Δευτέρα, 30 Ιουλίου 2012

Σ.Χατζάκης:Επιστροφή στην κοινότητα




από την Καθημερινή (22.07.12)http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_2_22/07/2012_489852
Κάθε νέα γενιά πρέπει να εμβιώνει τα έργα με σεβασμό αλλά χωρίς δέος. Oμως δεν περίμενα ξεκινώντας τις πρόβες να βιώσουμε τις αντιδράσεις που ζούμε τώρα», λέει στην «Κ» ο Σωτήρης Χατζάκης. «Από έντονα χειροκροτήματα μέχρι δάκρυα. Oχι γιατί είναι ευσυγκίνητο λόγω ηλικίας το κοινό, αλλά γιατί κάτι του λένε οι αναφορές». Σε πολλές παραστάσεις ο κόσμος σηκώνεται όρθιος, αντιδρά, συμμετέχει. Οι αιτίες είναι πολλές.
«Ζούμε μια κατάσταση δραματικής αντιστοιχίας με την εποχή στην οποία ανέβηκε το έργο. Σήμερα βέ
  • Σ. Χατζάκης: Επιστροφή στην κοινότητα
βαια έχουμε δημοκρατία, μόνο που είναι δημοκρατία υψηλού κινδύνου και ο κόσμος το νιώθει, επειδή δεν αισθάνεται να προστατεύεται από έννοιες όπως ισονομία, ισοπολιτεία, αξιοκρατία. Μέσα σ’ αυτή τη συνθήκη ακούει ένα κείμενο που αγγίζει τα προβλήματά του, έχοντας γραφεί πριν από 40 χρόνια. “Στολίστηκαν οι ξένοι τραπεζίτες, ξυρίστηκαν οι Eλληνες μεσίτες”, λέει ένας στίχος. Τι πιο δραματικά επίκαιρο για τον οικονομικό πόλεμο στον οποίο συμμετέχει η Ελλάδα και όλη η υπόλοιπη νότια Ευρώπη αυτή τη στιγμή; Στην πίεση διέξοδος του κόσμου είναι η τέχνη.
Ανυδρη εποχή
»Μια δεύτερη εξήγηση είναι ότι περάσαμε μια εποχή που κυριάρχησε ο προτεσταντισμός στην ελληνική τέχνη. Δεχτήκαμε από τη χαραμάδα αμφισβητούμενα είδη (αποδόμηση, μεταμοντέρνο, άφτερ θίατερ κ.ά.), μόνο που δεν μας ήρθαν τα καλύτερα δείγματα και δεν ήμασταν έτοιμοι να τα υποδεχτούμε σωστά. Και πότε είναι κανείς έτοιμος να υποδεχτεί σωστά; Oταν είναι αυθεντικά τοπικός και βαθιά Eλληνας, δηλαδή ανοιχτός στην παγκοσμιότητα.
»Ζήσαμε μια άνυδρη εποχή στην οποία η τέχνη ήταν ξερή, παγερή, εργαστηριακή με την έννοια της κλινικής ιατρικής και πλήρως αδιάφορη για τον μέσο όρο των πολιτών. Η “πεφωτισμένη πρωτοπορία” απαξίωσε τον μέσο όρο γιατί τον θεωρεί βάρβαρο. Eνας νεοσταλινισμός δηλαδή, που κρύβει μια αναπηρία και έναν επαρχιωτισμό».
Η ανάγκη για το συλλογικό που επανήλθε στη ζωή μας παίζει τον ρόλο της στην επιτυχία τέτοιων θεαμάτων όπως το «Μεγάλο μας τσίρκο» ή το «Ρεμπέτικο» που προηγήθηκε τον χειμώνα, τα οποία στηρίζονται στην ιστορία, το γνώριμο βίωμα, την κοινή εμπειρία. «Ο κόσμος είχε μάθει να ζει συλλογικά, είτε μέσα από την πλατεία του χωριού και τη γειτονιά αργότερα είτε μέσα από τις συναθροίσεις στα σπίτια. Oταν έσπασε η συλλογικότητα -αυτή παράγει τα εθνικά αφηγήματα- περάσαμε σε ένα εγωισμό και μια φιλαυτία η οποία αποθεώθηκε με το φαίνεσθαι του ατόμου. Ο Eλληνας προέβαλε τον εαυτό του σε ένα φαντασιακό επίπεδο το οποίο δεν είχε καμία σχέση με την παραγωγική του βάση και καμία σχέση με την παράδοσή του και την ιστορία του».
