τις τάσεις στην Κεντρική Ευρώπη αλλά και στη Ρωσία, διατύπωσε τη θεωρία του για τους δύο πολιτισμούς σε κάθε έθνος: του «δημοκρατικού-σοσιαλιστικού» και του κυρίαρχου αστικού υποστηρίζοντας ότι: «το ζήτημα είναι αν επιτρέπεται στους μαρξιστές να διατυπώνουν άμεσα ή έμμεσα το σύνθημα του εθνικού πολιτισμού ή πρέπει υποχρεωτικά να προπαγανδίζουν ενάντιά του σε όλες τις γλώσσες το σύνθημα του διεθνισμού των εργατών, ‘‘προσαρμοζόμενοι’’ σ’ όλες τις τοπικές και εθνικές ιδιομορφίες».[14]
Πάντως την πρώτη ολοκληρωμένη ανάλυση του εθνικού ζητήματος για λογαριασμό των μπολσεβίκων ανέλαβε ο Στάλιν, με προτροπή, όμως, και καθοδήγηση του Λένιν. Το 1913, στο βιβλίο του «Μαρξισμός και Εθνικό Ζήτημα» ανέδειξε το εθνικό πρόβλημα της ρωσικής αυτοκρατορίας στο σύνολό του. Επιπλέον, πρότεινε έναν επεξεργασμένο ορισμό του έθνους ως «μια ιστορικά διαμορφωμένη, σταθερή κοινότητα ανθρώπων, που διαμορφώθηκε στην βάση της κοινής γλώσσας, εδάφους, οικονομικής ζωής, και ψυχολογικών δομών που εκφράζονται σε μια κουλτούρα».[15] 
Καθώς μαινόταν ο α΄ παγκόσμιος πόλεμος, ο Λένιν στράφηκε βαθύτερα στην μελέτη του φαινομένου του ιμπεριαλισμού και της αποικιοκρατίας. Επιτέθηκε στα κόμματα της Β΄ Διεθνούς που πήραν θέση υπέρ του πολέμου, και κάλεσε σε μετατροπή του πολέμου σε εμφύλιο/ταξικό πόλεμο. Επίσης, μίλησε για την επιθυμητή συγχώνευση των εθνών σε συνθήκες σοσιαλισμού: «Σκοπός του σοσιαλισμού είναι όχι μόνον η εξάλειψη του τεμαχισμού της ανθρωπότητας σε μικρά κράτη και κάθε απομόνωσης των εθνών, όχι μόνον η προσέγγιση των εθνών, αλλά και η συγχώνευσή τους»[16]. Μπροστά, όμως, στη σύγκρουση για την κατανομή των αποικιών και της παγκόσμιας αγοράς, αλλά και την αυξανόμενη ανάδυση εθνικών κινημάτων σε πλανητικό επίπεδο, καλούσε σε υπεράσπιση των καταπιεζόμενων εθνών απέναντι σε όλες τις αποικιοκρατικές δυνάμεις -και των Κεντρικών Αυτοκρατοριών και της Αντάντ.
Οι συνεχιζόμενες ιδεολογικές ταλαντεύσεις του Λένιν, αλλά και οι αντιθέσεις μεταξύ των ηγετών των μπολσεβίκων, καταδείκνυαν ότι ακόμη όχι μόνον δεν είχε αποκρυσταλλωθεί μια συγκροτημένη θεωρία για το εθνικό ζήτημα, αλλά δεν υφίστατο ούτε ξεκάθαρη πολιτική οπτική για μια Ρωσία υπό επαναστατική εξουσία. Τα πάντα κινούνταν ασύντακτα, στα τυφλά.
Ανάμεσα στις δύο επαναστάσεις του 1917, αλλά και κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, σε όλη την αυτοκρατορία, από τη Φινλανδία, την Πολωνία και την Ουκρανία έως τον Καύκασο και την Κεντρική Ασία, παράλληλα με την εξέγερση του προλεταριάτου των πόλεων, ξέσπασαν παντού εθνικά κινήματα αυτοδιάθεσης. Στην ηγεσία των μπολσεβίκων, όσον αφορά στο τρόπο αντιμετώπισης αυτής της υπαρκτής πρόκλησης, επικράτησε σύγχυση.[17] Ακόμη και στις παραμονές της επανάστασης, κατά την 7η Συνδιάσκεψη του κόμματος (4.17), ανακοινώθηκε ότι: «Η προπαρασκευαστική επιτροπή με 7 ψήφους υπέρ και 2 κατά πρότεινε ένα σχέδιο απόφασης που τόνιζε ότι το εθνικό ζήτημα δεν μπορούσε να λυθεί παρά μόνο με μία σοσιαλιστική επανάσταση και με βάση το σύνθημα ‘‘κάτω τα σύνορα’’, χαρακτηρίζοντας το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης των εθνών σαν φράση χωρίς συγκεκριμένο περιεχόμενο».[18] Μόνον η παρέμβαση του ίδιου του Λένιν, ο οποίος πλέον με σκέτο ρεαλισμό αντιλήφθηκε την κρισιμότητα της επιλογής που μπορούσε να οδηγήσει και στην εξουσία, επέβαλε παρά τις αντιρρήσεις την υιοθέτηση του δικαιώματος «όλων των εθνών της Ρωσίας να αποχωρήσουν και να αποτελέσουν ανεξάρτητο κράτος».[19] Επρόκειτο ασφαλώς για ένα τακτικισμό που έβαζε τους μπολσεβίκους κατά την ρευστή αυτή περίοδο σε πλεονεκτική θέση απέναντι στον εθνικισμό του Κερένσκι, των μενσεβίκων και των φιλο-τσαρικών δυνάμεων.
Η γραμμή αυτή τηρήθηκε, πάντοτε με τη σθεναρή στάση του Λένιν, και μετά την κατάληψη της εξουσίας από τους μπολσεβίκους. Μια εβδομάδα μετά την οκτωβριανή επανάσταση με επίσημο έγγραφο που υπέγραψαν ο Λένιν, ως πρόεδρος του Συμβουλίου των Λαϊκών Κομισάριων, και ο Στάλιν, ως Κομισάριος για Ζητήματα των Εθνοτήτων, το νέο σοβιετικό κράτος δεσμεύθηκε να υποστηρίξει το δικαίωμα όλων των λαών της Ρωσίας στην ελεύθερη αυτοδιάθεση ακόμη και στη δυνατότητα της απόσχισης και της δημιουργίας ανεξάρτητου κράτους. Μέρος του προγράμματος για το εθνικό ζήτημα αποτελούσε η διακήρυξη της 2(15) Νοεμβρίου προς τους λαούς της Ρωσίας, στο οποίο η κυβέρνηση διατύπωνε την πολιτική που θα ακολουθούσε:
·         Ισότητα και κυριαρχία για όλους τους λαούς της Ρωσίας.
