Τρίτη, 22 Ιουλίου 2014

Με αφιέρωμα (α' μέρος) στον Παναγιώτη Κονδύλη κυκλοφόρησε ο Νέος Λόγιος Ερμής τ.10


Εισαγωγικό σημείωμα τ. 10
Στο πρώτο μέρος του 10ου τεύχους του Λόγιου Ερμή, ο Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος, σε ένα μικρό, εξαιρετικής πυκνότητας κείμενο, με αφετηρία τη λοιδορούμενη θυσία των γυναικών του Ζαλόγγου, αναφέρεται σε ανάλογα ιστορικά γεγονότα, από τις γυναίκες των Ταόχων που περιγράφει ο Ξενοφών, μέχρι τις γυναίκες του Κορδελιού, προς δόξαν «τοῦ θαυμαστοῦ καὶ γενναίου πανεπιστημιακοῦ κόσμου τοῦ καιροῦ μας». Ο Μιχάλης Πάτσης, συνεχίζοντας τη διερεύνηση της πνευματικής δραστηριότητας των Ελλήνων στην πρ. Σοβιετική Ένωση, γράφει για «το φιλολογικό – εκδοτικό έργο των πολιτικών προσφύγων στα ρωσικά (Ανταίος, Στάθης, Μότσιος)». Ο Γιώργος Καραμπελιάς στο τρίτο μέρος της περιδιάβασής του στα σύγχρονα φιλοσοφικά προβλήματα, με το δοκίμιο «Φύση και Ιστορία», διερευνά τις δυνατότητες «υπέρβασης της χρησιμοθηρικής και δυναμοκεντρικής αντίληψη της γνώσης και της επιστήμης, ανατρέχοντας στην αρχαιοελληνική και βυζαντινή οπτική της μη εργαλειακής επιστήμης, ανακαλύπτοντας, παράλληλα, άλλες, μη ευρωπαϊκές, παραδόσεις». Το ζητούμενο είναι «να ξαναθέσουμε τον κόσμο μας –που πλέον έχει εκτοξευθεί σε μια αυτόνομη τεχνοκρατική τροχιά– υπό τον έλεγχο μιας κοινωνίας προσώπων και πολιτών». Ουσιαστικά πάνω στο ίδιο ζήτημα, ο Εντγκάρ Μορέν στον «Χερσονήσιο άνθρωπο» υποστηρίζει πως «αυτό που πεθαίνει σήμερα, είναι μια “νησιωτική” αντίληψη για τον άνθρωπο, τον αποκομμένο τόσο από τη φύση γενικότερα, όσο και από την ίδια του τη φύση» εξάλλου δεν υπάρχει πλέον κανένα μέλλον για μια ανθρωπολογία περιορισμένη σε μια επιφανειακή ψυχο-πολιτισμική στιβάδα που υπερίπταται σαν ιπτάμενο χαλί πάνω από τον φυσικό κόσμο. Και καταλήγει: «Ούτε πανβιολογισμός, ούτε πανκουλτουραλισμός, αλλά μια ευρύτερη αλήθεια, που προσδίδει πιο ουσιαστικό ρόλο στην βιολογία του ανθρώπου και στον ανθρώπινο πολιτισμό, αφού πρόκειται για έναν ρόλο αμοιβαιότητας της μιας σε σχέση με τον άλλον.». Τέλος, ο Σωτήρης Δημόπουλος στη μελέτη του, «Προσεγγίσεις και ερμηνείες του “εθνικού ζητήματος” στο έργο των Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς», υποστηρίζει πως παρά την περιβόητη φράση, «οι εργάτες δεν έχουν πατρίδα» του Μανιφέστου του Κομμουνιστικού Κόμματος, στο έργο των Καρλ Μαρξ και Φρίντριχ Ένγκελς το «εθνικό ζήτημα» δεν αναλύεται πάντα μέσα από το ίδιο, αφοριστικό πρίσμα και οι προσεγγίσεις τους ποικίλουν, εξάλλου «η έλλειψη μιας συμπαγούς θεωρίας για το έθνος και τα εθνικά κινήματα θα επιτρέψει θεαματικές αποκλίσεις στο ζήτημα αυτό, από τους επιγόνους του μαρξισμού [...] από τους πλέον αυθεντικούς αρνητές της όποιας πατριωτικής συνείδησης έως τον σοσιαλσοβινισμό αλλά και τα μαρξιστικά εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα».
Ακολουθεί το πρώτο μέρος του αφιερώματος μας στη σκέψη του Παναγιώτη Κονδύλη, το οποίο και θα συνεχιστεί και στα δύο επόμενα τεύχη του περιοδικού. Γράφουν οι Μελέτης Μελετόπουλος, «Στοιχεία για τον βίο του Παναγιώτη Κονδύλη», Σπύρος Κουτρούλης, «Ο Π. Κονδύλης, ο νέος ελληνισμός και το εθνικό ζήτημα», Ρεϋμόνδος Πετρίδης, «“Ισχύς” και “Εξουσία” στο όψιμο έργο του Π. Κονδύλη», Γιάννης Ταχόπουλος, «Π. Κονδύλης-Κ. Καστοριάδης: μια σύγκριση» και παρατίθεται το μεγαλύτερο από την τελευταία συνέντευξη του Κονδύλη στον Σπύρο Κουτρούλη. Περισσότερα για το περιεχόμενο του αφιερώματος ο αναγνώστης μπορεί να πληροφορηθεί, ανατρέχοντας στο σχετικό εισαγωγικό σημείωμα.
Στο δεύτερο μέρος του τεύχους, ο Χρίστος Κορκόβελος με τη μελέτη του για το «Το ιστορικό υπόβαθρο της 25ης Μαρτίου», εκκινώντας από τη διαπίστωση ότι «στη χώρα μας σπανίζει η άρτια κι απροκατάληπτη επιστημονική έρευνα βασικών πτυχών της Επανάστασης του 1821», αφού εξετάζει με επάρκεια μια πληθώρα σχετικών τεκμηρίων συμπεραίνει πως παρά τις προσπάθειες ποικιλώνυμων «απομυθοποιητών», καταδεικνύεται πως «η ιστορικότητα της 25ης Μαρτίου είναι αναμφισβήτητη» και «εδράζεται πρωτίστως στο γεγονός ότι η ανώτατη Αρχή της Φιλικής Εταιρίας, υπό τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, καθόρισε την ημέρα αυτή της εορτής του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου ως ημέρα έναρξης της Επανάστασης». ο καθηγητής Λαογραφίας Μανόλης Βαρβούνης, με τη μελέτη του για τη «Συμβολή του Μακεδονικού Κομιτάτου στη λύση του Σαμιακού Ζητήματος (1908-1912)» φωτίζει μια αγνοημένη σελίδα της ιστορίας μας, τη συνεργασία του ηγέτη των Σαμίων πατριωτών, Θεμιστοκλή Σοφούλη, με το μακεδονικό Κομιτάτο για την εκτέλεση του φιλότουρκου ηγεμόνα της Σάμου Ανδρέα Κοπάση, η οποία και πραγματοποιήθηκε το 1912 από τους μακεδονομάχους Σταύρο Μπαρέτη και Αθανάσιο Σταυρούδη σε συνεργασία με τους Σαμίους πατριώτες. τέλος ο μηχανικός Χαράλαμπος Αλεξάνδρου, μέλος του Ινστιτούτου Μπάτση, στο δοκίμιο «Τo Αόρατο Χέρι του Άνταμ Σμιθ και η Θεία Πρόνοια» καταδεικνύει ότι δεν υπάρχει καμία ουσιώδης αντίφαση ανάμεσα στις απόψεις που διατυπώνει ο Σμιθ στη Γενική Θεωρία της Απασχόλησης του Τόκου και του Χρήματος, και στη Θεωρία των Ηθικών Συναισθημάτων, και εν τέλει το αόρατο χέρι της αγοράς ταυτίζεται με το «αόρατο χέρι» της θείας πρόνοιας: «Ο Α.Σ. ενστερνιζόμενος την άποψη ότι το ατομικό συμφέρον προάγει ασυναίσθητα το συμφέρον της κοινωνίας συνολικά, πίστευε ότι αυτό συντελείται ως αποτέλεσμα της παρέμβασης της Θείας πρόνοιας. Το θεϊκό αόρατο χέρι παρεμβαίνει στον καταμερισμό του πλούτου και στον εναρμονισμό της κοινωνίας».
Ο Μιχάλης Μερακλής παρουσιάζει το βιβλίο του Χαράλαμπου Μηνάογλου, ο Αν. Μιχαήλ και ο Λόγος περί Ελληνισμού, ο Σπύρος Κουτρούλης, το εκτενές δοκίμιο του Σωτήρη Γουνελά, Πρόταση λόγου και πολιτισμού, ο Χρίστος Δάλκος, το συλλογικό έργο Διετείς διακοπαί: Ένα Χρονικό και ο Δημήτρης Μπαλτάς, τα έργα του Ernest Cassirer, Η φιλοσοφία του Διαφωτισμού και του Jürgen Moltmann, Ο ερχόμενος Θεός. Χριστιανική εσχατολογία.

