Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2013

PORTA AUREA:Μπάσταρδες με αμνησία


Τα λιμάνια μας πουλιούνται σε Τούρκους επιχειρηματίες,η Τουρκοκρατία εξιδανικεύεται από τον ΣΚΑΙ και τους λοιπούς, ενώ κάποιοι δήθεν επαναστάτες αναλαμβάνουν την υποστήριξή τους. Διότι πάντα στην ιστορία οι επιτήδειοι πηγαίνουν μαζί με τους αφελείς.Η ιστοσελίδα PORTA AUREA απαντά τεκμηριωμένα και στους μεν και στους δε
Μπάσταρδες με αμνησία

 Τον Νοέμβριο του 2012 κυκλοφόρησε (στη Θεσσαλονίκη) από τη συλλογικότητα «Μπάσταρδες με μνήμη» (ΜΜΜ) μια μελέτη με τίτλο «Μπάσταρδη μνήμη. 100 χρόνια Ελλάδας, πατριαρχίας, καπιταλισμού είναι αρκετά». Σκοπός της μελέτης είναι να αντιταχθεί στην κυρίαρχη ρητορεία περί «απελευθέρωσης της ελληνικής Θεσσαλονίκης». Το πόνημα αποτελείται από 336 σελίδες (με βιβλιογραφία 90 πηγών και βοηθημάτων) και σε αυτό αναπαράγεται αυτούσια η μονομέρεια που διέπει κάθε οπτική του πολιτικού αυτού χώρου, ιδιαίτερα όσον αφορά στην προσπάθεια να δειχτεί ποιος είναι «προαιώνιος εχθρός» (στην περίπτωσή μας: ο ελληνικός κρατικός εχθρός ενός αιώνα). Η Μπάσταρδη μνήμη (στο εξής Μ.Μ.) παρουσιάζει ενδιαφέρον όσον αφορά στην απαρίθμηση των απεργιών και των εργατικών αγώνων στην Θεσσαλονίκη μεταξύ 1908-1936. Εκτός αυτών, γίνεται αναφορά στις αρνητικές, κατά τις ΜΜΜ, για την Θεσσαλονίκη συνέπειες της κατάληψης της πόλης από τους Έλληνες το 1912. Θα άξιζε, λοιπόν, η παρουσίαση των αντιφάσεων και ανακριβειών της μελέτης αυτής. Ενώ ήδη από τον τίτλο του Μ.Μ. κανείς υποψιάζεται ότι η «πατριαρχία» εμφανίστηκε ή κυριάρχησε στην πόλη μετά το 1912, στη συνέχεια δεν διευκρινίζεται ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει, αλλά αντίθετα υποστηρίζεται ότι «η πολυπολιτισμική Θεσσαλονίκη έδινε δυνατότητες ευκαιριών στις γυναίκες» (σ. 180) σε αντίθεση με την ελληνική Θεσσαλονίκη. Στην περιγραφή των συνθηκών ζωής των γυναικών ανά εθνότητα/θρησκεία, γίνεται προσπάθεια να υποβαθμιστεί το ισλαμικό φαινόμενο του χαρεμιού ως προϊσλαμικό και ως σχετιζόμενο μόνο με τις τουρκικές ελίτ (σσ. 43-45). Ουδόλως κάνει τις ΜΜΜ η αναφορά τους ότι στα χαρέμια εγκλείονταν συνήθως κοπέλες των άλλων (υπόδουλων) εθνοτήτων (σ. 44) να σκεφτούν για την ανάγκη αποτίναξης της οθωμανικής κυριαρχίας εξαιτίας της οποίας εμφανίστηκαν τα χαρέμια στην Θεσσαλονίκη. Ουδόλως κάνει τις ΜΜΜ να αναρωτηθούν για τα περί ίσων ευκαιριών των γυναικών στην ισλαμοκρατούμενη (πολυπολιτισμική) Θεσσαλονίκη και την εμφάνιση της πατριαρχίας μετά το 1912, το δικό τους συμπέρασμα (σσ. 42-49) ότι συγκριτικά με τις μη Μουσουλμάνες οι Μουσουλμάνες γυναίκες υστερούσαν κατά πολύ στα θέματα της παιδείας, της εργασίας, της θρησκευτικής ελευθερίας και της ελευθερίας μετακίνησης· ίσα ίσα, οι διαφορές αυτές δεν είχαν σημασία (σ. 49: «οι χριστιανές δεν είχαν καλύτερη μοίρα»). Ούτε θεωρούν αντιφατική την άποψη ότι «ώς το 1922 στη Θεσσαλονίκη δεν υπάρχει ιδιαίτερη δραστηριότητα σε ό,τι αφορά το γυναικείο κίνημα» (σ. 224) και ότι στην πραγματικότητα το φεμινιστικό κίνημα εμφανίστηκε Θεσσαλονίκη μόνο μετά την Απελευθέρωση (σσ. 224-232), με την άποψή τους για μεγαλύτερες γυναικείες ελευθερίες και λιγότερη ή ανύπαρκτη «πατριαρχία» πριν από το 1912. Κι αυτό γιατί έτσι θα «έδιναν πάτημα στον εθνικισμό» των βαλκανικών κρατών του 1912. Σε μια καπνεργατική απεργία του 1914 η Φεντερασιόν έθεσε το αίτημα για χαμηλότερες αμοιβές των γυναικών (σ. 178) και οι εργοδότες αντέδρασαν κι έφεραν Μουσουλμάνες απεργοσπάστριες οι οποίες ξυλοφόρτωσαν τις Εβραίες εργάτριες (σ. 179): Το συμπέρασμα, σίγουρα, δεν μπορεί παρά να είναι ότι «σεξισμό» και «πατριαρχικό» πνεύμα επέδειξαν οι καπνέμποροι της Φεντερασιόν και οι Εβραίες εργάτριες· κι όχι η ελληνική κρατική παρουσία, που τάχα δια μαγείας εισήγαγε την μισθολογική διάκριση γυναικών-ανδρών. Καθώς και ότι στην πολυπολιτισμική πόλη οι Μουσουλμάνοι δεν είχαν δυσκολία να επιτίθενται στους Εβραίους συναδέλφους τους. Όμως, για το Μ.Μ., όλα αυτά δείχνουν ότι ο «εξελληνισμός» κατέστρεψε τις ίσες ευκαιρίες για τις γυναίκες. Ένα άλλο κεφάλαιο αφορά την δράση της ΕΜΕΟ (Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση), το Μ.