·         Δικαίωμα της αυτοδιάθεσης περιλαμβανομένου αυτού της απόσχισης και της ολοκληρωτικής ανεξαρτησίας από την Ρωσία.
·         Κατάργηση όλων των εθνικών και θρησκευτικών προνομίων και περιορισμών.
·         Ελεύθερη ανάπτυξη όλων των εθνικών μειονοτήτων και των εθνικών ομάδων μέσα στο ρωσικό έδαφος.
Ήταν ειλικρινείς ή όχι οι διακηρύξεις; Η πορεία των γεγονότων έδειξε ότι δεν ήταν. Τότε, όμως, έπρεπε να κερδηθεί χρόνος αλλά και συμμαχίες. Η επανάσταση ήταν ακόμη πολύ αδύναμη, και περιοριζόταν σε περιοχές με ρωσικό πληθυσμό. Εξάλλου για ήδη «χαμένες» περιπτώσεις, όπως της Φινλανδίας, το δικαίωμα απόσχισης ήταν προδιαγεγραμμένο να ισχύσει. Αλλά και στην Πολωνία –παρά τις προσδοκίες των Πολωνών και Πολωνο-εβραίων κομμουνιστών -όπως και στις τρεις χώρες της Βαλτικής Θάλασσας, η επανάσταση απλώς επιτάχυνε την ανεξαρτησία τους. Η πορεία του πολέμου, ο εξευτελιστικός συμβιβασμός του Μπρεστ-Λιτόφσκ– που υπογράφηκε μόνον και μόνον λόγω της επιμονής του Λένιν και παρά την άρνηση της ισχυρής αριστερής του πτέρυγας που επεδίωκε τον διαρκή πόλεμο, ώστε να πυροδοτηθεί η επανάσταση στη Γερμανία- και η νίκη των δυνάμεων της Αντάντ δημιούργησαν μια νέα πραγματικότητα. Παράλληλα, οι επαναστάσεις σε Γερμανία, Αυστρία, Ουγγαρία αποτύγχαναν και το όραμα μιας πανευρωπαϊκής εργατικής επανάστασης απομακρυνόταν, προσωρινά τουλάχιστον, για το μέλλον. Για τις υπόλοιπες περιφέρειες της αυτοκρατορίας, όμως, τα πάντα ήσαν ανοιχτά μέχρι το τέλος.[20]
Ο σκληρός εμφύλιος πόλεμος που ξέσπασε και η επέμβαση ξένων δυνάμεων έφερε μοιραία τους μπολσεβίκους να επιζητούν τη στενότερη συνεργασία με τους μη σλαβικούς λαούς του νότου και της ανατολής. Ο Λένιν αφήνοντας στην άκρη τις αυταπάτες ξεκαθάριζε ότι «είναι αυτονόητο πως την οριστική νίκη δεν μπορεί παρά να την κερδίσει μόνο το προλεταριάτο όλων των προηγμένων χωρών του κόσμου, κι εμείς οι ρώσοι, αρχίζουμε ένα έργο που θα το κατοχυρώσει το αγγλικό, το γαλλικό ή το γερμανικό προλεταριάτο· βλέπουμε όμως πως εκεί δεν θα νικήσουν χωρίς τη βοήθεια των εργαζόμενων μαζών όλων των καταπιεζομένων αποικιακών λαών, και κατά κύριο λόγο των λαών της Ανατολής. Πρέπει να το νοιώσουμε πως η πρωτοπορία μόνη της δεν μπορεί να πραγματοποιήσει το πέρασμα στον κομμουνισμό».[21] Στο εξής, θα υποστηρίζει την «ανατολική γραμμή» του, μέχρι και τις τελευταίες στιγμές της πνευματικής του διαύγειας, ερχόμενος σε αντιπαράθεση με όσους παρέκλιναν είτε προς τον δυτικό προσανατολισμό, είτε προς τον εσωτερικό «αντεθνικό» ολοκληρωτισμό.
Στο εσωτερικό της χώρας η γραμμή της «αυτοδιάθεσης», στη διάρκεια του εμφυλίου και των επεμβάσεων, καρποφόρησε ιδιαίτερα στις λιγότερο αναπτυγμένες περιοχές της νότιας Ρωσίας. Κι αυτό διότι εκεί οι αντίπαλοι των μπολσεβίκων αποδείχθηκαν ανίκανοι να κατανοήσουν και να διαχειρισθούν το εθνικό ζήτημα. Οι τσαρικοί στρατηγοί, ακολουθώντας τη γνωστή μεγαλορωσική σωβινιστική πολιτική, καταπίεζαν τον ντόπιο πληθυσμό και συνεργάζονταν με τους μεγαλοϊδιοκτήτες γης, που είχε ως αποτέλεσμα την εντεινόμενη εχθρότητα των χωρικών.
Σύμφωνα με τον Στάλιν «εάν στα μετόπισθεν του Κόλτσακ, του Ντενίκιν, του Βράνγκελ και του Γιουντένιτς δεν είχαμε τους αποκαλούμενους ‘‘ξένους’’, εάν δεν είχαμε τους προηγούμενα καταπιεζόμενους λαούς που υπονόμευσαν τα μετόπισθεν αυτών των στρατηγών με την σιωπηρή τους συμπάθεια με το Ρωσικό προλεταριάτο […] και εάν δεν υπήρχε αυτή η συμπάθεια, εμείς δεν θα έπρεπε να νικήσουμε ούτε έναν από αυτούς τους στρατηγούς. Ενώ εμείς βαδίζαμε εναντίον τους η κατάρρευση άρχιζε στα μετόπισθεν. Γιατί; Διότι αυτοί οι στρατηγοί στηρίχθηκαν στο αποικιοκρατικό στοιχείο μεταξύ των Κοζάκων, πρόσφεραν στους καταπιεζόμενους λαούς μια προοπτική μεγαλύτερης καταπίεσης και οι καταπιεζόμενοι λαοί υποχρεώθηκαν να έλθουν και να περιβάλλουν, βλέποντας ότι εμείς ξετυλίξαμε την σημαία της ελευθερίας για αυτούς».[22]
Τελικώς, με το τέλος των πολεμικών περιπετειών και «ως αποτέλεσμα της πολιτικής στρατηγικής του Λένιν και την χρησιμοποίηση της στρατιωτικής βίας η εδαφική ακεραιότητα του τσαρικού κράτους τελικώς διατηρήθηκε κατά την μετάβαση στην σοβιετική εξουσία. Ομοίως, με μόνο δύο εξαιρέσεις (τους Φιλανδούς και τους Πολωνούς) ο μέγιστος αριθμός της ποικιλίας των μη-Ρωσικών εθνοτήτων οι οποίες είχαν ενσωματωθεί στην ρωσική αυτοκρατορία στην διάρκεια των τελευταίων αιώνων από την πτώση του Καζάν περιλαμβάνονται πλέον στην πολυεθνική Σοβιετική ‘Ένωση».[23]