Περιεχόμενα τεύχους 10
Eισαγωγικό Σημείωμα ……………………………………………. 4
Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Κατά κρημνών: Γυναίκες των Ταόχων και γυναίκες
του Κορδελιού (Μικρὴ συμβολὴ στὴν ἀπομύθευση τῆς νέας μυθολογίας) ……………….. 7
Μιχάλης Πάτσης, Το φιλολογικό – εκδοτικό έργο των πολιτικών προσφύγων στα ρωσικά (Ανταίος, Στάθης, Μότσιος) …………. 10
Γιώργος Καραμπελιάς, Φύση και Ιστορία ………………………… 21
Edgar Morin, O χερσονήσιος άνθρωπος ………………… 36
Σωτήρης Δημόπουλος, Προσεγγίσεις και ερμηνείες
του «εθνικού ζητήματος» στο έργο των Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς ……………… 53
* * *
Αφιέρωμα στον Παναγιώτη Κονδύλη – Μέρος Α΄
Εισαγωγικό σημείωμα ……………………………………….. 65
Μελέτης Μελετόπουλος, Στοιχεία για τον βίο του Παναγιώτη Κονδύλη ………………. 69
Η τελευταία συνέντευξη του Παναγιώτη Κονδύλη ……………………………………………….. 82
Σπύρος Κουτρούλης, Ο Π. Κονδύλης, ο νέος ελληνισμός και το εθνικό ζήτημα ……… 97
Ρεϋμόνδος Πετρίδης, «Ισχύς» και «Εξουσία» στο όψιμο έργο του Π. Κονδύλη …….. 118
Γιάννης Ταχόπουλος, Π. Κονδύλης-Κ.Καστοριάδης: μια σύγκριση ……………………… 163
* * *
Χρήστος Κορκόβελος, Το ιστορικό υπόβαθρο της 25ης Μαρτίου ………………………… 186
Μανόλης Βαρβούνης, Η συμβολή του Μακεδονικού Κομιτάτου
στη λύση του Σαμιακού Ζητήματος (1908-1912) ……………………. 199
Χάράλαμπος Αλεξάνδρου, Το αόρατο χέρι του Άνταμ Σμιθ ……………………….. 208
* * *
βιβλιοκριτικές-βιβλιοπαρουσιάσεις
Μιχάλης Μερακλής, Χ. Μηνάογλου, ο Αν. Μιχαήλ και ο Λόγος περί Ελληνισμού … 223
Σπύρος Κουτρούλης, Σ. Γουνελά, Πρόταση λόγου και πολιτισμού ………………………. 228
Χρίστος Δάλκος, Δι­ε­τείς δι­α­κο­παί: Ένα Χρο­νι­κό ………………………………………………….. 232
Δημήτρης Μπαλτάς, Ernest Cassirer, Η φιλοσοφία του Διαφωτισμού …………………… 235
Δημήτρης Μπαλτάς, Jürgen Moltmann, Ο ερχόμενος Θεός. Χριστιανική εσχατολογία 237
Το νέο Ερμή τον Λόγιο τ. 10 μπορέιτε να τον βρείτε στα εξής βιβλιοπωλεία:
  Αθήνα: Εναλλακτικό Βιβλιοπωλείο, Θεμιστοκλέους 37, Αθήνα, τηλ.: 210 38.02.644
 Αθ. Χριστάκης, Ιπποκράτους 10, τηλ.: 210 36.07.876
 Βιβλιοπωλείο Πολιτεία, Ασκληπιού 1, 210-3600235
Αχ. Σίμος, Μαυροκορδάτου 9, 2103830491
Ελ. Τζανακάκης, Χαρ. Τρικούπη 11Α, 2103811201
Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Ζαλόγγου 9, 2103800520
 Ελένη Τζεβελέκου, Ζαλόγγου 6, 10678, τηλ.: 210 3844588
Βιβλιοπωλείο Ναυτίλος, Χαρ. Τρικούπη 28
  Βιβλιοπωλείο Ιανός, Σταδίου 24
 Βιβλιοπωλείο Πρωτοπορία, Γραβιάς 3-5
 Βιβλιοπωλείο «Χωρίς Όνομα», Φανερωμένης 8, Χολαργός
Βιβλιοπωλείο Ευριπίδης, Αν. Παπανδρέου 11, Χαλάνδρι
Θεσσαλονίκη:
 Πολυχώρος Άρδην Θεσ/κης, Βαλαωρίτου 1 & Δωδεκανήσου, τηλ.: 2310 543751
 Κέντρο Βιβλίου, Λασσάνη 3, τηλ.: 2310 237463
  Βιβλιοπωλείο Ιανός, Αριστοτέλους 7
 Πάτρα:
Στέκι Κοινοτικόν, Ηφαίστου 50
 Βιβλιοπωλείο Πρωτοπορία, Γεροκωστοπούλου 31
 Βόλος:
 Βιβλιοπωλείο «Χάρτα», Σκενδεράνη 16Β
 Το περιοδικό αποστέλλεται και με αντικαταβολή, για συνδρομές επικοινωνήστε στο 210 3826319 (Ν. Δημητριάδης)