Μ. παρουσιάζει ως αρχικό σκοπό της την «προστασία του βουλγαρικού στοιχείου στη Μακεδονία» (σ. 57). Δεν διευκρινίζεται από τι χρειαζόταν προστασία το μακεδονοβουλγαρικό στοιχείο. Αναφέρεται η αλλαγή του καταστατικού της ΕΜΕΟ προς μια πιο «αεθνική» και πολιτικά σεπαρατιστική κατεύθυνση στα 1897 (σ. 59 - στην πραγματικότητα, αυτό έγινε επισήμως στα 1902), αλλά όχι ότι παρά ταύτα, η «Μυστική Επαναστατική Οργάνωση της Μακεδονίας-Αδριανούπολης» παρέμεινε μια οργάνωση της οποίας τα μέλη και η ηγεσία ήταν Βούλγαροι. Υπερτονίζεται η διαφορά μεταξύ δεξιάς και αριστερής πτέρυγάς της, η οποία αφορούσε στον τελικό στόχο (ένωση ή όχι με την Βουλγαρία) και όχι στον προσωρινό στόχο της πολιτικής αυτονομίας, ο οποίος είχε υποστηριχθεί και από το βουλγαρικό κράτος και από τους Βερχοβιστές επανειλημμένα και χωρίς κανένα σοσιαλιστικό περιεχόμενο ή περίβλημα. Για το ιδρυτικό μέλος της ΕΜΕΟ, Χρ. Τατάρτσεφ, μια αυτόνομη Μακεδονία θα μπορούσε να ενσωματωθεί πιο εύκολα στη Βουλγαρία. Σύμφωνα με τα πρώτα κείμενα της Οργάνωσης στα 1897, συνταχθέντα από τους Πετρόφ και Ντέλτσεφ («Βουλγαρικά Επαναστατικά Κομιτάτα της Μακεδονίας και του βιλαετιού της Αδριανούπολης»), τα μέλη θα ήταν Βούλγαροι και θα αγωνίζονταν για την απελευθέρωση των Βουλγάρων στις περιοχές αυτές. Το Μ.Μ. αναφέρεται αποκλειστικά στις σποραδικές επιθέσεις κατά οθωμανικών στόχων στην Μακεδονία (σσ. 61-64), αλλά καμμία αναφορά δεν γίνεται για τις αναίτιες δολοφονίες κι επιθέσεις κατά Ελλήνων και Πατριαρχικών, ατόμων (δασκάλων, ιερέων, προκρίτων, εμπόρων, γηγενών και μη) αλλά και πληθυσμών χωριών, μεταξύ 1897-1903. Προφανώς, αποσιωπάται ότι η ΕΜΕΟ εξαρχής –κι όχι απλώς έπειτα από κάποια στιγμή– στόχο είχε όχι κάποια απλή προστασία των Βουλγαρομακεδόνων από τους Οθωμανούς ή και τους Έλληνες, οι οποίοι ακόμη δεν είχαν συστήσει ένοπλα σώματα, αλλά την βίαιη μεταστροφή των σλαβόφωνων Πατριαρχικών και Ελλήνων στην Εξαρχία διότι –κι αυτό αποσιωπάται– τέτοια μεταστροφή στην πλειονότητα των διεκδικούμενων περιοχών ήταν διαπιστωμένα αδύνατη με τα ειρηνικά μέσα της Εξαρχίας. Αν ο στόχος αυτός αναφερόταν, τότε η επιχειρηματολογία για αρχικά σοσιαλιστική ΕΜΕΟ (σ. 74: «είχε ένα σαφή χαρακτήρα αγροτικού ομοσπονδιακού σοσιαλισμού») στην οποία κατοπινά οι «δεξιοί» Βουλγαρομακεδόνες καταχθόνια διείσδυσαν και κυριάρχησαν (σσ. 61, 69, 73) θα έπεφτε στο κενό και φρόνιμα οι ΜΜΜ σιωπούν. Σοσιαλιστική ή μη, η ΕΜΕΟ στόχο εξαρχής είχε τους ελληνομακεδόνες. Άλλο ένα ζήτημα που αποσιωπάται είναι, όπως είπαμε, ο λόγος για τον οποίο χρειάζονταν προστασία οι Βουλγαρομακεδόνες. Πράγματι, στο 1ο κεφάλαιο (σσ. 27-41) δεν γίνεται καμμία αναφορά στην καταπίεση των χριστιανών της Μακεδονίας από τους Οθωμανούς τον 19ο αι., μετά τα 1830 (δυσβάστακτοι τακτικοί κι έκτακτοι φόροι, εξισλαμισμοί, αγγαρείες, δουλοπαροικία, βιαιοπραγίες του ισλαμικού όχλου κατά χριστιανικών συνοικιών, νομική ανισότητα και τοπική άρνηση εφαρμογής των εξισωτικών μεταρρυθμίσεων, επεμβάσεις στην εκπαίδευση των χριστιανικών εθνοτήτων κ.ά.)· προφανώς, η υπενθύμιση εθνοθρησκευτικής καταπίεσης στη Μακεδονία από τους Τούρκους συνεπάγεται ταύτιση σε επίπεδο συμπερασμάτων, για το αναγκαίο της εκδίωξης των Οθωμανών, των ΜΜΜ με τους Έλληνες, Βούλγαρους, Σέρβους κ.ά. «εθνικιστές», ασχέτως του αν η προτεινόμενη επίλυση ήταν διαφορετική για κάθε πλευρά. Κι επειδή το αυτονόητο της οθωμανικής καταπίεσης είναι για τις ΜΜΜ επικίνδυνο ιδεολογικά, προτιμούν να το κουκουλώσουν: Και μάλιστα να ισχυριστούν, με μπόλικη μαρξική σάλτσα ότι οι αλυτρωτισμοί «στα Βαλκάνια και να ιδωθούν ως μια πολύ πετυχημένη μέθοδος πρωταρχικής συσσώρευσης ώστε η μη ανταγωνιστική φεουδαρχικού τύπου οθωμανική βαλκανική χερσόνησος να μετασχηματιστεί σε μια σύνθεση από σύγχρονα καπιταλιστικά κράτη» (σσ. 105-106) - άσχετα αν οι Μαρξ-Ένγκελς είχαν αναφερθεί στην τουρκική καταπίεση και στην εξαιτίας της οπισθοδρόμηση της χερσονήσου του Αίμου. Εννοείται ότι οι Νεότουρκοι περιγράφονται ως απλώς «φιλελεύθερη-αστική δύναμη» (σ. 248), ίσως για να ωραιοποιηθεί στα μάτια των «αντιεθνικιστών» αναγνωστών η κατοπινή συνεργασία της αριστερής φράξιας της ΕΜΕΟ με αυτούς και η φιλική στάση της Φεντερασιόν (σσ. 71, 270). Καμμία αναφορά δεν γίνεται στο ότι μέσω νομοσχεδίων της οθωμανικής βουλής οι Νεότουρκοι έλαβαν μέτρα κατά των χριστιανικών εθνοτήτων, περιορίζοντας ακόμη και τον αριθμό των βουλευτών που αυτές εξέλεγαν, ενώ προχώρησαν σε αλλεπάλληλες δολοφονίες σημαινόντων μελών της ελληνικής κοινότητας. Όσον αφορά στον Μακεδονικό Αγώνα, στο Μ.