Στο εξωτερικό, η λενινιστική «ex oriente lux» πολιτική, θα αναδείξει πλέον τη σοβιετική Ρωσία όχι ως τον «αδύναμο κρίκο» του καπιταλιστικού κόσμου ή την καθυστερημένη περιφέρεια της Δύσης, αλλά ως το κράτος-ηγέτη του απελευθερωτικού αγώνα των λαών της περιφέρειας, ως «φάρο της ανατολής». Όπως σημείωνε ο Λένιν: «Πολλοί λόγοι –όπως η καθυστέρηση της Ρωσίας και της απέραντης έκτασής της και το γεγονός ότι αποτελεί ορόσημο ανάμεσα στην Ευρώπη και στην Ασία, τη Δύση και την Ανατολή μας επέβαλαν να επωμιστούμε όλο το βάρος – και αυτό το θεωρούμε μεγάλη μας τιμή – και να γίνουμε οι πρωτεργάτες της παγκόσμιας πάλης ενάντια στον ιμπεριαλισμό.»[24] Η στάση του απέναντι στην νέα μεγάλη παγκόσμια δύναμη, το αντι-ιμπεριαλιστικό κίνημα των λαών, είχε στοιχεία τα οποία έως τότε δεν ήσαν οικεία προς τον μαρξισμό: «Ύστερα από την περίοδο της αφύπνισης της Ανατολής στη σύγχρονη επανάσταση έρχεται η περίοδος της συμμετοχής όλων των λαών της Ανατολής στον καθορισμό των πεπρωμένων όλου του κόσμου, για να μην είναι μόνον αντικείμενο πλουτισμού. Οι λαοί της Ανατολής ξυπνούν και αρχίζουν την πρακτική δράση για να αποφασίζει κάθε λαός τις τύχες ολόκληρης της ανθρωπότητας».[25]
Και αλλού πρόσθετε «οι βάσεις του σοβιετικού κινήματος μπήκαν σε όλη την Ανατολή, σε όλη την Ασία, σε όλους τους αποικιακούς λαούς. […]Ύστερα από τη δική μας πείρα, ύστερα από το Α΄ Συνέδριο της ΙΙΙ Διεθνούς, η θέση αυτή γίνεται προσιτή σε μάζες εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων που καταπιέζονται από τους εκμεταλλευτές σε όλο τον κόσμο και αν τώρα εμείς, στη Ρωσία, είμαστε συχνά αναγκασμένοι να κάνουμε συμβιβασμούς, να περιμένουμε τον πιο κατάλληλο καιρό, γιατί είμαστε πιο αδύνατοι από τους διεθνείς ιμπεριαλιστές, ξέρουμε πως τα 1.250 εκατομμύρια του πληθυσμού είναι η μάζα, της οποίας τα συμφέροντα υπερασπίζουμε εμείς».[26]
Ο ρεαλισμός του, μάλιστα, ήταν τέτοιος ώστε να διασαφηνίζει ότι οι κομμουνιστές δεν έπρεπε να επιδιώκουν την μετατροπή των εθνικοαπελευθερωτικών επαναστάσεων σε κομμουνιστικές αλλά «σαν γενικό καθήκον να μπει η ανατροπή του φεουδαρχισμού, όχι όμως ο κομμουνισμός»[27].
Με το τέλος του εμφυλίου και των ξένων επεμβάσεων, η εύθραυστη ενότητα του κράτους επέβαλε τη συνέχιση της ίδιας γραμμής προσεταιρισμού των «αλλογενών» με σοβαρές παραχωρήσεις προς αυτούς, όπου δεν ήταν δυνατόν να επιβληθεί η ισχύς των όπλων του κόκκινου στρατού. Στην προσπάθεια προσεταιρισμού των «λαών της Ανατολής», ιδιαίτερη ιστορική αξία έχει η σύγκλιση του Συνεδρίου των Λαών της Ανατολής, από το Β΄ Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, στο Μπακού τον Σεπτέμβριο του 1920.[28] Κύριος στόχος του συνεδρίου ήταν ο προσεταιρισμός κυρίως του μουσουλμανικού πληθυσμού και η δημιουργία μετώπου ανάσχεσης των Βρετανών στον Καύκασο και στην Κεντρική Ασία. Αξίζει να σημειώσουμε ότι στο πλαίσιο αυτής της στρατηγικής, που πρόσβλεπε στη συμμαχία ή στην ουδετερότητα των τουρκογενών και εν γένει μουσουλμάνων της σοβιετικής Ρωσίας και τη δημιουργία ενός κράτους ταμπόν στην Υπερκαυκασία και στα στενά του Βοσπόρου, εντάσσεται και η συμφωνία του Λένιν με τον Κεμάλ Ατατούρκ, που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη νίκη του τελευταίου επί του ελληνικού στρατού στην Μικρά Ασία. Οι αντιπρόσωποι στο Συνέδριο προέρχονταν από δεκάδες περιοχές, εντός και εκτός της ρωσικού κράτους: Τουρκεστάν, Τουρκία, Κίνα, Ινδία, Χίβα, Μπουχάρα, Νταγκεστάν, περιοχή Τερέκ, Βόρειος Καύκασος, Αρμενία, Αζερμπαϊτζάν, Δημοκρατία της Ταταρίας, Καλμουχία. Γεωργία, Περσία, Αφγανιστάν, Τασκένδη, Φεργκάνα, Μικρά Ασία, Κινεζικό Τουρκεστάν, Μανγκισλάκ, Τουρκμενία, Σαμαρκάνδη. Από τους περίπου 1.900 σύνεδρους ελάχιστοι ήσαν αυτοί που είχαν εμπειρία από το κομμουνιστικό κίνημα, ενώ οι μεταξύ τους διαφορές ήσαν μερικές φορές αβυσσαλέες. Για παράδειγμα, οι μουσουλμάνοι διαμαρτύρονταν για τους διωγμούς που, όπως υποστήριζαν, διέπρατταν εναντίον τους οι «χριστιανικές» δυνάμεις Ρώσων ή Αρμενίων. Από τις ομιλίες, επίσης, έγινε φανερό ότι αρκετοί αντιπρόσωποι -όπως οι οπαδοί του Mushavat στο Αζερμπαϊτζάν ή ο Ενβέρ πασά κ.λπ.- θεωρούσαν το συνέδριο ως πεδίο προώθησης των εθνικών τους αιτημάτων και όχι ως πεδίο συγκρότησης ενός διεθνικού επαναστατικού μετώπου