Εξαιρετική συνέντευξη του Παντελή Βουτουρή στην "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ",με αναφορές στην ιδεοληψία της νεοκυπριακής ταυτότητας και τους υποστηρικτές του σχεδίου Ανάν


«Μπερδεμένη» η ταυτότητα της Κύπρου


  • «Η Ελλάδα δεν θέλει να δεχθεί ότι το Κυπριακό είναι ένα πρόβλημα του Ελληνισμού και όχι αποκλειστικά και μόνο των Κυπρίων», δηλώνει ο Π. Βουτουρής.
«Η Ελλάδα δεν θέλει να δεχθεί ότι το Κυπριακό είναι ένα πρόβλημα του Ελληνισμού και όχι αποκλειστικά και μόνο των Κυπρίων», δηλώνει ο Π. Βουτουρής.
Περιδιαβάζουμε με τον Παντελή Βουτουρή τα σοκάκια της παλιάς Λευκωσίας. Ο πρόεδρος του τμήματος Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου με ξεναγεί στα όρια της Πράσινης Γραμμής, την οποία επισκέπτομαι για πρώτη φορά.

Βλέπω τη θηριώδη βλάστηση να κρύβει τους τοίχους των σπιτιών που τρυπήθηκαν από την ανταλλαγή πυρών το ’74, αφουγκράζομαι αυτήν την περίεργη σιγή της άλλης πλευράς, που απέχει μια ανάσα. Μπαίνουμε μαζί σε εκκλησιές, με τις φροντισμένες, γαλήνιες αυλές. Ανοίγουμε τα πνευμόνια μας στις εκμαυλιστικές μυρωδιές από τα γιασεμιά που στολίζουν τις εικόνες στα τέμπλα. Και μιλάμε για την Κύπρο, την ιστορία της και τις σημερινές της προκλήσεις, τα τραύματα και τις προοπτικές της. Τα λόγια του, σταράτα, αιχμηρά, από καρδιάς.

Γεννημένος το 1956, έζησε τα τραγικά γεγονότα της εισβολής στο τέλος της εφηβείας του. Ηταν μια εμπειρία που χαράχτηκε ανεξίτηλα στη μνήμη του και μέχρι σήμερα δεν έχει περάσει τα τουρκοκυπριακά σύνορα, για να επισκεφθεί την άλλη πλευρά του νησιού απ’ όπου έλκει την καταγωγή του. Σπούδασε στη Θεσσαλονίκη και δίδαξε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Κρήτης. Καταπιάστηκε με τη νεοελληνική λογοτεχνία, γλώσσα, κριτική, και ιστορία των ιδεών από την ύστερη βυζαντινή περίοδο μέχρι σήμερα. Εστίασε το ενδιαφέρον του στον Κωστή Παλαμά, στον Ανδρέα Εμπειρίκο, στην πνευματική ανάπτυξη του ελληνισμού κατά τον 19ο αιώνα.

Η οπτική του στο θέμα της Κύπρου ξεπερνά τα στενά όρια των γραμμάτων και εκτείνεται ώς το ευαίσθητο θέμα της εθνικής ταυτότητας, της πνευματικής σχέσης με τη μητέρα Ελλάδα. Και μαζί, βαδίζουμε νοερά όλη την πορεία από την Αγγλοκρατία ώς την Ανεξαρτησία, το Σχέδιο Ανάν, την οικονομική κρίση και τα σχέδια επίλυσης του Κυπριακού που είναι σήμερα στα σκαριά. Με ενδιάμεσες στάσεις μπροστά σε ιστορικά κτίρια, σε φυλάκια, σε τραύματα παλιά που φαίνεται ότι δεν έχουν ακόμα επουλωθεί.