Μ. διαβάζει κανείς την ανεκδιήγητη θέση ότι «Το ερώτημα αν χτύπησαν πρώτοι οι Βούλγαροι ή οι Έλληνες είναι άτοπο. Άσχετα με τον αν οι Βούλγαροι συγκροτούσαν ένοπλες ομάδες ενάντια στους Έλληνες και αντίστοιχα οι Έλληνες τους «Μακεδονομάχους» ενάντια στους Βούλγαρους, αργά ή γρήγορα τα δύο κράτη θα έμπαιναν σε διαδικασία εθνοκάθαρσης του μακεδονικού χώρου» (σσ. 82-83). Η θέση αυτή (που ούτε σε παιδάκια του δημοτικού δεχόμενα αναίτιες επιθέσεις από βίαιους συμμαθητές τους δε θα φαινόταν λογική ή ηθική), συνιστά εμμέσως -ηθελημένα ή μη, αδιάφορο- απόλυτη κάλυψη στην μονομερή τρομοκρατία της ΕΜΕΟ κατά των ελληνικών και πατριαρχικών πληθυσμών ώς το 1903. Οι ΜΜΜ με τον τρόπο που δείχνουν την «ισότητα των εθνικισμών και των εθνικιστικών εγκλημάτων» φαίνεται, είτε το θέλουν είτε όχι, ότι προτιμούσαν στα 1903 σφαγμένους ή προσφυγοποιημένους Ελληνομακεδόνες αντί για Ελληνομακεδόνες που απάντησαν με το ίδιο νόμισμα στην αναίτια βουλγαρική βία την οποία υφίσταντο πολύ πριν από το 1904: και τότε –κατ’ ευχή– δεν θα συνέβαινε καμμία επιπλέον εθνοκάθαρση του μακεδονικού χώρου, ούτε «αργά» ούτε «γρήγορα». Αλλά με τι συνέπεια λόγων μιλάνε για «εθνοκάθαρση» τη στιγμή που αποσιωπούν αιώνες μεθοδικής οθωμανικής εθνοκάθαρσης (με σφαγές, παιδομάζωμα, εποικισμούς και εξισλαμισμούς); Με ποια συνέπεια μιλάνε για εθνοκάθαρση που αργά ή γρήγορα θα έκαναν Ελλάδα και Βουλγαρία, τη στιγμή που περιγράφοντας τους Νεότουρκους ως απλώς φιλελεύθερους, δεν αναφέρουν ούτε την επίσημη απόφασή τους για εθνοκάθαρση-γενοκτονία των χριστιανών υποτελών της Αυτοκρατορίας αλλά ούτε και τις συστηματικές νεοτουρκικές ενέργειες εποικισμού της Μακεδονίας με ξενόφερτους ισλαμικούς πληθυσμούς ούτως ώστε να αποβεί αδύνατη η απόπειρα εκδίωξης των Οθωμανών; Η αλήθεια είναι ότι χωρίς τους βαλκανικούς πολέμους, το μόνο πρακτικά εναλλακτικό σενάριο της ιστορίας θα ήταν όχι μια υπερεθνική επανάσταση αλλά η εθνοκάθαρση εκ μέρους των Νεότουρκων. Ο Μακεδονικός Αγώνας προβάλλεται στο Μ.Μ., λοιπόν, ως απλώς ενάντιος στις εθνότητες της Μακεδονίας (σ. 92-93) και όχι ως έσχατη λύση αυτοάμυνας και ένοπλης αυτοπροστασίας (και διαμέσου αντεκδικήσεων) του μακεδονικού Ελληνισμού· οι Μακεδονομάχοι, γηγενείς (σλαβόφωνοι και μη) και μη, περιγράφονται ως «γκραικομάνοι» (σ. 97: βουλγαρικός και, σήμερα, σλαβομακεδονικός απαξιωτικός χαρακτηρισμός), ως ληστές κι εγκληματίες που «τρομοκρατούν τα βουλγαροχώρια» (σσ. 95, 99): Ίσως η ιδιαίτερη απέχθεια που κρύβουν οι χαρακτηρισμοί αυτοί προς τους σλαβόφωνους Έλληνες να οφείλεται στο ότι οι ομοϊδεάτες των ΜΜΜ όπως και οι βούλγαροι Κομιτατζήδες της περιόδου εκείνης, δεν μπόρεσαν να χωνέψουν την τόσο τεράστια διάψευση της θεωρίας τους για προκρούστειο περιορισμό των τοτινών μακεδόνων Ελλήνων αποκλειστικά στους μακεδόνες ελληνόφωνους Χριστιανούς. Πρέπει να έσπαγαν τα μούτρα τους καθημερινά σε αυτήν την σκληρή πραγματικότητα, οπότε απομένει η οργισμένη καταδίκη της. Επίσης, οι χαρακτηρισμοί αυτοί πρέπει να ιδωθούν υπό το φως της σχεδόν αθωωτικής παρουσίασης της ένοπλης τρομοκρατίας της ΕΜΕΟ (εναντίον και των σλαβόφωνων Ελλήνων/Πατριαρχικών) μεταξύ 1897-1908 και των στελεχών της, για να γίνει κατανοητό πόσο λίγη σχέση με σοβαρό ή ειλικρινή αντιεθνικισμό έχουν οι εξεταζόμενες απόψεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο σλαβόφωνος Κώττας, ο οποίος αν και αποδεδειγμένα Έλληνας («ζήτω η Ελλάς», η τελευταία του φράση) ήταν συνδιαλλακτικός και πρόθυμος για αντιτουρκική ελληνοβουλγαρική συμμαχία («ας σκοτώσωμεν την αρκούδα και για το τομάρι είναι εύκολον να το μοιράσωμεν»), και ο οποίος είχε απαλλάξει την περιοχή του από αρκετούς Οθωμανούς σατραπίσκους περιγράφεται ως ένας κοινός εγκληματίας «χωρίς συγκροτημένες ιδέες ή ιδεολογία» (σ. 99), μάλλον επειδή δεν ήταν μορφωμένο κολλεγιόπαιδο σαν τους ιδρυτές της ΕΜΕΟ. Και ο καπετάν Άγρας, ο οποίος έδειχνε παρόμοια διαλλακτικότητα χαρακτηρίζεται ως κάποιος που απλώς ήθελε «να στρατολογήσει Βούλγαρους στο ελληνικό κομιτάτο» (σ. 99). Όσον αφορά την είσοδο του ελληνικού στρατού στην Θεσσαλονίκη, σημειώνεται ότι «ο ελληνικός στρατός εισήλθε στην πόλη λεηλατώντας, σφάζοντας, βιάζοντας τον πολυεθνικό πληθυσμό της» (σ. 11). Επαναλαμβάνεται, δηλαδή, το γνωστό παραμύθι, το οποίο είτε είναι ανεπιβεβαίωτο είτε διαψεύδεται από τοτινές πηγές, αλλά και του οποίου η πηγή-ο ανώνυμος ανταποκριτής ήταν στην Κωνσταντινούπολη και όχι στην αποκλεισμένη Θεσσαλονίκη. Αλλού, επαναλαμβάνεται η γνωστή ρητορεία για απουσία υποκειμένου προς απελευθέρωση: «Μια πιο προσεκτική ματιά στην εθνογραφία μας φανερώνει την εσκεμμένη και επιτηδευμένη απόκρυψη/αποσιώπηση άλλων υποκειμένων και γεγονότων που δεν «βολεύουν» μια συνεκτική εθνική (πατριωτική) και αρρενωπή μνήμη. Για παράδειγμα, στην πόλη της Θεσσαλονίκης για αρκετούς αιώνες κατοικούσαν εβραίοι, μουσουλμάνοι, χριστιανοί και ασχέτως με τo θρήσκευμα Έλληνες, Σλάβοι, Οθωμανοί, Αρμένιοι, Βούλγαροι, Αλβανοί κ.