Ο Ζηνόβιεφ, λοιπόν, για μιλήσει στη γλώσσα που «καταλάβαιναν» οι σύνεδροι έκανε έκκληση προς τους λαούς του Ισλάμ για «ιερό πόλεμο»(!) ενάντια στον ιμπεριαλισμό. Αυτή η πρωτοφανής διατύπωση θα δικαιολογηθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο: «Γνωρίζετε ότι για μεγάλο διάστημα η υπαρκτή άποψη ήταν ότι, πρώτα απ’ όλα, κάθε χώρα έπρεπε να περάσει το καπιταλιστικό στάδιο, δημιουργώντας μεγάλες βιομηχανίες και μεγάλου διαμετρήματος κεφαλαιοκράτες. Ήταν αναπόφευκτο για τους εργάτες να συσσωρευτούν στις πόλεις, και μόνο τότε θα μπορούσε να μπει το ζήτημα του σοσιαλισμού. Τώρα όμως σκεφτόμαστε ότι δεν είναι έτσι. Από την στιγμή που έστω και μια χώρα ξέφυγε από την καπιταλιστική αλυσίδα όπως έκανε η Ρωσία, από την στιγμή που οι εργάτες έχουν θέσει το ζήτημα της προλεταριακής επανάστασης στην ατζέντα, από αυτή τη στιγμή μπορούμε να πούμε ότι στην Κίνα, την Ινδία, την Τουρκία, τη Περσία και την Αρμενία είναι πιθανό και αναγκαίο να ξεκινήσει αγώνας απευθείας για ένα σοβιετικό σύστημα».[29]
Στο 10ο Συνέδριο του Κ.Κ.Ρ.(μπ), που συνήλθε στις 8-16 του Μάρτη 1921, ανάμεσα στα ζητήματα που συζητήθηκαν ήταν, εκ νέου, το εθνικό με εισήγηση του Στάλιν. Σ’ αυτήν αναδεικνυόταν η ανάγκη εκσυγχρονισμού των περιοχών που διαβιούσαν οι διάφορες εθνικές ομάδες. Γινόταν λόγος ιδιαίτερα για τις αγροτικές και υπανάπτυκτες περιοχές σ’ όλη την Κεντρική Ασία, τον Καύκασο και την Ουκρανία, για τις οποίες εκδηλωνόταν η πρόθεση για τη συγκρότηση ισχυρής βιομηχανίας. Σημασία έχει, όμως, ότι ξεκαθαριζόταν χωρίς περιθώρια παρερμηνειών πως αυτές οι, εθνικές, περιφέρειες δεν επιτρεπόταν να δημιουργήσουν ανεξάρτητα κράτη. Η επίσημη δικαιολογία ήταν ότι καμία απ’ αυτές από μόνη της δεν ήταν σε θέση ν’ αποτρέψει τη συντριβή της από πιθανή επιβουλή των ιμπεριαλιστών.
Καθώς, λοιπόν, βρισκόταν εν εξελίξει και η διαδικασία αναζήτησης του σχήματος που θα έπαιρνε το νέο κράτος και η θέση των εθνοτήτων σε αυτό  εκδηλώθηκε οξεία αντίθεση μεταξύ του Λένιν και του Στάλιν. Αφορμή της αντιπαράθεσής τους στάθηκε η ομοσπονδιακή ή μη μορφή του νέου κράτους. Ο Λένιν, με επιστολή του προς τα μέλη του Πολιτικού Γραφείου, τάχθηκε ενάντια στις ιδέες του Στάλιν για απλή «αυτονόμηση» των «εθνικών» σοβιετικών δημοκρατιών και πρότεινε τη δημιουργία της «Ένωσης των Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών», οι οποίες οριοθετήθηκαν με εθνικά κριτήρια.[30]
Στην πράξη, όμως, η αυταρχική και συγκεντρωτική πολιτική από τα στελέχη του κόμματος, που συνέχιζαν την παράδοση της μεγαλορωσικής υπεροψίας, αλλοίωνε τις όποιες προθέσεις, στο ισχύον πλαίσιο, για παραχωρήσεις προς τις εθνότητες. Έτσι, η δεκαετία του 1920, θα σημαδευτεί και από τις δύο τάσεις, της εθνικής αποκέντρωσης και του αυταρχικού συγκεντρωτισμού, μέχρι να επιβληθεί ολοκληρωτικά ο δεύτερος.[31]
Στις σημειώσεις του[32] ο Λένιν εξέφραζε τη βαθιά του απογοήτευση για την πολιτική του κόμματος, που δεν επέτρεπε την ενίσχυση των μπολσεβίκων μεταξύ των μειονοτήτων. Για τα πενιχρά επιτεύγματα της ακολουθούμενης πρακτικής, δεν επέρριπτε τις κατηγορίες στον «εθνικισμό» των εθνοτήτων: «είναι απαραίτητο να ξεχωρίσουμε τον εθνικισμό του έθνους που καταπίεζε από τον εθνικισμό του έθνους που καταπιέζεται, τον εθνικισμό του μεγάλου έθνους από τον εθνικισμό του μικρού έθνους»[33]. Ως υπεύθυνους για τις παρεκκλίσεις έδειχνε τα κομματικά στελέχη που συνέχιζαν να δρουν ως «μεγαλορώσοι σωβινιστές», και ιδιαίτερα αυτά των οποίων η εθνική καταγωγή δεν ήταν η ρωσική, όπως ο Στάλιν: «Έχω τη γνώμη ότι εδώ μοιραίο ρόλο έπαιξαν η βιασύνη και ο διοικητικός ζήλος του Στάλιν, καθώς επίσης και το μένος του ενάντια στον περιβόητο ‘‘σοσιαλεθνικισμό’’. Γενικά το μένος στην πολιτική παίζει συνήθως τον πιο χειρότερο ρόλο».[34] Και επίσης ότι «Ο γεωργιανός που περιφρονεί την πλευρά αυτή του ζητήματος [σ.σ. την ευαισθησία των προλεταρίων για την εθνική τους ανεξαρτησία] ρίχνει περιφρονητικά κατηγορίες για ‘‘σοσιαλεθνικισμό’’ (ενώ ο ίδιος είναι ένας πραγματικός και αληθινός όχι μόνον ‘σοσιαλεθνικός’, αλλά και σκαιός Μεγαλορώσος ντερζιμόρντα)».[35]