Σταθερές αξίες
Τώρα ο κόσμος επαναπροσδιορίζει τη συλλογική του ζωή, τις εξόδους του και αναζητάει τη μικρή κοινότητα ή τη μεγάλη κοινότητα. Δηλαδή την παρέα, την οικογένεια -αξίες σταθερές- και ύστερα τη μεγαλύτερη παρέα που είναι η θεατρική, η μουσική, η χορευτική. «Αναζητάει δηλαδή την εμπιστοσύνη, τη φιλία, τη σιγουριά σε όλα, ακόμη και στον έρωτα».
Ο λόγος και οι στίχοι του Καμπανέλλη αλλά και η μουσική του Ξαρχάκου έδιναν το 1973 την αίσθηση της αντίστασης με γνώριμα στοιχεία από τον Καραγκιόζη, το δημοτικό τραγούδι, την παράδοση, με τους δύο αφηγητές, τον Ρωμιό και το Ρωμιάκι. Ο πρώτος τέως τρόφιμος ψυχιατρείου, ακίνδυνος πια, έχει εμμονή να γίνει πρωθυπουργός, ενώ το Ρωμιάκι, σαν το γνώριμο Κολλητήρι, εκφράζει το πρόσωπο του νεότερου Ελληνα.
Σήμερα, 14 επεισόδια και αντίστοιχα τραγούδια ενώνονται κάτω από μια κοινή αισθητική. Της λαϊκής εικονογραφίας, του Καραγκιόζη και του Θεόφιλου. Κάθε επεισόδιο οδηγεί στο τραγούδι και το τραγούδι στο επεισόδιο.
Θέλουν να ξεχάσουν τα ιδεολογήματα
Αλλά τι είναι αυτό που κάνει τον σημερινό 25άρη να αναφωνήσει «Πω, πω ο δικός σου!», ακούγοντας τον Γ. Αρμένη στο επεισόδιο του Κολοκοτρώνη: «Αφήστε τον αγώνα τον δικό μας! Κοιτάχτε τον δικό σας! Πού είναι οι τρεις του Σεπτέμβρη, πού είναι το Σύνταγμά σας. Πού είναι οι αγώνες των προγόνων σας! Ο Νοέμβρης είναι παιδί του Μάρτη και σεις παιδιά δικά μας… Οι πεθαμένοι με τα πεθαμένα και οι ζωντανοί με τα ζωντανά…».
Το μήνυμα του πρώτου ανεβάσματος ήταν να σπάσει η αδιαφορία. Το σημερινό είναι να δείξουμε πως «υπάρχει δύναμη μέσα σου», λέει ο Σ. Χατζάκης. «Μετά την περίοδο του θυμού, της εθνικής κατάθλιψης, της καταστροφικής διάθεσης, ο κόσμος θέλει να μεταστρέψει την οργή σε δημιουργία».
Στην πορεία από το 1973 ώς σήμερα αλλάξαμε πολλά. «Ξεχάσαμε να αγαπάμε την ιθαγένεια, την εντοπιότητα, διασύραμε -κάποια παλιόπαιδα- τον Καραϊσκάκη και τον Κολοκοτρώνη, αποκαθηλώσαμε χωρίς λόγο τον μυθικό και επικό ορίζοντα του έθνους. Καίγαμε τις σημαίες στον δρόμο και κάποιοι χαίρονταν ξεχνώντας ότι είναι η σημαία του Πολυτεχνείου, του Ρούπελ, των παππούδων και πατεράδων μας… Κάποιοι αγαπάμε λάθος. Εθνικιστής δεν είμαι, άλλωστε έχω αριστερή καταγωγή, όμως έχω απενοχοποιήσει τις λέξεις “πατρίς, θρησκεία, οικογένεια”. Με ρωτάτε γιατί συγκινείται το κοινό; Ο κόσμος θέλει να επαναπροσδιοριστεί, να ξεχάσει τα ιδεολογήματα».

Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2012

Ο Ν.Βαγενάς απαντά στο Χ.Γιανναρά




Εθνικοί ύμνοι και τσάμικοι
(Από το "ΒΗΜΑ" 22.7.2012)

Δεν ήταν μόνο «Το Βήμα» εκείνο που απηύθυνε πριν από τις εκλογές της 17ης Ιουνίου σε δημόσια πρόσωπα ερώτημα του τύπου «Τι Ελλάδα θέλουμε». Το ερώτημα, που υπαγορευόταν από το όραμα μιας εξόδου από τη σημερινή εξαθλίωση, το έθεσαν και άλλες εφημερίδες, και απάντησε σε αυτό πλήθος διανοουμένων και μη (κυκλοφόρησε και στο Διαδίκτυο). Από τις απαντήσεις ήταν αναμενόμενο ότι θα ξεχώριζε μία: εκείνη του Χρήστου Γιανναρά («Ποια τα σημάδια του καινούργιου», Η Καθημερινή, 17.6.2012), όχι τόσο γιατί οι απόψεις του δεν είναι πάντοτε ξεχωριστές, όσο γιατί με αυτήν ο Χ.Γ. υπερέβη εαυτόν περισσότερο από κάθε άλλη φορά.
Η υπέρβαση αυτή δεν έγκειται τόσο στην αντίφαση ανάμεσα (από τη μια) στη «φαντασιώδη ελπίδα του προσωπικού οραματισμού» του των «πέντε γνωρισμάτων του καινούργιου», τον οποίο ο Χ.Γ. καταθέτει «σαν λυγμό για το ανέφικτο», και στην πεποίθησή του (από την άλλη) για τον «πολιτικό ρεαλισμό του οραματισμού» του• βρίσκεται κυρίως στο πέμπτο σημείο του καινούργιου, το οποίο ο Χ.Γ. παρουσιάζει στο πλαίσιο του ρόλου του λογοτεχνικού καθοδηγητή, που ανέλαβε τον τελευταίο καιρό, και των σχετικών κριτικών του παραινέσεων, που έχουν εκπλήξει τη λογοτεχνική κοινότητα. Το παραθέτω:
«Πέμπτο σημάδι του καινούργιου - τεράστιας συμβολικής και αυτό σημασίας: Αλλαγή του Εθνικού Υμνου. Ο σολωμικός "Υμνος στην [εις την] Ελευθερία[ν]" είναι από τα μετριότερα στιχουργήματα του μεγάλου μας ποιητή, θεματικά περιορισμένος στην απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό και με λεξιλόγιο κυρίως αφηρημένο, νοησιαρχικό. Η μελοποίησή του από τον Μάντζαρο υπέταξε το ποίημα στις σκοπιμότητες εντυπωσιασμού που υπηρετεί η δυτική φανφάρα και ο "Υμνος" ταυτίστηκε με τον επαρχιώτικο εθνικισμό του μεταπρατικού μας κράτους. Το καινούργιο θα μπορούσε να είναι κάτι σαν τον "Τσάμικο" του Νίκου Γκάτσου, στη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι: Μέσα σε τρεις στροφές, με αδρές πινελιές, το πανόραμα της διαδρομής του Νέου Ελληνισμού, δήλωση ταυτότητας και μαρτυρία ήθους. Που μαζί με την αυθεντική ελληνικότητα της μουσικής μεταγγίζουν ιδιαιτερότητα πολιτισμού, όχι ψυχολογική ξιπασιά».