λπ. Ποιοι απελευθερώθηκαν, λοιπόν, και από ποιους;» (σ. 21). Η πληθυσμιακή σύνθεση της Θεσσαλονίκης θεωρείται ουρανοκατέβατη και θεϊκά απαραβίαστη, και δίνεται, ηθελημένα ή αναγκαστικά, συγχωροχάρτι στις εθνοκαθάρσεις των Οθωμανών. Διαφεύγει της προσοχής του Μ.Μ. τόσο ότι οι εκάστοτε κατακτητές και οι σύμμαχοί τους δεν απελευθερώνονται όσο και ότι στα 1912 υπήρχαν πληθυσμοί οι οποίοι θεωρούσαν τον εαυτό τους κατακτητή της Θεσσαλονίκης. Έτσι, επειδή μια δήθεν αντιεθνικιστική τακτική το επιβάλλει, πρέπει να αποσιωπηθεί η πολιτική που οδήγησε στην συγκεκριμένη πολυεθνική Θεσσαλονίκη. Αλλά πώς μπορεί να υπάρχει υποκριτική και διαφορετική αντιμετώπιση των πληθυσμιακών αλλαγών; Ό,τι συμφέρει στα ιδεολογικά πλαίσια της πολεμικής («κατά του ελληνικού εθνικισμού») αποσιωπάται ή υπερτονίζεται κατάλληλα. Ωστόσο, ακόμη κι αν αυτό κάνει και η άλλη πλευρά, σε τι διαφέρει από εκείνη η οπτική του Μ.Μ.; Γεγονός είναι ότι παρ’ όλο που στο Μ.Μ. αναγνωρίζεται ότι στην Θεσσαλονίκη επικρατούσε ο εθνικισμός σε κάθε εθνοθρησκευτική κοινότητα (σσ. 137, 174), δεν γίνεται καμμία απόπειρα σύνδεσης του έντονου αυτού εθνοκεντρισμού-εθνικισμού με το οθωμανικό σύστημα του απόλυτου διαχωρισμού των υποτελών λαών κι ατόμων σε μιλέτ (θρησκευτικές ή εθνικές ομάδες). Ίσως δεν γίνεται, γιατί τέτοια σύνδεση θα έθιγε το «ιερό» οθωμανικό (ιερό, γιατί ήταν προ-ελληνικό, το οποίο κατέλυσαν οι «εθνικιστές» Έλληνες) καθεστώς, και συνεπώς αναπόδραστα θα ενίσχυε τις ελληνικές εθνοκεντρικές θέσεις περί τουρκοκρατίας και απελευθέρωσης. Ωστόσο, είναι προφανές ότι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία η πολυεθνικότητα υπήρχε στα λόγια. Κάθε κοινότητα ήταν υποχρεωμένη να μην αναμιγνύεται με τις υπόλοιπες. Αυτό προφανώς ενίσχυσε τον εθνοκεντρισμό στις αρχές του 20ού αιώνα. Οι αρνητικές συνέπειες της ελληνικής Απελευθέρωσης τονίζονται ιδιαίτερα. «Οι μουσουλμάνοι και οι σλαβόφωνοι, ήταν οι πρώτοι που εκτοπίστηκαν βίαια τη δεκαετία του 1920 για να ακολουθήσει είκοσι χρόνια μετά, κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η παγερή σιωπή και συνενοχή του ελληνικού πληθυσμού στη ναζιστική σφαγή των εβραίων» (σ. 12). Αλλά, αν η απόδοση συλλογικής ευθύνης του ελληνικού πληθυσμού στην ναζιστική γενοκτονία των Εβραίων δεν είναι λιγότερο ιδεολογικά ναζιστική, οι Μουσουλμάνοι έφυγαν χωρίς βία, σε αντίθεση με λ.χ. τους Σμυρνιούς, και αποζημιώθηκαν με τις, υπερδιπλάσιες των μακεδονομουσουλμανικών, περιουσίες των Μικρασιατών. Επίσης, αναφέρεται η προσπάθεια λήθης του οθωμανικού παρελθόντος: «Το έργο της λήθης ξεκίνησε από τις πρώτες μέρες του1912 με την αντικατάσταση των οθωμανικών ονομάτων στις οδούς της πόλης από αρχαιοελληνικά, με το γκρέμισμα των μιναρέδων και των μουσουλμανικών τεμενών» (σ. 12). Επαναλαμβάνεται, δηλαδή η μονομέρεια στην αντιμετώπιση ίδιων πρακτικών, και η αποσιώπησή τους ανάλογα με το τι υπαγορεύει η πολεμική. Το ίδιο συμβαίνει με την αναφορά σε καταστροφές εβραϊκών και μουσουλμανικών νεκροταφείων (σσ. 141, 144): Απουσιάζει κάθε αναφορά σε ανάλογες οθωμανικές πρακτικές εις βάρος ελληνικών και εβραϊκών νεκροταφείων τόσο στις απαρχές της Τουρκοκρατίας όσο και στο τέλος της, ώστε να δειχτεί ότι το φαινόμενο αυτό εμφανίστηκε στην πόλη μαζί με τον ελληνικό στρατό στα 1912. Τα οθωμανικά ονόματα των οδών, που στα τέλη του 19ου αι. αντικατέστησαν τα ανεπίσημα λαϊκά, θεωρούνται τόσο σημαντικά, ώστε η αλλαγή τους να θεωρείται αποσιώπηση του παρελθόντος. Η πυρκαγιά του 1917 αφήνεται να εννοηθεί ότι έγινε επίτηδες από τους Έλληνες, σε συμφωνία με ακροδεξιές αντιεβραϊκές συνωμοσιολογίες, με συνειδητό σκοπό την οικονομικοκοινωνική και φυσική εξόντωση των Εβραίων (σσ. 12, 140), όσο κι αν η εβραϊκή πυρίκαυστη ζώνη ήταν μόνο η μισή της συνολικής ζώνης. Το Σχέδιο Εμπράρ αντιμετωπίζεται είτε ως όπλο εξελληνισμού (σσ. 140, 142-143) είτε (όντας ιπποδάμειας λογικής) ως όπλο κατά των αστικών λαϊκών εξεγέρσεων, τις οποίες τα στενοσόκακα βοηθούσαν (σ. 142). Πράγματι, το ιπποδάμειο σύστημα θεωρείται από την εμφάνισή του ως ειδικά εφευρεμένο διαβολικό όπλο κατά των λαϊκών εξεγέρσεων της Αρχαιότητας (σσ. 110-114). «Η ομάδα του Εμπράρ έχει σαφείς εντολές να υποβαθμίσει τα αλλόθρησκα μνημεία και τεμένη. Έτσι λοιπόν το κατά τα άλλα πολυβραβευμένο πολεοδομικό σχέδιο…αναδεικνύει μόνο τα μνημεία της ρωμαϊκής και βυζαντινής εποχής… ενώ υποβαθμίζει και περικυκλώνει με πολυώροφες οικοδομές τα μουσουλμανικά τεμένη, τζαμιά και χαμάμ… οι εβραϊκές συναγωγές εξαφανίζονται σχεδόν ολοκληρωτικά από το χάρτη» (σ. 143). Το ότι τα εβραϊκά και ισλαμικά μνημεία κρίνονταν ως ασήμαντης ή μικρής αρχιτεκτονικής αξίας από μελετητές της τουρκοκρατούμενης πόλης (π.