Συνεχίζοντας, θα προειδοποιήσει για τους κινδύνους αυτής της απομάκρυνσης από τις αρχές της αυτοδιάθεσης: «Η ζημιά που μπορεί να προκύψει στο κράτος μας από την έλλειψη ενότητας των εθνικών μηχανισμών με το ρωσικό μηχανισμό είναι απροσμέτρητα μικρότερη, ασύγκριτα μικρότερη με τη ζημιά που θα προκύψει όχι μόνο για μας, αλλά και για όλη τη Διεθνή, για τις εκατοντάδες εκατομμύρια των λαών της Ασίας, η οποία πρόκειται να εμφανιστεί στο προσκήνιο της ιστορίας στο άμεσο μέλλον, ύστερα από μας. Θα ήταν ασυγχώρητος οπορτουνισμός, αν εμείς στις παραμονές αυτής της εμφάνισης της Ανατολής και στις αρχές της αφύπνισής της κουρελιάζαμε το κύρος μας ανάμεσα της, έστω και με την μικρότερη βάναυση συμπεριφορά μας και αδικία μας απέναντι στους δικούς μας αλλοεθνείς. Άλλο πράγμα είναι η ανάγκη συσπείρωσης ενάντια στους ιμπεριαλιστές της Δύσης που υπερασπίζονται τον καπιταλιστικό κόσμο. Άλλο πράγμα όμως είναι όταν εμείς οι ίδιοι ξεπέφτουμε, έστω και σε μικροπράγματα, στις ιμπεριαλιστικές μεθόδους απέναντι στις καταπιεζόμενες λαότητες, υποσκάπτοντας έτσι εντελώς όλη την ειλικρίνεια των αρχών μας, όλη τη στηριζόμενη σε αρχές υπεράσπιση της πάλης ενάντια στον ιμπεριαλισμό. Και η αυριανή μέρα στην παγκόσμια ιστορία θα είναι μια τέτοια ακριβώς μέρα, όταν θα ξυπνήσουν πια οριστικά οι αφυπνισμένοι και καταπιεζόμενοι από τον ιμπεριαλισμό λαοί και θα αρχίσει η αποφασιστική, μακρόχρονη και σκληρή μάχη για την απελευθέρωσή τους».[36]
Γενικά, με την ακολουθούμενη πολιτική της «κορενιζάτσια» (της ενίσχυσης των εθνικών ταυτοτήτων), η οποία άρχισε να εφαρμόζεται κατά την περίοδο της Νέας Οικονομικής Πολιτικής, και η οποία βασίστηκε στη λενινιστική γραμμή για «τα έθνη στην πορεία προς το σοσιαλισμό», υπήρξε μια αξιοσημείωτη κινητικότητα στις εθνικές συνιστώσες του νέου κράτους, ακόμη και στις μικρότερες μειονότητες. Οι διοικητικές μεταρρυθμίσεις με την απόδοση αυτονομίας –εθνικές διοικητικές περιοχές, εθνικά σοβιέτ, η πολιτική στήριξης των εθνικών πολιτισμών, η εκπαίδευση που είχε εθνικά χαρακτηριστικά –εθνικά σχολεία και ιδρύματα, τύπος και βιβλία στις εθνικές γλώσσες, διαμόρφωσαν ένα νέο τοπίο, μέσα βέβαια από τις αντιφάσεις του σοσιαλιστικού πειράματος σε μια χώρα. Αυτή η εικόνα έμελε να αλλάξει δραματικά από τα τέλη της δεκαετίας του ’20 και, ιδίως, τη δεκαετία του 1930, με την πολιτική της βίαιης κολεκτιβοποίησης, της ταχείας εκβιομηχάνισης και του πολιτικού ολοκληρωτισμού.
Κατόπιν τούτων, το ερώτημα, που εύλογα προκύπτει εάν θα συνέχιζε να υφίσταται το σοβιετικό κράτος στην περίπτωση που ίσχυε στην πράξη η λενινιστική «αρχή της αυτοδιάθεσης» και ως εκ τούτου το σταλινικό ολοκληρωτισμό τον τροφοδοτούσε ο βάσιμος φόβος της αποσύνθεσής του, δεν μπορεί να απαντηθεί με βεβαιότητα. Γι’ αυτό που η ιστορία έχει βέβαιη απάντηση είναι η τεράστια συμβολή της πατριωτικής έξαρσης, που εκδηλώθηκε στα χρόνια του β΄ παγκοσμίου πολέμου, στην επαναπροσέγγιση του εθνικού ζητήματος. Η έντονη αίσθηση της συνέχειας της ρωσικής ιστορίας –Αλέξανδρος Νιέφσκυ, πρώτος πατριωτικός πόλεμος αυτός κατά του Ναπολέοντα, μεγάλος πατριωτικός πόλεμος κατά των Γερμανών εθνικοσοσοσιαλιστών- και ο ρόλος των Ρώσων ως ηγετικής δύναμης για τους λαούς της περιφέρειας, λειτούργησε ενοποιητικά στην πολυεθνική σοβιετική επικράτεια. Αυτό, ασφαλώς, δεν σήμανε και την εξάλειψη των εθνοτικών διαφοροποιήσεων ούτε την απόλυτη επικράτηση μιας νέας σοβιετικής συνείδησης στη θέση των εθνικών. Πολύ περισσότερο, που συνοδεύτηκε από τις σταλινικές διώξεις και εκτοπίσεις εναντίον ολόκληρων εθνικών οντοτήτων μετά το 1944, σε μια απόπειρα βίαιης και οριστικής επίλυσης του κληρονομηθέντος ζητήματος. Το γεγονός ότι σε μεγάλο ποσοστό οι μουσουλμάνοι της ΕΣΣΔ είχαν πολεμήσει στο πλευρό των εισβολέων αποδείκνυε το σύνθετο ζήτημα της συμβίωσης των εθνών της ανατολής στην ευρασιατική ενδοχώρα. Ζήτημα, στο οποίο και το σημερινό μετασοβιετικό, ρωσικό, πολυεθνικό και πολυθρησκευτικό κράτος αναζητά εναγωνίως ικανοποιητική απάντηση, ώστε να συνεχίζει να υφίσταται ως αυτοκρατορική δύναμη.




[1] Ελλενστέιν, Ζαν, «Ιστορία της Ε.Σ.Σ.Δ.», εκδ. Θεμέλιο, 1980, τ. 1, σελ. 40-41.
[2] Landau, Jacob M., «Pan-Turkism, from irredentism to Cooperation», Hurst & Company, London, 1995, σελ. 7.
[3] Η μουσουλμανική εξέγερση, των «Basmachi», αναζωπυρώθηκε με την έκδοση διατάγματος του ρωσικού κράτους (25.6.1916) για την υποχρεωτική στράτευση όλων των υπηκόων της αυτοκρατορίας ανεξαρτήτου θρησκεύματος. Paksoy H.B., «"Basmachi": Turkistan National Liberation Movement 1916-1930s» στο «Modern Encyclopaedia of Religions in Russia and the Soviet Union», 1991, τομ. 4, σελ. 5-20.