Δεν θα χρειαζόταν να σχολιάσει κανείς την παραπάνω πρόταση, που θυμίζει την - λιγότερο παράδοξη για τα δεδομένα του 1891 - πρόταση του Α. Ρ. Ραγκαβή να αντικατασταθεί ως εθνικός ο «Υμνος» του Σολωμού με τον δικό του «Βασιλικό Υμνο», αν τη συμμετοχή στον προσωπικό λυγμό του o Χ.Γ. δεν την όριζε ως γνώμονα πνευματικής επάρκειας• διότι, γράφει:
«Ο πολιτικός ρεαλισμός του οραματισμού [μου] θα εκτιμηθεί ανάλογα με το επίπεδο της κατά κεφαλήν καλλιέργειας των εκτιμητών».
Ας δούμε, λοιπόν, πώς θα εκτιμούσε την πρόταση του Χ.Γ. ένας ρεαλιστής εκτιμητής.
Θα αμφέβαλλε, πρώτα, για την κριτική ευστοχία της βεβαιότητας ότι ο «Υμνος» δεν είναι ποίημα αλλά «στιχούργημα», και μάλιστα από τα «μετριότερα» του Σολωμού (διότι για τα ελληνικά ποιητικά δεδομένα της εποχής - και όχι μόνο γι' αυτήν - ο «Υμνος» είναι ένα καλλιτεχνικό επίτευγμα). Θα σημείωνε, έπειτα, ότι ο «Υμνος» έχει το ηρωικό περιεχόμενο που πρέπει να έχει ένας εθνικός ύμνος: υμνεί, με λεξιλόγιο κάθε άλλο παρά «αφηρημένο, νοησιαρχικό», την ελευθερία των λαών, επικεντρούμενος στην εθνική απελευθέρωση των Ελλήνων. Θα απορούσε, ακόμη, που ο Χ.Γ. πιστεύει ότι ο «Υμνος» συνέβαλε στην κατασκευή «της αερογέφυρας που στήσαμε πηδώντας πάνω από εικοσιπέντε αιώνες για να φανούμε απόγονοι του Περικλή και του Αριστοτέλη»• διότι ο Σολωμός - όπως άλλωστε και ο Μάντζαρος και γενικότερα οι Επτανήσιοι - πίστευε (το δείχνει στο έργο του) στην αδιάσπαστη συνέχεια του Ελληνισμού. Και θα αναρωτιόταν γιατί ο Χ.Γ. δεν πρότεινε, ως έκτο γνώρισμα του καινούργιου, και την αλλαγή της γαλανόλευκης σημαίας με την κιτρινόμαυρη του δικέφαλου αετού.
Μέτριο στιχούργημα, αφελές και νοησιαρχικό - θα αντέτεινε ο ρεαλιστής εκτιμητής - είναι το προτεινόμενο τραγούδι του Γκάτσου, με τους «τρεις [βυζαντινούς] αντρειωμένους» - τον «Διγενή», τον «Νικηφόρο» (ποιον απ' όλους;), «τον γιο της Αννας της Κομνηνής» (ποιον από τους δύο;) - και τον νεότερο «Νικηταρά», που «χορεύουν» σε ένα εθνοφολκλορικό «πανηγύρι» «για να γλυτώσουν μια φλούδα γης απ' το τσακάλι και την αρκούδα»! (και, βέβαια, η Αννα Κομνηνή θα αμφισβητούσε τα περί αερογέφυρας, αφού ήταν περήφανη για την αρχαιοελληνική κληρονομιά της).
Το στιβαρό ποίημα του Σολωμού - θα πρόσθετε ο εκτιμητής -, διαφορετικά από το μελό στιχούργημα του Γκάτσου, συναιρεί τους πόθους του νέου Ελληνισμού σε ένα πανελλήνιο συναίσθημα (γιατί, άραγε, ο Κρητικός ή ο Μακεδόνας θα πρέπει να έχει έναν τσάμικο - η λέξη παραπέμπει στους αλβανούς μουσουλμάνους - για εθνικό ύμνο;).