χ. P. Lindau 1888, Tafrali 1913, M. Bernard κ.ά.) σε σχέση με τα βυζαντινά· το ότι οι Οθωμανοί εξεπίτηδες δεν επέτρεπαν οι ορθόδοξες εκκλησίες να βρίσκονται πάνω στους κεντρικούς δρόμους και επέβαλλαν τα εβραϊκά και χριστιανικά θρησκευτικά κτήρια να είναι ταπεινά κι ασήμαντα, όλα αυτά δεν φαίνεται να απασχολούν τις ΜΜΜ, που ίσως φαντάζονται ότι τέτοιες πρακτικές στη Θεσσαλονίκη εγκαινιάστηκαν με την ελληνική κρατική κυριαρχία. Το ότι ο αρχαίος Πειραιάς ιδρύθηκε από την αμεσοδημοκρατική Αθήνα και ακολούθησε εξαρχής το ιπποδάμειο σύστημα δεν θεωρείται στοιχείο ικανό για την αθώωση του Ιππόδαμου ως εχθρού του λαού (σ. 114). Εννοείται ότι, πάλι χάρη σε δυο μέτρα και σταθμά, δεν κατακρίνονται παρόμοιες πολεοδομικές επεμβάσεις (π.χ. της πυρκαγιάς του 1890), δεν θεωρούνται επιχειρήσεις αποεβραιοποίησης ή εθνικής και ταξικής ομογενοποίησης, και φυσικά κάθε αναφορά στις δεκάδες επιδημίες και πυρκαγιές στην τουρκοκρατούμενη Θεσσαλονίκης ακριβώς εξαιτίας της ανατολίτικης ρυμοτομίας απουσιάζει για ευνόητους λόγους (δεν ευνοεί την επανάσταση και το ξεσκέπασμα της ελληνικής κρατικής κυριαρχίας). Πολύ σημαντική είναι η αναφορά στη σχέση εθνικού και κοινωνικού ζητήματος όσον αφορά στην τακτική της Φεντερασιόν (σσ. 173, 265-6, 269, 271-2), η οποία επικρίνεται στο Μ.Μ.: «το κοινωνικό ζήτημα διαπλέκονταν με το εθνικό, χάνοντας έτσι ένα σημαντικό μέρος της δυναμικής του. Το σοβαρότερο πρόβλημα που αντιμετώπιζε η πολυεθνική και πολιτισμική Θεσσαλονίκη ήταν η ανάπτυξη των εθνικισμών» (σ. 174). Στην πραγματικότητα, το πρόβλημα δεν ήταν καθεαυτή η διαπλοκή του εθνικού με το κοινωνικό ζήτημα: ήταν ότι ορισμένοι από τους Εβραίους στα 1912 είχαν ξεπεράσει τα δίκαια όρια όσον αφορά στην ικανοποίηση του δικού τους εθνικού ζητήματος, και αντί να απαιτήσουν στα 1912-13 ισονομία και πλήρη μειονοτικά δικαιώματα, απαίτησαν την παλαιστινιοποίηση της Θεσσαλονίκης εκθέτοντας την πλειονότητα των Εβραίων της πόλης, σοσιαλιστών (παρά τον εμφανή αντισιωνισμό των Σαλονικιών σοσιαλιστών Εβραίων στα 1920: σ. 284) και μη, δηλητηριάζοντας τις εθνοτικές σχέσεις και προκαλώντας εναντίωση στους κοινωνικούς αγώνες μέσω της άθελης κι αναπόφευκτης ταύτισης των αγώνων αυτών με (εθνικιστικά) αιτήματα για απόσπαση της Θεσσαλονίκης από τους Έλληνες. Το ίδιο λάθος έκανε αργότερα ο Πουλιόπουλος με τα συνθήματα για ανεξάρτητη Μακεδονία και Θράκη παραδεχόμενος εκ των υστέρων ότι: «ήταν τόσο άτυχα, ώστε άφηναν να δημιουργηθεί η τρομερή παρεξήγηση ότι επαναστατικός διεθνισμός δεν είναι τίποτα άλλο, παρά συμμαχία με τους Βουλγάρους κομιτατζήδες. Του κάκου προσπαθήσαμε να διαλύσουμε τη σύγχυση». Την ανυπαρξία εγγενούς διάστασης μεταξύ κοινωνικού κι εθνικού ζητήματος δείχνει άλλωστε η συμμετοχή Ελλήνων και ξένων αναρχικών στην Κρητική Επανάσταση και στον πόλεμο του 1897 (βλ. Σπ. Κουτρούλη, «Αναρχικοί – ριζοσπάστες στον αγώνα κατά της οθωμανικής κυριαρχίας και για την ελληνική ανεξαρτησία», Ρήξη τχ. 74). Παρά την έκκληση του ΜΜ «Σε καιρούς που τα αφεντικά φωνάζουνε για εθνική ενότητα, μιλάνε για εθνικό συμφέρον, μας ζητάνε να βάλουμε πλάτη στα κέρδη τους και ταφόπλακα στις επιθυμίες και τις ανάγκες μας» (σ. 23), η αναφορά των ιδίων ότι στην Θεσσαλονίκη των τελευταίων δεκαετιών της Τουρκοκρατίας είχε δημιουργηθεί μια «κοσμοπολίτικη τάξη με κοινά οικονομικά συμφέροντα (εύποροι χριστιανοί και Εβραίοι, προστατευόμενοι των Δυτικών, μαζί με τους Ντομνέδες κυριαρχούσαν στο εμπορικό επιμελητήριο)» (σ. 137) δείχνει ότι –όπως και τότε– αν κάποιοι σίγουρα δεν έχουνε πατρίδα, αυτοί είναι τα αφεντικά. Συμπερασματικά, το Μ.Μ. αποσιωπά πολλές πτυχές της πραγματικότητας της εποχής εκείνης, ώστε να παρουσιάσει μια πραγματικότητα στα μέτρα συγκεκριμένων πολιτικών επιδιώξεων. Πρέπει να φανεί ότι οι Οθωμανοί δεν ήταν καταπιεστικοί, ότι οι Έλληνες, Μακεδονομάχοι και κρατική παρουσία, ήταν τυραννικοί καθώς και ότι η βουλγαρική ΕΜΕΟ αγωνιζόταν για το όραμα μιας υπερεθνικής σοσιαλιστικής Μακεδονίας. Οι «Μπάσταρδες με μνήμη», με τις τόσες αποσιωπήσεις μάλλον αποδεικνύεται πως όχι μόνο μνήμη δεν διαθέτουν αλλά κι ότι πάσχουν από βαριά αμνησία.