Ναρκωτικό η ευπορία

– Πώς είναι η ζωή ενάμιση χρόνο μετά τον αιφνιδιασμό του 2013, που άλλαξε τα οικονομικά δεδομένα της Κύπρου; Πού βρισκόμαστε σήμερα;

– Η οικονομική κρίση άφησε βαθιά τα σημάδια της. Ανθρωποι έχασαν την εργασία τους, δρόμοι ερήμωσαν, ο ρυθμός της ζωής μεταβλήθηκε. Η οικονομική κρίση όμως κάποια στιγμή θα ξεπεραστεί. Με τα υπόλοιπα τι γίνεται; Γιατί, ασφαλώς, η κρίση δεν είναι μόνο οικονομική. Η ζωή, οι συνειδήσεις και οι συμπεριφορές δεν ρυθμίζονται πάντα από τους οικονομικούς δείκτες. Ο Ελύτης στα «Ανοιχτά Χαρτιά» λέει ότι δεν είναι η στέρηση της ευμάρειας που κάνει τη δυστυχία μας ανυπόφορη. Αναφερόταν στη ζωή στη γερμανοκρατούμενη Αθήνα του 1943. Στη σημερινή Κύπρο, η στέρηση ίσως μας βοηθήσει να εκτιμήσουμε την αξία όσων είχαμε χάσει στα χρόνια της ευμάρειας. Να συνειδητοποιήσουμε την πνευματική μας υπανάπτυξη, την κρίση της παιδείας μας, την απαξίωση του πολιτισμού μας, την αλαζονεία μας. Η άμεση προτεραιότητα που δόθηκε στην οικονομική και τουριστική ανάπτυξη από το 1974 και εξής, η προαγωγή του πλούτου σε απόλυτη αξία, μπορεί να λειτούργησε κατευναστικά και θεραπευτικά, σαν μπάλωμα της αιμάσσουσας πληγής, συγχρόνως όμως ευνόησε την καθολική, ηθική, ιδεολογική, και πολιτιστική μας αλλοτρίωση. Η ευπορία επέδρασε σαν ναρκωτικό, και μας οδήγησε σε έναν καταναλωτικό εθισμό, ευτέλισε τις αξίες μας και εξαγόρασε τα ιδανικά μας. Οταν όμως μια κοινωνία αφήνεται να εξαρτηθεί σε τέτοιο βαθμό από τον πλούτο, εύκολα δελεάζεται και ακόμη πιο εύκολα χειραγωγείται. Παράδειγμα σήμερα, με το εκκολαπτόμενο σχέδιο επίλυσης του Κυπριακού, υπάρχει μια απροκάλυπτη σύνδεση της οικονομίας μας και του πολιτικού μας προβλήματος, λες και επειδή χάσαμε την ευμάρειά μας, μπορούν να μας εξαγοράσουν. Δεν αναφέρομαι σε σκοτεινά σχέδια συνωμοσίας, αλλά στο πλέγμα των συνθηκών που διαμορφώνουν το τοπίο στις ημέρες μας.

Ιδεολογήματα

– Ποια είναι η ταυτότητα της Κύπρου σήμερα; Ποια ήταν τα καθοριστικά στοιχεία της διαμόρφωσής της;

– Μπερδεμένη. Ως δάσκαλος απελπίζομαι όταν οι φοιτητές μου με ρωτάνε «τι είμαστε;». Για να κατανοήσουμε τη σημερινή κρίση ταυτότητας πρέπει να γυρίσουμε πίσω πολλές δεκαετίες, στην περίοδο της Αγγλοκρατίας. Οι Αγγλοι, στα χρόνια του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, προκειμένου να αντιμετωπίσουν το ενωτικό κίνημα, έστησαν μια μηχανή η οποία, όπως έγραφε ο Σεφέρης, έκανε τους ανθρώπους μπαστάρδους, «σπαρτούς», Κυπρίους, όχι Ελληνες. Ετσι επινοήθηκαν τα σοβινιστικά νεοκυπριακά ιδεολογήματα περί ύπαρξης κυπριακού έθνους και κυπριακής ταυτότητας. Ανιστόρητα ιδεολογήματα που ευδοκιμούν σήμερα σε όλους σχεδόν τους πολιτικούς χώρους και παρατάξεις, αριστερά και δεξιά. Αυτή η κρίση ταυτότητας δεν είναι άσχετη με τη σημερινή αβουλία και παθητικότητά μας. Γιατί τι άλλο χαρακτηρίζει τη συμπεριφορά μας εκτός από απωθήσεις και μεταθέσεις; Αποστρέφουμε το βλέμμα από τον Πενταδάκτυλο, περνάμε από την Πράσινη Γραμμή και κάνουμε ότι δεν ξέρουμε τι συμβαίνει δέκα βήματα μπροστά μας. Πριν από λίγο καιρό γινόταν μια αντιφασιστική διαδήλωση στη Λευκωσία. Οι διαδηλωτές διέσχισαν τη Λήδρας και βάδιζαν πλάι στην Πράσινη Γραμμή. Ε, λοιπόν, κανένας από αυτούς δεν συνέδεσε τον φασισμό με την κατοχή. Ούτε ένα αντικατοχικό σύνθημα δεν ακούστηκε. Και κάπως έτσι φτάσαμε από το σύνθημα «Απελευθέρωση» στο ακατανόητο σύνθημα της διζωνικής «Επανένωσης». Ακατανόητο, αφενός γιατί οι δύο ζώνες οριστικοποιούν τη διχοτόμηση, δεν επανενώνουν, και αφετέρου γιατί ο διαχωρισμός των πολιτών με φυλετικά και εθνοτικά κριτήρια είναι αντιδραστικός, ρατσιστικός, και ασύμβατος με τις ευρωπαϊκές αξίες. Είμαστε –νομίζω– σε μια κατάσταση πολιτικής και πολιτιστικής σύγχυσης, ιδιαιτέρως επικίνδυνη.

Η Ελλάδα μάς έχει γυρίσει την πλάτη
– Η ιδεολογική αυτή κρίση πώς επηρέασε τον πολιτισμό στην Κύπρο;