Το ίδιο συναίσθημα - θα κατέληγε - εκφράζει και η εύτονη μελοποίηση του «Υμνου» από τον Μάντζαρο, που μαζί με τους στίχους του Σολωμού μόνο «ψυχολογική ξιπασιά» δεν μεταγγίζει• προσθέτοντας ότι η μελοποίηση του «Τσάμικου», που κινείται στον χώρο της ελαφρότερης μουσικής του Χατζιδάκι, δεν έχει τίποτε το ελληνοπρεπές, όπως και αν όριζε την ελληνικότητα ένας ιδεοληπτικός της. Εκτός αν θεωρούσαμε ότι το τρίσημο μέτρο της μελωδίας του, που απαντά σε όλα τα μήκη και πλάτη της υφηλίου και που χαρακτηρίζει πρωτίστως το βαλς (ο εν λόγω «Τσάμικος» χορεύεται θαυμάσια σε σαλόνι), αποτελεί απόδειξη ελληνικότητας.

Ο κ. Νάσος Βαγενάς είναι καθηγητής της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.


ΠΗΓΗ:ΒΗΜΑ:http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=467913&wordsinarticle=%ce%92%ce%91%ce%93%ce%95%ce%9d%ce%91%ce%a3

Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2012

Η άνοδος του ιταλικού φασισμού και οι σχέσεις του με τον αναρχισμό, το συνδικαλισμό και το σοσιαλισμό


Το ενδιαφέρον της παρακάτω μελέτη , πέρα από την πλούσια τεκμηρίωση , την αξιολογική ουδετερότητα και τον γλαφυρό τρόπο με τον οποίο είναι γραμμένη ,είναι ότι αποδεικνύει αυτό που ο Π.Κονδύλης ονομάζει "ετερογονία των σκοπών στην  ιστορία", δηλαδή το γεγονός ότι σε πολλές περιπτώσεις τα αποτελέσματα που παράγονται είναι αντίθετα από τις αρχικές επιθυμίες και τις επιδιώξεις των πολιτικών υποκειμένων.Έτσι ένα κίνημα που ξεκινά ως ακραία ριζοσπαστικό  θα καταλήξει σε μια από τις μορφές του ολοκληρωτισμού.

Η άνοδος του ιταλικού φασισμού και οι σχέσεις του με τον αναρχισμό, το συνδικαλισμό και το σοσιαλισμό
Του Λάρυ Γκάμποουν*
Η κυβέρνησή του διαπράττει στην Ιταλία ... ό,τι η σοβιετική κυβέρνηση έχει διαπράξει στη Ρωσία. Τα πιο αγωνιστικά φιλε­λεύθερα στοιχεία είναι βαθιά αποκαρδιωμένα ... Αυτό που σύντομα θα γίνει είναι ένα μεγάλο σοσιαλιστικό κράτος ... αυστηρά συγκεντρωτικό ... μέχρι την παραμικρή λεπτομέρεια ... Σε 10 χρόνια, θα έχει οικοδομηθεί ένα κράτος όπου δε θα υπάρχει κανένα ίχνος ευρωπαϊκού "φιλελευθερισμού" ή δη­μοκρατικής "ελευθερίας".
Γουίντχαμ Λιούις, Άγγλος οπαδός του φασισμού (1926)
Το μονοπάτι όπου βαδίζουν αυτοί οι άνθρωποι είναι πά­ντοτε το ίδιο. Αρχικά είναι αναρχικοί ή ακραίοι σοσιαλιστές, κατόπιν "προσηλυτίζονται" στον εθνικισμό και δημιουργούν αξιοσημείωτες μεσσιανικές ιδέες ... και φορτίζουν τον ακίνδυ­νο εθνικισμό των ενώσεων και των κομμάτων με το δυναμίτη της αναρχικής ετοιμότητας για δράση.