Σάββατο, 19 Ιανουαρίου 2013

Γιώργου Ρακκά:"Ανατολή και Δύση"


ΠΗΓΗ:http://ardin-rixi.gr/archives/10786

Πολύς λόγος, και πολλές κριτικές έχουν ακουστεί σχετικά με την «περίεργη» (υποτίθεται) θέση του Άρδην πάνω στο ζήτημα της Ε.Ε., του ευρώ, των σχέσεων μας με την Ευρώπη εν γένει. Οι παρανοήσεις και οι διαφωνίες, προκύπτουν κατά τη γνώμη μας από την αδυναμία να συλλάβει κανείς την ελληνική πραγματικότητα στο σύνολο των διαστάσεών της. Από τα πρώτα χρόνια της κρίσης, η έτερη πτυχή του ελληνικού δράματος, έχει να κάνει με τη δραματική αύξηση της βαρύτητας που έχει η τουρκική οικονομία στην ελληνική. Ας δούμε τις κυριότερες παραμέτρους της. Στον τομέα των Τραπεζών. Η εξαγορά της Φινανσμπανκ από την Εθνική το 2006, κόστισε 5.2 δισ.$, έφερε τη χώρα μας στην τρίτη θέση των χωρών με τις περισσότερες ξένες άμεσες επενδύσεις στην Τουρκία, κατά την περίοδο 2001-2011, και ως εκ τούτου πολυδιαφημίστηκε ως αιχμή της ελληνικής εισβολής στην τουρκική αγορά. Ωστόσο, η διαφορά δυναμικού και χαρακτήρα των δύο οικονομιών αντέστρεψε αυτή τη σχέση. Πλέον, η Φινανσμπανκ διαθέτει σχεδόν 3 φορές μεγαλύτερη κεφαλαιοποίηση από την Εθνική, ενώ η μητρική τράπεζα εξαρτά σε πάρα πολύ μεγάλο βαθμό τα κέρδη της από την κατά πολύ μεγαλύτερη θυγατρική της τράπεζα. Και σαν να μην έφτανε αυτό, όπως πολύ χαρακτηριστικά δήλωσε ο πρόεδρος της Τράπεζας στη Χουριέτ: «Η Finansbank δεν έχει μοιράσει ούτε μία λίρα μέρισμα από τα κέρδη της και δεν σχεδιάζει να το κάνει. Το σύνολο του κέρδους προστίθεται στο κεφάλαιο της τράπεζας και σκοπός είναι η επέκταση της Finansbank στην Τουρκία. Συνεπώς δεν τίθεται θέμα μεταφοράς κέρδους. […]. Δεν λειτουργούμε ως υποκατάστημα της Εθνικής. Η Finansbank λειτουργεί στην Τουρκία ως τουρκική τράπεζα. Μας ελέγχει το Συμβούλιο Ελέγχου Τραπεζών και έχουμε ένα άκρως υγιή ισολογισμό. Συνεχίζουμε να αναπτυσσόμαστε. Οι στόχοι που θέσαμε με τον προϋπολογισμό του 2010 αφορούν ανάπτυξη πάνω από το μέσο όρο του τραπεζικού τομέα στην Τουρκία και τα δεδομένα του πρώτου τριμήνου μας επιβεβαιώνουν» (Πηγή: Εδώ) Δεύτερον, στις ελληνικές εξαγωγές, η Τουρκία είναι πλέον στη δεύτερη θέση πίσω από τη Γερμανία. Τα τελευταία χρόνια σημειώνουν διαρκή αύξηση: «από 1 δισεκατομμύρια 150 εκατομμύρια δολάρια που ήταν το 2008 αυξήθηκαν στα 3 δισεκατομμύρια 300 εκατομμύρια δολάρια». Αναλυτικά, για το πρώτο οκτάμηνο του 2012 τα κυριότερα εξαγωγικά προϊόντα παρουσιάζονται στον κάτωθι πίνακα: Συνολικές τουρκικές εισαγωγές από Ελλάδα Column2 Column3 Column4 Αξία σε $ Ιανουάριος-Αύγουστος 2011 Ιανουάριος-Αύγουστος 2012 Μεταβολή 2011-2012 Τρόφιμα και Ζώντα Ζώα 37,055,794 24,063,422 -35.06% Ποτά και καπνός 84,931 322,659 279.90% Πρώτες ύλες μη εδώδιμες εκτός από καύσιμα 95,434,553 178,899,477 87.40% Ορυκτά καύσιμα 1,217,938,650 1,464,676,071 20.20% Λάδια και λίπη ζωικής ή φυτικής προέλευσης 3,471,600 1,352,753 -61.03% Χημικά Προϊόντα και συναφή 203,584,084 163,153,462 -19.85% Βιομηχανικά είδη ταξινομημένα κατά πρώτη ύλη 157,862,378 154,733,125 -1.98% Μηχανήματα και υλικό μεταφορών 70,885,505 47,093,310 -33.56% Διάφορα βιομηχανικά είδη 20,571,488 17,788,464 -13.52% Είδη και συναλλαγές μη ταξινομημένες ανά κατηγορία 6,901 19,057,329 276053.15% 1,806,895,884 2,071,140,072 14.62% Πηγή Ωστόσο, κι εδώ, η διαφορά δυναμικού και πλεονεκτημάτων μεταξύ των δύο οικονομιών εκμηδενίζει τα ενδεχόμενα ελληνικά οφέλη από την ελληνοτουρκική οικονομική συνεργασία. Παράδειγμα, η ΣΕΚΑΠ, καπνοβιομηχανία της Θράκης, η οποία πρωτοστατεί στις ελληνικές εξαγωγές καπνού προς την Τουρκία. Οι αντίστοιχες τουρκικές εταιρείες απορροφούν το μερίδιο του λέοντος της ελληνικής παραγωγής, και πλέον ενδιαφέρονται ανοιχτά για την εξαγορά της. Μάλιστα, έχουν απομείνει οι μοναδικοί διεκδικητές στην κούρσα της αποκρατικοποίησής τους, και άρα η εξαγορά φαντάζει κάτι παραπάνω από πιθανή (Πηγή: Εδώ). Από την άλλη πλευρά, τον τελευταίο καιρό παρατηρείται έντονη κινητικότητα σε ό,τι έχει να κάνει με τις τουρκικές επενδύσεις στην Ελλάδα: - Ο όμιλος Dogus εξαγόρασε τις μαρίνες που ήταν στην ιδιοκτησία του ομίλου Κυριακούλη: στη Ζέας, τη Λευκάδα, την Καλαμάτα, και στα Γουβιά της Κέρκυρας (πηγή εδώ). Ένα μήνα πιο πριν, ο ίδιος όμιλος είχε αποκτήσει το 50% της Μαρίνας του Φλοίσβου (Πηγή: Εδώ). Επίσης, στον ίδιο κλάδο, τον περασμένο Μάιο η τουρκική «Setur Servis Turistik» ανέλαβε από κοινού με τη «Folli Follie» τη λειτουργία της τουριστικής μαρίνας της Μυτιλήνης. - Η Μακεδονική Χαρτοποιία, με παραγωγή άνω των 100.000 τόνων ετησίως, πουλήθηκε σε εταιρεία τούρκικων συμφερόντων. Με αυτήν την εξαγορά η τουρκική ΡΑΚ έγινε η 4η μεγαλύτερη χαρτοβιομηχανία της Ευρώπης (Πηγή: Εδώ) - Τουρκικές εταιρείες στο χώρο της λιανικής λειτουργούν ήδη ή εκφράζουν τη διάθεση για μεγάλες επενδύσεις στην Ελλάδα (εστίαση, ένδυση, έτοιμα έπιπλα). - Τέλος, ιδιαίτερη κινητικότητα αναπτύσσεται, σύμφωνα με δημοσίευμα του «Έθνους» στην Ανατολική Μακεδονία και στη Θράκη. Εκεί πρωταγωνιστούν εταιρίες του τούρκικου «ισλαμικού καπιταλισμού». Χαρακτηριστικό παράδειγμα τη ILSAM, με έδρα στις Θεσσαλονίκη-Κομοτηνή, τα κεφάλαια της οποίας φέρεται να ανήκουν στο βακούφι στο «Μπιρλίκ βακφέ», που ανήκει στο κυβερνών AKP (Πηγή: Εδώ). - Tέλος, είναι οι δραστηριότητες στον τραπεζικό τομέα, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτό της Ζιράτ. Η Ζιράτ λειτουργεί από το 2006 στη Θράκη, ως άμεση συνέπεια της συμφωνίας που πραγματοποίησε η Εθνική για την εξαγορά της Finansbank. H δραστηριότητά της σε ό,τι αφορά στη μειονότητα, πραγματοποιείται σε στενή (ανοιχτή) σχέση με το εκεί προξενείο, ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που ο ψευδομουφτής καλεί ανοιχτά τους πιστούς να καταθέσουν τα χρήματα τους στην Τράπεζα (Πηγή: Εδώ). Τελευταία, η Ζιράτ φέρεται να ηγείται ευρύτερης πρωτοβουλίας που λαμβάνει η τουρκική πρεσβεία στην Ελλάδα, για την εμπλοκή των τουρκικών κεφαλαίων στην ελληνική αγορά, η οποία ξεκινάει με την παροχή φθηνών, επιδοτούμενων δανείων σε Έλληνες αγρότες και επιχειρηματίες, με τη διαμεσολάβηση του γραφείου του ΟΗΕ στην Αθήνα. Σύμφωνα με δημοσιεύματα του τύπου, οι Έλληνες αξιωματούχοι υποδέχτηκαν θετικά την πρόταση (Πηγή: Εδώ). Χαρακτηριστική για το ποιόν της Τράπεζας, η ιστορία εμπλοκής που έχει στην ελληνοτουρκική διαμάχη (χρηματοδοτούσε τον στρατό του Κεμάλ το 1920-1922, ήταν ο κύριος αποδέκτης του σκληρού κεφαλικού φόρου που επέβαλε το τουρκικό κράτος στους Έλληνες της πόλης την περίοδο 1941-1942, χρηματοδότησε την ίδρυση της Τουρκοκυπριακής αγροτικής τράπεζας το 1958). Επίσης, εξίσου χαρακτηριστική για τον τύπο της δραστηριότητάς της, είναι οι καταγγελίες αγγλόφωνων κουρδικών εφημερίδων και ειδησεογραφικών πρακτορείων ότι στο Ιράκ το υποκατάστημα της Ζιράτ λειτουργεί ως υποσταθμός των τουρκικών μυστικών υπηρεσιών (Πηγή: Εδώ). Σε ό,τι αφορά στις καταναλωτικές υπηρεσίες και στη λιανική, κεντρικό πρόβλημα για την επέκταση των τουρκικών επιχειρήσεων στην ελληνική αγορά είναι η αρνητική στάση που έχουν οι Έλληνες στα τουρκικά προϊόντα (π.χ. η Ιστκμπάλ με τα έπιπλα δεν πάει πολύ καλά γι’ αυτό ακριβώς το λόγο). Εδώ ακριβώς είναι που παίζουν κάποιο ρόλο και τα τουρκικά σήριαλ, και είναι ένας ακόμα λόγος για τον οποίο οι Τούρκοι τα δίνουν πιο φτηνά στα ελληνικά κανάλια, γιατί προσβλέπουν σε μια αλλαγή της στάσης της κοινής γνώμης -που ασφαλώς θα έχει αντίκτυπο και στις καταναλωτικές τους προτιμήσεις. Έπειτα από όλα αυτά, αντιλαμβανόμαστε ότι όντας έξω από την Ε.Ε., οι τάσεις αυτές θα είχαν μεγιστοποιηθεί και η δορυφοριοποίησή μας από την Τουρκία θα ήταν εντονότερη. Θα ήμασταν μονοσήμαντα στραμμένοι προς την Ανατολή, αφού θα είχαμε γυρίσει την πλάτη μας στη Δύση. Βέβαια, για να είμαστε απολύτως ειλικρινείς, το επιχείρημα αυτό μπορεί να αποδυναμωθεί στο μέτρο που θα επικρατήσει πλήρως η «Γερμανική Ευρώπη» καθώς ο γερμανικός ιμπεριαλισμός προωθεί τη γραμμή της «συνεργασίας» με το νεο-οθωμανισμό για τον έλεγχο της ευρύτερης περιοχής των Βαλκανίων (βλέπε τι έγινε στο Κόσοβο). Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν έχει κριθεί ακόμα τελεσίδικα, κι έτσι υπάρχουν ακόμα περιθώρια για την Ελλάδα για ελιγμούς και συμμαχίες. Αυτή είναι η πραγματικότητα πάνω στην οποία θα πρέπει να συζητήσουμε τη σχέση της χώρας μας με την Δύση, και –δυστυχώς– με την Ε.Ε. Από την άλλη, βέβαια, η σχέση μας με τη Γερμανική Ευρώπη παραμένει εξ ίσου, και χειρότερα, αποικιακή. Έτσι, η συζήτηση περί της χειραφέτησης της χώρας αναγκαστικά πρέπει να γίνει στο πλαίσιο ενός διμέτωπου αγώνα. Αντί να συζητάμε για την ρητορική της «αμέσου εξόδου από την Ε.Ε.» που εκτός ότι παραμένει ρητορική καθώς στερείται οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής βάσης, κινδυνεύει να μας ωθήσει στο άλλο άκρο της δορυφοριοποίησής μας στην Τουρκία, θα έπρεπε να συζητούμε για τους όρους συγκρότησης μιας Βαλκανικής συνιστώσας, πάνω στον άξονα συμμαχιών με την Βουλγαρία και τη Σερβία για αρχή. Ας σκεφτούμε μόνο, πόσο διαφορετική (και καλύτερη) θα ήταν για μας η κατάσταση, αν είχαμε το μυαλό μας στη θέση του κατά την δεκαετία του 1990 και αν δεν γυρνούσαμε την πλάτη μας στα Βαλκάνια με τον τρόπο που το κάναμε. Σε αλληλεπίδραση κι αλληλοκάλυψη, η οικονομίες της Ελλάδας, της Βουλγαρίας και της Σερβίας θα παρείχαν συνθήκες μεγαλύτερης αυτονομίας και αυτάρκειας και στους 3, ενώ τότε τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά, ακόμα και στις διεθνείς συμμαχίες της χώρας, διότι ένα μπλοκ 3 χωρών, και 30 εκατομμυρίων ανθρώπων μπορεί πολύ πιο εύκολα να ‘παίξει’ με τη Ρωσία ή την Κίνα, και με πολύ καλύτερους όρους, απ’ ό,τι ο καθένας μόνος του. Για να μην αναφερθούμε στην μεγιστοποίηση της γεωπολιτικής συμμαχίας και των 3, καθώς θα δημιουργούνταν ένας άξονας που σχεδόν τέμνει κάθετα και οριζόντια την Χερσόνησο του Αίμου, δημιουργώντας ένα ενιαίο χώρο από τη Μαύρα Θάλασσα, μέχρι την Αδριατική, και από το λιβυκό Πέλαγος μέχρι την Κεντρική Ευρώπη. Αυτό ο Νταβούτογλου το είχε καταλάβει πολύ καλά, και γι’ αυτό από το 1995, υποστηρίζει μια ενεργό τουρκική πολιτική στον «μουσουλμανικό βαλκανικό άξονα» ως αντίβαρο σε μια ενδεχόμενη σύμπραξη Ελλάδας και Σερβίας, η οποία και θα δημιουργούσε προϋποθέσεις αυτονόμησης της ευρύτερης περιοχής από τα αποικιακά συμφέροντα Δύσης και Ανατολής. (Πηγή:Εδώ). Βέβαια, εδώ ο Νταβούτογλου έκανε τεράστιο σφάλμα, καθώς υποτίμησε την ακατανίκητη δύναμη της εθελοδουλίας και της ηλιθιότητας των ελλαδικών ελίτ: Αντί όλων αυτών, η Ελλάδα του 1990 συνέπραξε, αφού ο Σαμαράς υποκλίθηκε στον Γερμανό υπουργό εξωτερικών Γκένσερ (τυχαίο; δε νομίζω), στην δολοφονική πολιτική διάλυσης των Βαλκανίων, και -αργότερα- σε μια πολιτική ταυτόχρονα ευρωλιγούρικη και τουρκολιγούρικη… Τα αποτελέσματα γνωστά σε όλους. Βάσει όλων αυτών, το 1992 ο Γιώργος Καραμπελιάς σ’ ένα κείμενό του (δημοσιευμένο στο εξαντλημένο «Ελλάδα, μια χώρα των συνόρων») έγραφε: Η Ευρώπη είναι η τακτική, τα Βαλκάνια, η στρατηγική. Αυτό το διαλεκτικό σχήμα, αντιστοιχεί στις ανάγκες του «διμέτωπου» αγώνα ενάντια στην διπλή (και ίσως και «ταυτόχρονη») αποικιοποίηση της χώρας που αξιώνουν Τουρκία και Γερμανία. Και αυτή η «κύρια αντίθεση» είναι που διαμορφώνει τη συγκεκριμένη στάση έναντι της Ε.Ε.