Η Κύπρος δεν μπορεί να σταθεί πολιτισμικά χωρίς την Ελλάδα. Αλλωστε μετέχουμε σε έναν κοινό πολιτισμό, έχουμε την ίδια γλώσσα και την ίδια ιστορία. Οπως είπα και πριν, έγιναν πολλές προσπάθειες από τους Βρετανούς να απομονωθεί η Κύπρος από την Ελλάδα, μέσα από μια επινοημένη διακριτή ταυτότητα. Ηδη από το 1950, προέβαλαν τη θεωρία ότι η κυπριακή διάλεκτος δεν είναι ελληνική. Οτι τάχα είναι γλώσσα απότοκος της κοινής ελληνιστικής που διαμορφώθηκε μετά τον 3ο αιώνα μ.Χ. Σήμερα, πάλι, υπάρχει ένα μικρό κίνημα γλωσσολόγων που ισχυρίζονται ότι η κυπριακή είναι γλώσσα και όχι διάλεκτος. Η λογοτεχνία μας παρουσιάστηκε ως κυπριακή και όχι ως ελληνική, από την αποικιοκρατία, και το ίδιο συνεχίζεται σήμερα. Από το 1974 υπήρχε μια εκνευριστική αδιαφορία για πολλά σημαντικά ζητήματα τέτοιας φύσης, τάση που ενισχύθηκε και από τον τρόπο που τα αντιμετώπιζαν και οι Ελλαδίτες. Το 2004, όταν μας εκβίαζαν με το σχέδιο Ανάν, περισσότεροι από 200 «πνευματικοί άνθρωποι» στην Ελλάδα υπέγραψαν ένα κείμενο υποστήριξης του σχεδίου, χωρίς προηγουμένως να το έχουν διαβάσει. Και το λέω με βεβαιότητα διότι όταν δημοσιοποίησαν το κείμενό τους, οι χίλιες σελίδες του σχεδίου δεν είχαν ακόμη μεταφραστεί στα ελληνικά. Η Ελλάδα δεν θέλει να δεχθεί ότι το Κυπριακό είναι ένα πρόβλημα του Ελληνισμού και όχι αποκλειστικά και μόνο των Κυπρίων. Την ίδια στάση αποπνέουν και τα σχολικά βιβλία στην Ελλάδα. Αγνοούν προκλητικά την Κύπρο. Το 2014 εορτάζουμε στην Κύπρο το έτος του μείζονος ποιητή Κώστα Μόντη. Ποιος τον γνωρίζει στην Ελλάδα; Ολα αυτά είναι δείγματα μιας συνολικότερης στάσης. Τεκμαίρεται από αυτά ότι η Ελλάδα έχει γυρίσει την πλάτη στην Κύπρο πολιτιστικά, πολιτικά και συναισθηματικά.– Στην Κύπρο τι φτάνει από την Ελλάδα σε επίπεδο πολιτισμού;

– Τηλεοπτικά υποπροϊόντα ανάξια λόγου. Η Κύπρος οδηγείται σε άτυπο πολιτιστικό απομονωτισμό. Οι πνευματικοί άνθρωποι στην Ελλάδα αποστρέφουν το βλέμμα τους από την Κύπρο και, από την άλλη, πολλοί Κύπριοι βολεύονται στη μοναξιά τους. Ομως η Ελλάδα στενεύει τρομερά χωρίς την Κύπρο, χάνει τα στρατηγικά ερείσματά της στην Ανατολική Μεσόγειο και αποκλείει περισσότερους από μισό εκατομμύριο ανθρώπους που μιλούν την ίδια γλώσσα και έχουν τον ίδιο τρόπο σκέψης. Για την κατάσταση αυτή νομίζω ότι έχει μεγάλη ευθύνη η ελληνική Αριστερά και οι πολιτικοί που έβλεπαν το νησί σαν αναμμένο κάρβουνο στα χέρια τους. Που θα ήθελαν να το πετάξουν μακριά, χωρίς να έχει σημασία πού. Απαντήστε μου ειλικρινά, ποιο πολιτικό κόμμα στην Ελλάδα έχει επεξεργασμένες θέσεις για το Κυπριακό και πόσο αυτές ανατροφοδοτούνται από τη σύγχρονη πραγματικότητα; Για να επιστρέψουμε όμως στο θέμα του πολιτισμού, ο Ελληνισμός έχει μπει σε περίοδο πολιτιστικής συστροφής εν γένει. Δυστυχώς. Δεν έχουμε συγκροτημένη στάση για το πώς θα αναπτύξουμε μια πολιτιστική δράση εκτός συνόρων, στα Βαλκάνια ή αλλού, παρότι πρέπει να σας πως ως ελληνιστής ότι υπάρχει ενδιαφέρον από τους ξένους για τη λογοτεχνία μας, τη γλώσσα μας και τον πολιτισμό μας. Ας γνωρίζουμε όμως και μια πικρή αλήθεια. Ας μην περιμένουμε από τους ξένους να στραφούν σε μας, αν εμείς δεν περάσουμε πρώτα από το στάδιο της οδύνης που προηγείται κάθε δημιουργίας.

Σάββατο, 12 Ιουλίου 2014

Ιωάννης Κ. Τσέγκος, Ο Ανταρτόπαπας-Διηγήματα, Οι Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 2014, σελ.126.