[4] Όπως έγραφε ο Τρότσκι «στην περιφέρεια […] η μπουρζουαζία της χώρας, του εσωτερικού, ανήκε σ’ ένα άλλο έθνος από την κύρια μάζα του λαού. Ο πληθυσμός των πόλεων στην περιφέρεια ξεχώριζε ολότελα με την εθνική του σύνθεση από τον πληθυσμό των χωριών. Στην Ουκρανία και στη Λευκορωσία ο γαιοκτήμονας, ο καπιταλιστής, ο δικηγόρος, ο δημοσιογράφος είναι Μεγαλορώσος, Πολωνός, Εβραίος, ξένος· ενώ ο πληθυσμός στους κάμπους είναι εξ ολοκλήρου ουκρανικός, μεγαλορωσικός. Στις βαλτικές χώρες οι πόλεις ήταν εστίες της γερμανικής, ρωσικής και εβραϊκής μπουρζουαζίας. Το χωριό ήταν ολάκερο λετονικό και εσθονικό. Στις πόλεις της Γεωργίας κυριαρχούσε ο ρωσικός και αρμενικός πληθυσμός, όπως και στο τουρκμενικό Αζερμπαϊτζάν. Χωρισμένοι από την κύρια μάζα του λαού όχι μόνο με το επίπεδο ζωής και τα ήθη, μα και τη γλώσσα, ακριβώς όπως οι Άγγλοι στην Ινδία· προσκολλημένοι στο γραφειοκρατικό μηχανισμό για την υπεράσπιση των κτημάτων τους και των εισοδημάτων τους· δεμένοι αδιάσπαστα με τις κυρίαρχες τάξεις ολόκληρης της χώρας, οι ευγενείς γαιοκτήμονες, οι βιομήχανοι και οι έμποροι της περιφέρειας συγκέντρωναν γύρω τους ένα στενό κύκλο από υπαλλήλους δημόσιους και ιδιωτικούς, δασκάλους, γιατρούς, δικηγόρους, δημοσιογράφους, ως ένα μέρος και εργάτες, όλους ρώσους, μεταβάλλοντας τις πόλεις σε εστίες εκρωσισμού και αποικισμού», Τρότσκι, Λέων, «Η ιστορία της Ρωσικής Επανάστασης», εκδ. Αλλαγή, 1984, σελ. 342.
[5] Η Επανάσταση του 1905 ήταν «τόσο μια επανάσταση μη Ρώσων εναντίον του εκρωσισμού όσο και μια επανάσταση εργατών, αγροτών και ριζοσπαστών διανοουμένων εναντίον του απολυταρχισμού».Seton-Watson, «Nations and Sates An Enquiry into the Origins of Nations and the Politics of Nationalism», Boulder, Westview Press, 1977, σελ. 148.
[6] Όπως το διατύπωσε ο Anthony Smith «οι παραμελημένες, καταπιεσμένες ή περιθωριοποιημένες εθνοτικές κοινότητες ή κατηγορίες συγχωνεύουν τις εθνικές αιτιάσεις και φιλοδοξίες τους με άλλες, μη εθνικές επιδιώξεις, έτσι ώστε συχνά κάποια ορισμένη χρονική στιγμή να διαμορφώνεται ένα ενιαίο πλέγμα συμφερόντων του δεδομένου πληθυσμού, τα οποία για τους σκοπούς της ανάλυσης εμείς διαιρούμε σε ‘‘εθνικές’’ και ‘‘μη εθνικές’’ κατηγορίες, προκειμένου να μπορέσουμε να απομονώσουμε τον ‘‘εθνικό παράγοντα’’», Smith, Anthony D., «Εθνική Ταυτότητα», εκδ. Οδυσσέας, 2000, σελ. 207.
[7] Ο όρος «αυστρο-μαρξισμός» επινοήθηκε από τον Αμερικανό σοσιαλιστή Louis Boudin, μερικά χρόνια πριν από τον α΄ παγκόσμιο πόλεμο, για να περιγράψει μια ομάδα νεαρών μαρξιστών διανοουμένων στην Βιέννη –οι πλέον εξέχοντες ανάμεσά τους ήταν ο Μαξ Άντλερ, ο Όττο Μπάουερ, ο Ρούντολφ Χιλφερντινγκ και ο Καρλ Ρέννερ- οι οποίοι συμμετείχαν ενεργά στο αυστριακό σοσιαλιστικό κίνημα. «Austro-marxism, texts» translated and edited by Tom Bottomore & Patrick Goode, σελ. 1, Oxford University Press, 1978.  Σημαντική για τη τάση αυτή υπήρξε η διοργάνωση του Συνεδρίου του Brno (Brunn) το 1899, στις αποφάσεις του οποίου περιλαμβάνεται η μετατροπή της αυστρο-ουγγρικής αυτοκρατορίας σε ομοσπονδιακή, σχέδιο που επηρέασε τόσο την δημιουργία της Ε.Σ.Σ.Δ. το 1922 όσο και της Γιουγκοσλαβίας το 1946.
[8] «BUND» –«Γενική Εβραϊκή Εργατική Ένωση» της Λιθουανίας, της Πολωνίας και της Ρωσίας, οργανώθηκε το 1897 και περιλάβαινε κυρίως επαγγελματοβιοτέχνες των δυτικών περιοχών της Ρωσίας. Στο Ι Συνέδριο του Σ.Δ.Ε.Κ.Ρ., το Μάρτη του 1898, η Μπουντ εντάχθηκε στο κόμμα. Στο ΙΙ Συνέδριο του Σ.Δ.Ε.Κ.Ρ. οι μπουντιστές πρόβαλαν την αξίωση να αναγνωριστεί η Μπουντ ως ο μοναδικός εκπρόσωπος των εβραίων εργατών της Ρωσίας. Όταν το Συνέδριο απέρριψε τον οργανωτικό εθνικισμό της Μπουντ, η Μπουντ αποχώρησε από το κόμμα. Το 1906 ύστερα από το IV (Ενωτικό) Συνέδριο, το Μπουντ προσχώρησε ξανά στο Σ.Δ.Ε.Ρ.Κ..». Βλ. Λένιν, Β.Ι., «Κριτικά σημειώματα πάνω στο εθνικό ζήτημα, – ‘‘Για το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών’’ – ‘‘η σοσιαλιστική επανάσταση και το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών’’ – ‘‘τα αποτελέσματα της συζήτησης για την αυτοδιάθεση’’», εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1992, σελ. 164. 
[9] Η Λούξεμπουργκ θεωρούσε ότι παρ’ όλο που «το εθνικό κράτος, η εθνική ενότητα και ανεξαρτησία […] ήταν τα ιδεολογικά εμβλήματα κάτω από τα οποία συγκροτήθηκαν τα μεγάλα αστικά κράτη, τον περασμένο αιώνα στη καρδιά της Ευρώπης», τώρα πια ο καπιταλισμός «για να αναπτυχθεί, του χρειάζεται ένα αδιαίρετο έδαφος, όσο μεγαλύτερο γίνεται, που νάχει το ίδιο πολιτιστικό επίπεδο», Λούξεμπουργκ, Ρόζα, «Η εργατική τάξη και ο πόλεμος», εκδ. Δ. Κοροντζή , Αθήνα 1979, σελ. 31.  