Ότο Στράσερ, αριστερός ναζιστής1
Λάρυ Γκάμποουν (Larry Gambone) ζει στο Μόντρεαλ του Καναδά και είναι εκδότης της αναρχικής εφημερίδας . Any Time Now. Η μετάφραση είναι του Γιάννη Καρύτσα.
ΤΟ ΠΡΟ-ΦΑΣΙΣΤΙΚΟ ΙΤΑΛΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ
Ο χαρακτήρας της ιταλικής ενοποίησης και του ιταλικού κράτους διαδραμάτισαν ένα σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη του φασισμού. Η ενοποιημένη Ιταλία δεν ήταν προϊόν μιας λαϊκής επανάστασης, αλλά συντελέστηκε εκ των άνω από το Βασίλειο του Πεδεμοντίου. Ως εκ τούτου, υπήρχε ελάχιστη ταύτιση με αυτό το κράτος, καθώς οι άνθρωποι σκέπτονταν τους εαυτούς τους ως Ρωμανιόλους, Σικελιάνους ή Τοσκανέζους. Οι πολιτικοί ηγέτες δεν εμπιστεύονταν το λαό και έτσι υιοθέτησαν το γαλλικό συγκεντρωτισμό ή το γιακωβίνικο μοντέλο του κράτους, το οποίο αποξένωσε περαιτέρω τον πληθυσμό και επίσης ενθάρρυνε τη διαφθορά. Η έλλειψη εμπιστοσύνης των ελίτ απέναντι στο λαό σήμαινε και περιο­ρισμένα πολιτικά δικαιώματα. Ακόμα και το 1882, μόνον το 7% του ανδρικού πληθυσμού είχε δικαίωμα ψήφου. Το κρά­τος ήταν πολύ αυταρχικό θέτοντας εκτός νόμου το Σοσιαλι­στικό Κόμμα το 1894 και επιβάλλοντας στρατιωτικό νόμο το 1898, χρονιά κατά την οποία σκοτώθηκαν από το στρατό 118 άτομα μόνο στο Μιλάνο. Ο οικονομικός προστατευτισμός προς όφελος των καθυστερημένων και ζημιογόνων βιομηχα­νιών οδήγησε στη διαφθορά και την άνοδο των τιμών.2
Παρά τον -ή σωστότερα λόγω τού- αυταρχισμό του, το ιταλικό κράτος ήταν αδύναμο και ποτέ δεν πέτυχε να δη­μιουργήσει μια γνήσια εθνική ενότητα ούτε μπόρεσε να εν­θαρρύνει την οικονομική ανάπτυξη. Από τη στιγμή που οι κυβερνώντες αυτοπαρουσιάζονταν ως φιλελεύθεροι, για πολλούς Ιταλούς αυτή η αξιοθρήνητη κατάσταση αποτελού­σε ένα παράδειγμα δημοκρατίας και φιλελευθερισμού και όχι, όπως πραγματικά ήταν, ένα παράδειγμα των αντιθέτων τους. Αυτός ο ψευδο-φιλελευθερισμός των κυβερνώντων δημιούργησε εχθρικότητα απέναντι στις φιλελεύθερες αξίες. Έτσι, στη σκέψη και των συντηρητικών και των ριζοσπα­στών η δημοκρατία, η ανοχή, ο συμβιβασμός, η ορθολογική επιχειρηματολογία, οι ελεύθερες αγορές και η ειρήνη είτε θεωρούνταν απάτες είτε εξισώνονταν με την αδυναμία και τη διαφθορά. Μέγα μέρος της ιταλικής ιστορίας χαρακτηριζόταν από τη θρησκευτική μισαλλοδοξία, τη βεντέτα, τη ληστεία και τις βίαιες συνωμοτικές ομάδες, όπως η Μαφία και οι Καρμπονάροι. Αυτή ήταν η μήτρα από την οποία θα ανα­πτυσσόταν η φασιστική ιδεολογία.