ΡΗΞΗ Φ.106

Τα διηγήματα του  Γ.Τσέγκου, που τα περισσότερα έχουν δημοσιευθεί στο εκλεκτό περιοδικό «Νέα Ευθύνη», γραμμένα σε πρώτο πρόσωπο, έχουν  έναν έντονο αυτοβιογραφικό χαρακτήρα αλλά και την ικανότητα να  μας κάνουν οικείες τις καταστάσεις και τα γεγονότα που ο ίδιος έζησε. Η  μέθεξη συνεπώς και όχι η απλή εξοικείωση  με γεγονότα που έχουν συμβεί σε άλλο πρόσωπο και σε άλλο χρόνο  είναι ένα μεγάλο προσόν που διαθέτει ο λόγος του συγγραφέα. 
Άλλο στοιχείο που χαρακτηρίζει τον αξιακό  κώδικα που απηχούν τα διηγήματα, είναι η συγκατάβαση , η επιείκεια, η αγάπη προς τους συγκεκριμένους ανθρώπους που ζουν μέσα σε καταστάσεις τις οποίες σε πολλές περιπτώσεις είναι αδύνατο να ελέγξουν ή να αντιμετωπίσουν. Φυσικά αν δεν υπήρχε μια πολύ καλή δραστική γραφή αλλά και η άρτια γνώση της γλώσσας μας τίποτε από αυτά δεν θα μπορούσε να συμβεί. Οι άνθρωποι  μπορεί να κινούνται από κάποιες ιδεολογίες ή αξίες, να έρχονται σε σύγκρουση ή να συμφιλιώνονται, αλλά δεν παύουν  να έχουν κάποια κοινά στοιχεία που προκαλούν το ενδιαφέρον και την συμπάθεια μας. Μέσα σε μια τέτοια οπτική είναι εντελώς ξένη κάθε μανιχαϊστική λογική, που χωρίζει τους ανθρώπους με αυστηρό και κάθετο τρόπο ανάμεσα σε αυτούς που ανήκουν στο απόλυτο κακό και στους άλλους που ανήκουν στο απόλυτο καλό, δηλαδή ανάμεσα στο «φως» και στο «σκοτάδι».
Το ομώνυμο διήγημα «ο Ανταρτόπαπας», που χαρίζει και τον τίτλο στο βιβλίο, αναφέρεται σε μια θρυλική μορφή της Εθνικής Αντίστασης, τον παπά του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ Δημήτριο Χολέβα. Στην συζήτηση  που σκηνοθετείται μαζί του, περιγράφεται η διάσταση ανάμεσα  στην κομματική καθοδήγηση και τους αντάρτες για την έναρξη του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, αλλά και η ηθικολογική διαστρέβλωση της εκκλησιαστικής ζωής. Οι διάλογοι από άποψης ύφους  διακρίνονται από τον ρεαλισμό τους, ενώ με ιστορική ακρίβεια και πιστότητα ξαναφτιάχνονται τα επεισόδια μια τραγικής εποχής. Όπως λέει ο Ανταρτόπαπας: «όταν εμείς βγήκαμε στο βουνό, μπαίναμε στα χωριά με τη γαλανόλευκη∙ πηγαίναμε πρώτα στην εκκλησία, ο Άρης πάντα φίλαγε το χέρι του παπά και τους μίλαγε για νέο ’21… για τον Καραϊσκο, τον Κολοκοτρώνη, τον Παπαφλέσσα∙ είχαν βγει πρωτύτερα και κάποιοι άλλοι, αλλά το κόμμα τους κόλλησε τη ρετσινιά «λησταντάρτες∙ αυτοί βλέπεις δεν είχαν «ταξική συνείδηση»∙ ήρθαν όμως κι αυτοί μαζί μας…Ήταν σηκωμός, δεν ήταν «γύρος». Έτσι είχαμε και δεύτερο «γύρο» στα Δεκεμβριανά, αλλά βέβαια και τον τρίτο με τον εμφύλιο»(σελ 71). Ο ανταρτόπαπας θα περιγράψει με τα μελανότερα χρώματα τον εμφύλιο που ακολούθησε και στον οποίο δεν συμμετείχε.
Ξεχωριστό είναι το διήγημα η «Γιωργή», που και αυτό περιγράφει τις δραματικές συνέπειες που είχε ο εμφύλιος στην καθημερινή ζωή των απλών ανθρώπων. Πρόκειται για μάνα δύο παιδιών, η οποία έπασχε από φυματίωση  και η οποία ζούσε μόνη, αφού ο άντρας της ήταν αντάρτης που δεν είχε παραδώσει τα όπλα, ενώ τα δύο της παιδιά, τα είχαν δώσει σε άλλους να τα μεγαλώσουν που είχαν μεγαλύτερη οικονομική ευχέρεια. Οι εικόνες που φτιάχνει, χρησιμοποιώντας ένα λιτό λεξιλόγιο είναι από τις πιο δυνατές: «Η Μητέρα ευχαρίστησε γύρισε σε ‘μένα λέγοντας: «εσύ κάτσε εδώ ώσπου να γυρίσω» και βγήκε στο δρόμο κατευθυνόμενη προς το σπίτι της Γιωργής, η οποία ήταν ήδη έξω και καθόταν σ’ ένα χαμηλό σκαμνί. Εγώ παρατηρούσα τη Μητέρα και την Γιωργή∙ η απόσταση δεν ήταν μεγάλη κι έτσι δεν ήταν δύσκολο να διακρίνω  το  πόσο είχε αδυνατίσει η καϋμένη και να καταλάβω καλύτερα την έννοια του «φορτώνει»!... Ήταν ντυμένη και στα μαύρα, απ’ όταν της είπαν ότι χάθηκε ο Μήτσος, που  βρέθηκε ξεπαγιασμένος στο  βουνό όταν τραυματίστηκε σε μια μάχη»(σελ.54,55).
Βεβαίως  ο Γ.Τσέγκος δεν περιγράφει μόνο την τραγική  πλευρά της ζωής, αλλά και την περισσότερο διασκεδαστική, αφού και ο ίδιος διαθέτει πηγαίο χιούμορ. Είναι εντυπωσιακό ότι και στις πιο σκοτεινές, στις πιο οδυνηρές  στιγμές των ανθρώπων, δεν απουσιάζει ούτε η χαρά, ούτε το γέλιο. Τέτοιες     είναι στο διήγημα με τον τίτλο η «Πληροφορία», όπου  σε μια φυλακή είναι κλεισμένα ένα ανώτερο, ένα κατώτερο κομματικό στέλεχος και ένας ποινικός κρατούμενος. Είναι εντυπωσιακό, με πόση εξουσιομανία είναι διαποτισμένο ένα κομματικό στέλεχος, ακόμη  και όταν είναι έγκλειστο και διωκόμενο. Εδώ θίγεται όμως ένα ευρύτερο θέμα: τι σχέσεις εξουσίας  εγκατέστησε το κομμουνιστικό κόμμα, όταν διωκόταν, με τι τρόπο  θεμελίωσε   μια αυστηρή πειθαρχία, που δεν συγχωρούσε καμία παρέκκλιση και  τιμωρούσε κάθε αιρετικό.
Ανάμεσα στα άλλα διηγήματα ξεχωρίζω  αυτό που αναφέρεται στο Ρένο Αποστολίδη. Πρόκειται για μια πνευματική φυσιογνωμία προκλητική, απρόβλεπτη, αυθεντική. Όμως συγχρόνως  ήταν πολύ καλός φιλόλογος και πολύγραφος συγγραφέας. Βεβαίως λόγω της ιδιοσυγκρασίας δεν μπορούσε  να είναι παρά «στιρνερικός». Τα διάφορα γνωστά επεισόδια στα οποία πρωταγωνίστησε, ο αυθεντικά περιπαικτικός, προκλητικός μέχρι  υβριστικός λόγος του, τον έριξαν για πολλά χρόνια στην αφάνεια, αφού η μεθοδευμένη αποσιώπηση  στην χώρα  μας είναι μια συνήθης κατάσταση, ανεξάρτητα αν επικρατεί δημοκρατικό ή αυταρχικό καθεστώς. Στο σπίτι του σύχναζαν  διάφοροι στοχαστές όπως ο Μ.Αναγνωστάκης. Στο Ρένο οφείλουμε  ένα από τα καλύτερα μυθιστορήματα  για τον ελληνικό εμφύλιο, την «Πυραμίδα 67» . Την σκηνή, από αυτό, όπου οι δύο πλευρές σταματούν τον πόλεμο και τραγουδούν «Κάποια μάνα αναστενάζει» χρησιμοποίησε ο Π.Βούλγαρης στην ταινία του «Ψυχή βαθιά». Εδώ ο Τσέγκος περιγράφει έναν Ρένο χαρούμενο, σχεδόν έφηβο: «Στη γιορτή μου όλη την μουσική, με σι-ντί, την φρόντιζε η νεολαία, εν συνεργασία με τον  ‘Ρένο που δεν έβλεπε την ώρα για τα προσφιλή του νταβαντούρικα, κυρίως αμερικάνικα ροκεντρολικά, ως αναμνησιακό φόρο τιμής στα νιάτα του  και όχι από κάποια αμερικανοφιλία, γι’ αυτό άλλωστε τα «χόρευε» εκείνος, αφού δεν ακολουθούσε τον όποιον ρυθμό έχουν συνήθως αυτά τα πατιρτνί! Για τα μπλουτζίν έλεγε ότι ήταν κατάλληλα για αμερικάνους χοντρόκωλους γελαδάρηδες! Μετά απ’ αυτά ακολουθούσε συνήθως η ιαχή για τη μεγάλη , την  πολυαναμενόμενη ατραξιόν: «Ρένο την τούμπα!». Ο Ρένος δεν ήθελε παρακάλια∙ το νούμερο της τούμπας το  γλεντούσε ο ίδιος και θα την έκανε και χωρίς επικλήσεις του κοινού… »(σελ. 103) .
Τέλος, το έργο, από τα πιο ενδιαφέροντα που διάβασα τα τελευταία χρόνια, είναι γραμμένο  σε πολυτονικό και συμπληρώνεται από τα πολύ πετυχημένα σκίτσα του Δημήτρη Μοράρου.