[10] Λένιν, Β.Ι., «Κριτικά σημειώματα…», σελ. 67. Ο Λένιν το 1914, στο κείμενό του για την εθνική αυτοδιάθεση, που αποτελεί μια πολεμική ενάντια στη γραμμή της Λούξεμπουργκ, και γράφει για τους Πολωνούς σοσιαλδημοκράτες, που είχαν εναντιωθεί στην αυτοδιάθεση για να μην ισχυροποιηθεί έτσι η πολωνική αστική τάξη: «η ανοησία της πρότασης προς τους μαρξιστές της Ρωσίας να σβήσουν την αναγνώριση του δικαιώματος αυτοδιάθεσης των εθνών είχε δειχτεί τόσο καθαρά και ολοφάνερα, που οι πολωνοί μαρξιστές ούτε καν τόλμησαν να επαναλάβουν τα επιχειρήματά τους στη συνεδρίασή της ολομέλειας του συνεδρίου!! Αποχώρησαν από το συνέδριο, όταν πείστηκαν ότι είναι απελπιστική η θέση τους μπροστά στην ανώτατη συνέλευση των μαρξιστών, και των μεγαλορώσων, και των εβραίων, και των γεωργιανών, και των αρμένηδων» σελ. 94.
[11] «Για το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών», ό.π. σελ. 62.
[12] Ό.π. σελ. 63.
[13] Το επιχείρημα το χρησιμοποιεί για να στηλιτεύσει τη σχέση του ρωσικού λαού με την ουκρανική εθνότητα, προτείνοντας επιπλέον τη δημιουργία ανεξάρτητου ουκρανικού κράτους, ό.π. σελ. 62.
[14] «Κριτικά σημειώματα πάνω στο εθνικό ζήτημα», ό.π., σελ. 14. Αξίζει να παρατεθεί απόσπασμα από το εξαιρετικό κείμενο του Φ. Λίμπμαν, μέλους της «Μπουντ», που δημοσιεύθηκε στην εβραϊκή εφημερίδα «Zeit», και στο οποίο ανταπάντησε ο Λένιν: «όποιος γνωρίζει έστω και λίγο το εθνικό ζήτημα, ξέρει ότι ο διεθνικός πολιτισμός δεν είναι άεθνος (πολιτισμός χωρίς εθνική μορφή). Άεθνος πολιτισμός που δεν πρέπει νάναι μήτε ρωσικός, μήτε εβραϊκός, μήτε πολωνικός, παρά μόνο καθαρός πολιτισμός είναι παραλογισμός. Ίσα ίσα τότε μόνο οι διεθνικές ιδέες μπορούν να γίνουν αγαπητές στην εργατική τάξη, όταν προσαρμόζονται στη γλώσσα που μιλά ο εργάτης και στις συγκεκριμένες εθνικές συνθήκες όπου ζει. Ο εργάτης δεν πρέπει να είναι αδιάφορος για την κατάσταση και την ανάπτυξη του εθνικού του πολιτισμού, επειδή μέσω αυτού και μόνο μέσω αυτού αποκτά την δυνατότητα να πάρει μέρος στο ‘‘διεθνικό πολιτισμό του δημοκρατισμού και του παγκόσμιου εργατικού κινήματος’’. Όλα αυτά είναι γνωστά από καιρό, μα ο Β.Ι. δε θέλει ούτε να τα ξέρει…». 
[15] Στάλιν, Ιωσήφ, «Ο Μαρξισμός και το Εθνικό Ζήτημα», Άπαντα τ.2 (1907-1913), σελ. 334. Ο Ιωσήφ Ντζουγκασβίλι ήταν τέκνο του πολυεθνικού πολυφυλετικού Καυκάσου, και είχε ασχοληθεί ήδη αρκετά με το ζήτημα των εθνοτήτων –από το πρώτο του άρθρο στην σοσιαλδημοκρατική εφημερίδα «Μπρτζόλα» (Πάλη) της Τιφλίδας, τον Δεκέμβριο του 1901. «Εκεί πρωτογνώρισε κι αντιμετώπισε το πρόβλημα που θα τον απασχολούσε στα χρόνια της ωριμότητας –το πρόβλημα των εθνικών μειονοτήτων. Η γεωργιανή γλώσσα ήταν η μητρική γλώσσα των Ντζουγκασβίλι. Η Κατερίνα [σ.σ. η μητέρα του] δεν ήξερε καθόλου ρωσικά κι είναι αμφίβολο αν και με τον άντρα της δεν συνέβαινε το ίδιο», Ντώυτσερ, Ισαάκ, «Στάλιν, Πολιτική Βιογραφία», εκδ. Χρησμός, 1971, σελ.6.
[16] Λένιν, Β.Ι., «Κριτικά σημειώματα πάνω στο εθνικό ζήτημα, ό.π. 110.
[17] «…ήταν οπωσδήποτε φανερό ότι το εθνικό ζήτημα αποτελούσε ένα από τα σημεία εκείνα στα οποία  η θεωρία του κόμματος ήταν θολή και αβέβαια», Carr Edward, «Η ιστορία της Σοβιετικής Ένωσης 1917-1923», εκδ. Υποδομή, Αθήνα, 1977, σελ. 354.
[18] «7-я (апрельская) Всероссийская конференция РСДРП(б); Петроградская общегородская конференция РСДРП(б) (апрель 1917 года): Протоколы.» (7η (Απριλιανή) Πανρωσική Συνδιάσκεψη του ΣΕΚΡ (μπ.) (Απρίλιος 1917): Πρακτικά) εκδ. Госполитиздат, Μόσχα 1958. (Ηλεκτρονικά στο http://militera.lib.ru/docs/da/k07/index.html).

[19] «ВКП(б) в резолюциях и решениях съездов, конференций и пленумов», (ΠΚΚ(μπ.) αποφάσεις συνεδρίων, συνδιασκέψεων και ολομελειών), Μόσχα, 1941, σελ. 233.

[20] Ο σοβιετο-πολωνικός πόλεμος που έληξε το 1920, και έφερε τον κόκκινο στρατό στα πρόθυρα της Βαρσοβίας δεν ήταν εξαγωγή της επανάστασης, ήταν ένας ρωο-πολωνικός πόλεμος. Οι Πολωνοί άλλωστε πολέμησαν με εθνικά και αντιρωσικά αισθήματα. Το περίεργο είναι ότι και στη Ρωσία ο πόλεμος αυτός ενίσχυσε κατά κάποιο τρόπο το ρωσικό πατριωτισμό, προς όφελος των μπολσεβίκων που τον διεξήγαγαν.  
[21] Λένιν Β.Ι., «Έκθεση στο ΙΙ Πανρωσικό Συνέδριο των κομμουνιστικών οργανώσεων των Λαών της Ανατολής», 22 Νοέμβρη 1919, Άπαντα, ελλ. έκδ. τ. 39, σελ. 330. Αντιθέτως, τα περισσότερα στελέχη του κομμουνιστικού κινήματος, από τη Λούξεμπουργκ  έως τον Τρότσκι, ακόμη και τον Στάλιν της πρώτης περιόδου, συνέχιζαν να αναμένουν την επανάσταση στην Ευρώπη.
[22] Connor Walker, «The National Question in Marxist-Leninist Theory and Strategy», Princeton University Press, Princeton, 1984, σελ. 47.
[23] Clem, Ralph S., «The ethnic dimension of the Soviet Union», Part Ι, στο «Contemporary Soviet Society, Sociological Perspectives», ed. By Jerry G. Pankhurst & Michael Paul Sacks, N.Y. εκδ. Praeger, 1980, ό.π.  σελ. 21.