Σάββατο, 5 Ιανουαρίου 2013

Κυκλοφόρησε το νέο τεύχος του "Νέου Λόγιου Ερμή"



Λάκης Προγκίδης
Δημιουργώ άρα υπάρχω
σελ. 5

Πέτρος Αρτάνης
Ελευθερία
σελ. 9

Μιχάλης Γ. Μερακλής
Δράμα και λαϊκός πολιτισμός στην αρχαία Αθήνα: Η γυναίκα
σελ. 10

Μάριος Κωνσταντίνου
Tο Υπερρεαλιστικό Ριζίτικο του Ρήγα
σελ. 16

Βασίλειος Μαρκεζίνης
Ρωσία και ΕΕ: Η αναπόφευκτη επαναπροσέγγιση
σελ. 24

Τσιχάν Τουγκάλ
Δημοκρατικοί Γενίτσαροι: Ο ρόλος της Τουρκίας στην Αραβική Άνοιξη
σελ. 53

Αφιέρωμα: Κώστας Παπαϊωάννου
σελ. 75

Οκτάβιο Παζ
In Memoriam: Κώστας Παπαϊωάννου
σελ. 77

Παναγιώτα Βάσση
Κώστας Στρ. ΠαπαϊωάννουOpera et dies
σελ. 83

Γιώργος Καραμπελιάς
Μάζα και Ιστορία
σελ. 95

Ρεϋμόν Αρόν
Προμηθέας και Λούσιφερ: Ο Μαρξ του Κώστα Παπαϊωάννου
σελ. 112

Σωτήρης Γουνελάς
Κώστας Παπαϊωάννου: Ο αρχαιοελληνικός πολιτισμός και η νόθα δυτικοευρωπαϊκή συνέχειά του
σελ. 130

Κώστας Παπαϊωάννου
Πλάτων ο ειδώς: Φιλοσοφία της καταδικασμένης συνείδησης
σελ. 137

Κώστας Παπαϊωάννου
Η Δύση και η Ρωσία: Εισαγωγή στη ρωσοφοβία του Μαρξ
σελ. 159

Έργα του Κώστα Παπαϊωάννου που κυκλοφορούν στα ελληνικά
σελ. 184

Μελέτης Η. Μελετόπουλος
Αβροτέλης Ελευθερόπουλος (1869-1963): Το μακρύ οδοιπορικό ενός Καππαδόκη κοινωνιολόγου στην Ευρώπη και στην Ελλάδα, Μέρος Α’
σελ. 185

Σπύρος Κουτρούλης
Ο συντηρητισμός, ο ρομαντισμός και η Αριστερά: Η περίπτωση του Κωνσταντίνου Τσάτσου, Μέρος Α΄
σελ. 204

Αστέριος Αργυρίου
Εισαγωγή στην ελληνική πολεμική και απολογητική γραμματεία έναντι του ισλάμ κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας
σελ. 227

Χρίστος Δάλκος
Η προέλευση καί η πρωταρχική σημασία του ονόματος «Αρβανίτης»
σελ. 249

Βιβλιοκρισίες
Σπύρος Κουτρούλης
Νάσος Βαγενάς, Κινούμενος Στόχος: Κριτικά κείμενα
σελ. 259

Σπύρος Κουτρούλης
Νάσος Βαγενάς, Μεταμοντερνισμός και Λογοτεχνία
σελ. 259

Σπύρος Κουτρούλης
Ιωάννης Τσέγκος, Ο Ψυχιατρικός Κοινοτισμός
σελ. 262

Χρίστος Δάλκος
Γιάννης Παπακώστας, Από τη λογοτεχνία στον κοινωνικό προβληματισμό
σελ. 264

Δημήτρης Μπαλτάς
Κύριλλος, Ελευθερία καί Ευθύνη
σελ. 267

Δημήτρης Μπαλτάς
Χάιντς Χάιμζετ, Τά έξι μεγάλα προβλήματα της δυτικής μεταφυσικής
σελ. 269

Παναγιώτα Βάσση
Γιώργος Ν. Πολίτης, Το Δικαίωμα της Πολιτικής Ανυπακοής
σελ. 270

Χρίστος Δάλκος
Ελληνικά Κάλαντα
σελ. 274