Τετάρτη, 9 Ιουλίου 2014

Χρήστος Γιανναράς: Η απαιδευσία των πολιτικών κυοφορεί τερατογενέσεις


                                                                             
Ο όρος «λαϊκή δεξιά» μοιάζει λεκτικό πυροτέχνημα, κενό από κάθε πολιτικό ρεαλισμό – όπως και το κενολόγημα «κεντροαριστερά». Οταν η εκδοχή της πολιτικής είναι μόνο διαχειριστική και ολική η έκλειψη κοινωνικών στόχων άλλων πέρα από την αύξηση της καταναλωτικής ευχέρειας, τότε η πολιτική γίνεται παιχνίδι παραγωγής ψευδαισθήσεων. Το παιχνίδι οργανώνεται με τους κανόνες εντυπωσιασμού του καταναλωτή, κανόνες του μάρκετινγκ – η «λαϊκή δεξιά» ή η «κεντροαριστερά» είναι τα λεκτικά ισοδύναμα στην πολιτική με το «λευκότερο του λευκού» στα απορρυπαντικά ή με το «διπλό φλουοράιντ» στις οδοντόκρεμες.

Το 1974 ο Κων. Καραμανλής ίδρυσε ένα καινούργιο κόμμα: σαφώς σχήμα - όχημα για να ασκήσει την προσωπική του δεξιότητα στη διαχειριστική πολιτική. Προδικτατορικά ονόμαζε το κόμμα του «Εθνική Ριζοσπαστική Ενωση», μεταδικτατορικά το ονόμασε «Νέα Δημοκρατία». Και οι δύο ονομασίες ήταν απολύτως εμπορικές (διαφημιστικές), δεν απηχούσαν κοινωνικούς στόχους ούτε πολιτικές προτεραιότητες. Πολιτική φιλοσοφία του Κων. Καραμανλή ήταν, σαφέστατα, ο Ιστορικός Υλισμός, με άψογο (χρησιμοθηρικό) σέβας για το εθνικοθρησκευτικό «εποικοδόμημα».

Ο Ανδρέας Παπανδρέου, ίσως πανουργότερος, διέβλεψε τις συνέπειες του κενού που είχε αφήσει στις συνειδήσεις η γελοιοποίηση του εθνικοθρησκευτικού «εποικοδομήματος» από τη χούντα. Δεν δίστασε να αγνοήσει τον διεθνιστικό χαρακτήρα των «σοσιαλιστικών» (υποτίθεται) αρχών του και να συνθηματολογήσει με μια ρητορική πατριωτικού ελληλοκεντρισμού, ολοφάνερα ιδεοληπτικού αλλά αρεστού στη μάζα. Αποδείχθηκε όμως και αυτός ο «πατριωτισμός» παροδικό διαφημιστικό τέχνασμα, που ταχύτατα θάφτηκε, μαζί με τον «σοσιαλισμό», στη θυελλώδη και αδίστακτη υστερία απόλυτης προτεραιότητας του καταναλωτισμού. Υστερία που ισοπέδωσε το πολιτικό τοπίο εξαφανίζοντας και τα τελευταία ίχνη διαφοροποιήσεων λογικής του «δημοσίου συμφέροντος» ή στοχεύσεων «ποιότητας» του κοινού βίου.