[24] Β.Ι. Λένιν, «Έκθεση στο ΙΙ Πανρωσικό Συνέδριο των κομμουνιστικών οργανώσεων των Λαών της Ανατολής», 22 Νοέμβρη 1919, τ. 39, σελ. 318. Το ΙΙ Πανρωσικό συνέδριο των κομμουνιστικών οργανώσεων των λαών της ανατολής, που συγκάλεσε το Κεντρικό Γραφείο των κομμουνιστικών οργανώσεων των λαών της Ανατολής της Κ.Ε. του Κ.Κ.Ρ. (μπ.) έγινε στη Μόσχα από τις 22 του Νοέμβρη ως τις 3 του Δεκέμβρη 1919. Το συνέδριο άκουσε την έκθεση δράσης του Κεντρικού Γραφείου των κομμουνιστικών οργανώσεων των λαών της Ανατολής, τις θέσεις των τοπικών οργανώσεων, την έκθεση του Κεντρικού Μουσουλμανικού Επιτροπάτου του Λαϊκού Επιτροπάτου εθνοτήτων, το ταταρο-μπασκιρικό ζήτημα και τις εκθέσεις των τμημάτων: για το κρατικό οργανωτικό και το κομματικό ζήτημα, για τη δουλειά ανάμεσα στις γυναίκες της Ανατολής, ανάμεσα στη νεολαία κ.ά.
[25] Ό.π., σελ. 328.
[26] Ομιλία του Β.Ι. Λένιν στο Β΄ συνέδριο της ΙΙΙ Διεθνούς στις 24 Ιουλίου 1920, Άπαντα τ.41, σελ. 235. Επίσης και στο τηλεγράφημα προς τους Ινδούς: «Χαίρομαι που ακούω ότι οι αρχές της αυτοδιάθεσης και της απελευθέρωσης των καταπιεζόμενων λαών από την εκμετάλλευση των ξένων και ντόπιων καπιταλιστών, τις οποίες διακήρυξε η εργατοαγροτική δημοκρατία είχαν τόσο ζωηρή απήχηση στους συνειδητούς ινδούς, που παλεύουν ηρωικά για τη λευτεριά τους. […] Χαιρετίζουμε τη στενή συμμαχία των μουσουλμανικών και μη μουσουλμανικών στοιχείων. Ευχόμαστε ειλικρινά να επεκταθεί η συμμαχία αυτή σε όλους τους εργαζόμενους της Ανατολής. Μόνο όταν ο ινδός, ο κινέζος, ο κορεάτης, ο ιάπωνας, ο πέρσης, ο τούρκος εργάτης και αγρότης δώσουν τα χέρια τους και προχωρήσουν μαζί στην κοινή υπόθεση της απελευθέρωσης, μόνο τότε θα εξασφαλιστεί η αποφασιστική νίκη ενάντια στους εκμεταλλευτές. Ζήτω η ελεύθερη Ασία!», τηλεγράφημα του Β.Ι. Λένιν προς τον Ινδικό Επαναστατικό Σύνδεσμο, δημοσιεύθηκε στη «Πράβντα» στις 20 Μαΐου 1920, Άπαντα τ. 41, σελ. 122.
[27] «Σχέδιο απόφασης του Π.Γ. της Κ.Ε. του Κ.Κ.Ρ. (μπ) στο Τουρκεστάν», 22.6.1920, Β.Ι. Λένιν, Άπαντα, τ. 41, σελ. 153.
[28] Congress of the Peoples of the East. Baku, Σεπτέμβριος 1920. (Τα υλικά του Συνεδρίου του Μπακού στενογραφημένα πρακτικά) στο http://www.marxists.org/history/international/comintern/baku/foreword.htm.
[29] Ό.π.
[30] Β.Ι. Λένιν, επιστολή προς τον Κάμενεφ για τα μέλη του Πολιτικού Γραφείου της Κ.Ε.  του Κ.Κ.Ρ.(μπ.) από 26 Νοεμβρίου 1922, Άπαντα τ. 45, σελ. 211. Ο Λένιν συνέχιζε να δίνει μεγάλη σημασία στο εθνικό ζήτημα και γι’ αυτό παρουσίασε ο ίδιος την εισήγηση της επιτροπής για το εθνικό και αποικιακό ζήτημα.
[31] Απέναντι σε εθνικά αποσχιστικά κινήματα, που συνέχιζαν να εκδηλώνονται, το σοβιετικό κράτος ακολουθούσε σταθερά ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1920 πολιτική καταστολής, όπως στο βόρειο Καύκασο, όπου είχαν εξεγερθεί οι ισλαμιστές Τσετσένοι, «Νταγκεστανοί» και λοιποί μουσουλμάνοι, στην Κεντρική Ασία εναντίον των παντουρκιστών, στο Ταταρστάν, αλλά και εναντίον Γεωργιανών, Αρμενίων κ.λπ. Με την ισχυροποίηση του κράτους αυτές οι παρεμβάσεις εντάθηκαν ακόμη περισσότερο.
[32] Δημοσιεύθηκαν μόλις το 1956 στο περιοδικό «Κομμουνίστ», τ. 9, κι αυτό μάλλον λόγω της σκληρής κριτικής τους απέναντι στην πολιτική για τις εθνότητες που ακολουθούσαν επιφανή στελέχη του κόμματος, όπως ο Ορτζονικίτζε, ο Τζερζίνσκι και κυρίως ο ίδιος ο Στάλιν. «Ο Λένιν στο γράμμα ‘‘Σχετικά με το ζήτημα των εθνοτήτων ή της αυτονόμησης’’ φώτισε τα σπουδαιότερα προβλήματα της εθνικής πολιτικής του Κόμματος. Θεωρούσε το γράμμα αυτό σαν καθοδηγητικό, έδινε σ’ αυτό μεγάλη σημασία και σκόπευε να το δημοσιεύσει αργότερα σαν άρθρο. όμως, λόγω της απρόοπτα απότομης χειροτέρευσης της αρρώστιας του μετά τις 6 Μάρτη 1923 ο Βλαντίμιρ Ίλιτς δεν πρόλαβε να δώσει τις τελικές εντολές για το γράμμα […] Στο ΧΙΙ συνέδριο του Κ.Κ.Ρ. (μπ.) το γράμμα αυτό ανακοινώθηκε κατά αντιπροσωπείες. Σύμφωνα με τις υποδείξεις του Λένιν στο σχέδιο απόφασης του συνεδρίου για το εθνικό ζήτημα έγιναν μια σειρά αλλαγές και προσθήκες» σημ. Β.Ι. Λένιν, Άπαντα τ. 45, σελ. 594.
[33] Ό.π. σελ. 360.
[34] Ό.π. σελ. 358.
[35] Ό.π. Σελ. 360.
[36] Ό.π. σελ 362.