Για λόγους που δύσκολα ανιχνεύονται, η εμφανιζόμενη ως «αριστερά» στην Ελλάδα, μετά τη μεταπολίτευση, προσπάθησε με κάθε τρόπο και πολύ πάθος να χαρίσει στη χούντα των μικρονοϊκών δικτατόρων του 1967 - 1974 (και μετά την έκλειψη του πανάθλιου συμπτώματος) την εσαεί αποκλειστικότητα εκπροσώπησης και διαχείρισης (μονοπώλιο) όχι μόνο του εθνικιστικού πρωτογονισμού και της ψυχολογικής πατριδοκαπηλίας, αλλά κάθε εκδοχής του πατριωτισμού: Η χρήση και μόνο της λέξης «πατρίδα». Η αναφορά σε ελληνική ιδιαιτερότητα (αναγκών, ιστορικών εθισμών, ιεράρχησης προτεραιοτήτων, νοοτροπίας και πολιτισμού). Η παραδοχή οργανικής, εξελικτικής συνέχειας της ελληνικής γλώσσας από την αρχαιότητα ώς σήμερα, συνέχειας της ιστορικής συνείδησης των Ελλήνων. Ο ουσιαστικός, δημιουργικός εξελληνισμός της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η αποκαλυπτική ελληνικότητα της Τέχνης, των θεσμών της παιδείας της – τέτοια και πλήθος ανάλογα θέματα χαρακτηρίστηκαν από την «αριστερά» ότι προδίδουν σαφή προσχώρηση στη χουντική «εθνικοφροσύνη», εκφράζουν «τον αμυντικό εθνικισμό του ελληνικού εθνολαϊκισμού», δεν απέχουν πολύ από τον φασισμό, συντηρούν το φάσμα μιας αενάως επαπειλούμενης χούντας.

Εντεχνα και μεθοδικά θάφτηκε, αποσιωπήθηκε, αγνοήθηκε κάθε έκφραση πατριωτισμού – ελληνοκεντρισμού που βρισκόταν στους αντίποδες (αναιρούσε την ψευτιά) της εθνικιστικής καπηλείας ή υστερίας. Καμιά ποτέ παραμικρή νύξη από την «αριστερά» για τον ελληνοκεντρισμό λ.χ. του Μάνου Χατζιδάκι και τη συναρπαστική, ανεπανάληπτη πολιτική πραγμάτωση αυτού του ελληνοκεντρισμού στο «Τρίτο Πρόγραμμα». Απόλυτη αποσιώπηση του πατριωτικού μανιφέστου της μεταπολίτευσης, που είναι το κείμενο του Οδυσσέα Ελύτη «Τα δημόσια και τα ιδιωτικά»: η ελληνική ετερότητα ως δυνατότητα ενεργητικής μετοχής στο παγκοσμιοποιημένο σήμερα. Αγνόησε χυδαία και προκλητικά η «αριστερά» τον πολιτικό Σεφέρη, τις συγκλονιστικές του υποθήκες και νουθεσίες, αγνόησε την πολιτική σκέψη του συνεπέστατου στις εκσυγχρονιστικές του απαιτήσεις, ελληνοκεντρικού ευρωπαϊστή, Γιώργου Θεοτοκά.

Εσκεμμένα και δόλια επιδίωξε η «αριστερά» να αγνοηθεί και παρακαμφθεί η γνησιότητα του πατριωτισμού, να ταυτιστεί ο πατριωτισμός στις συνειδήσεις «με την πολιτική κουλτούρα και τις αξίες των λαϊκών στρωμάτων του συντηρητισμού... Αγροτικοί πληθυσμοί, ηλικιωμένοι και θρησκευόμενοι (δηλαδή: λούμπεν στοιχεία της ελλαδικής κοινωνίας), όλοι εχθρικοί απέναντι στη δυτική πολυπολιτισμική κουλτούρα (αλήθεια: πολυπολιτισμικός ο Γερμανός; πολυπολιτισμικός ο Γάλλος;) με ροπή στον αυταρχισμό, κάνουν δυναμικές εμφανίσεις σε συλλαλητήρια για το Μακεδονικό ή για την αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες». Αυτό θέλει η «αριστερά» να είναι ο πατριωτισμός στην Ελλάδα.

Για λόγους που ακόμα πιο δύσκολα ανιχνεύονται, αυτήν ακριβώς την αντίληψη για τον πατριωτισμό και την ελληνικότητα εγκολπώθηκε και η «Νέα Δημοκρατία» – παλεύει με κάθε τρόπο, χρόνια τώρα, να αποφύγει τη «ρετσινιά» του πατριωτικού κόμματος ή των κριτηρίων φιλοπατρίας (αξιοπρέπειας) στην άσκηση εξωτερικής πολιτικής. Η καταγραφή και μόνο των συμπτωμάτων αυτής της υστερικής φοβίας θα απαιτούσε πολυσέλιδο σύγγραμμα – θυμηθείτε την εκπαιδευτική πολιτική της κυρίας Γιαννάκου, τον πελιδνό και άφωνο Καραμανλή, τον βραχύ, τη νύχτα που η Τουρκία παζάρευε τον τίτλο του υποψήφιου μέλους της Ε.Ε., χωρίς να υπάρχει κανένας να της θέσει στοιχειώδεις όρους σεβασμού του Διεθνούς Δικαίου.

Η Ν.Δ. αρνήθηκε μετά βδελυγμίας να αποτελέσει κόμμα πατριωτικό, να υπηρετήσει την κοσμοπολίτικη ελληνικότητα του Σεφέρη, του Θεοτοκά, του Ελύτη, του Μάνου Χατζιδάκι. Το νοητικό επίπεδο και η στάθμη καλλιέργειας των στελεχών της καθήλωσαν το κόμμα σε ουραγό της «αριστεράς»: να ταυτίζει την ελληνικότητα με τον επαρχιώτικο εθνικισμό και τη βαλκανική μιζέρια, να αποκλείει κάθε ενεργό ρόλο ελληνικής ετερότητας στον εντόπιο και στον διεθνή πολιτικό στίβο.

Ετσι φτάσαμε «κάποιοι κλόουν της πολιτικής σκηνής» να διεκδικούν στο κοινοβούλιο και στην κοινωνία την εκπροσώπηση του πατριωτισμού και της ελληνικότητας, ακριβώς με τις προδιαγραφές που βολεύουν απολύτως τη δολιότητα της «αριστεράς» και την ευτέλεια της Ν.Δ. Τα ονόματα των κλόουν γνωστά, γραφικά, «της πλάκας». Μήπως και ο εθνικιστικός τραμπουκισμός της Χ.Α. είναι επίσης αποκύημα της ίδιας πολιτικής;

Πηγή:http://www.kathimerini.gr/775010/opinion/epikairothta/politikh/h-apaideysia-twn-politikwn-kyoforei-teratogeneseis