Τρεις τάσεις συνενώθηκαν για να σχηματίσουν το φασι­στικό κίνημα· οι πρωτοφασίστες συνδικαλιστές, οι εθνικιστές και οι μουσολινικοί σοσιαλιστές. Επειδή ο Μπενίτο Μουσο­λίνι είναι ο φασίστας για τον οποίον όλοι έχουμε ακούσει καθώς και ο επικεφαλής του κινήματος, θα αρχίσω τη συζή­τηση με αυτόν.
Ο ΝΕΑΡΟΣ ΜΟΥΣΟΛΙΝΙ
Ο Μπενίτο Μουσολίνι καταγόταν από τη Ρωμάνια, τον κλασικό τόπο της πολιτικής βίας3 Πριν από την άνοδο του επαναστατικού σοσιαλισμού και του μπακουνισμού, η επαρ­χία κατακλύστηκε από τη βία των Γιακωβίνων και των Καρ­μπονάρων. Μία πολύ φτωχή επαρχία της Ιταλίας , που κατοι­κούνταν κυρίως από ακτήμονες εργάτες γης, η Ρωμάνια ήταν η γη της αιματηρής βεντέτας. Κατά τη διάρκεια των τελευ­ταίων δεκαετιών του 19ου αιώνα, αυτές οι βεντέτες πήραν τη μορφή βίαιων διαμαχών μεταξύ των ρεπουμπλικάνων και των σοσιαλιστών επαναστατών (κυρίως των αναρχοκομμουνιστών). Μεταξύ των τελευταίων, η εξέχουσα προσωπικότη­τα και ο πραγματικός ιδρυτής του τοπικού κινήματος ήταν ο Αλεσάντρο Μουσολίνι, πατέρας του Μπενίτο. Μολονότι ο Αλεσάντρο τάχθηκε υπέρ του σοσιαλισμού κατά τη δεκαετία του 1880, παρέμεινε κοντά στους αναρχοκομμουνιστές τοπο­θετούμενος μεταξύ του μαρξισμού και του αναρχισμού. Αυτή την περίοδο, ο αναρχισμός είχε απολέσει τα στηρίγματά του στην Ιταλία, η προπαγάνδα με τη δράση και οι αποτυχημένες εξεγέρσεις τον είχαν αποξενώσει από το λαό. Ένα από τα αποτελέσματα αυτής της αποτυχίας ήταν το ότι μια ομάδα αναρχοκομμουνιστών υιοθέτησε την τρομοκρατία και τη βία στην πιο ακραία μορφή τους υποστηρίζοντας ότι η επανάστα­ση είναι η διαρκής δράση της διάπραξης κάθε είδος εγκλήμα­τος εναντίον της δημόσιας τάξης4 Ο Αλεσάντρο Μουσολίνι δε συμπαθούσε αυτές τις δραστηριότητες και έτσι έγινε ο ιδρυτής και ο ηγέτης του σοσιαλιστικού κινήματος της πόλης του. Οι εργάτες τον εκτιμούσαν και τον σέβονταν βαθύτατα. Μολονότι δεν ήταν πολιτικά σεκταριστής, ήταν βίαιος αντικληρικαλιστής. Ο ακραίος αντικληρικαλισμός ήταν ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της κοινωνίας της Ρωμάνιας. Οι σοσιαλιστές και οι αναρχικοί ξόδευαν περισσότερο χρόνο για να επιτίθενται στη θρησκεία παρά σε άλλες πλευρές της κοι­νωνίας.
Ο ακραίος αναρχοκομμουνισμός ήταν φανατικός, αυταρ­χικός και αδιάλλακτος. Οι υποστηρικτές του έκαναν τα πά­ντα για να διεγείρουν το μίσος και την εχθρότητα εναντίον των αντιπάλων τους στρώνοντας έτσι το έδαφος για την εκ­δίκηση και τον αποδιοπομπαίο τράγο της προπαγάνδας του φασισμού. Η κυνική στάση τους απέναντι σε όλες τις πλευ­ρές της κοινωνίας, η δικαίωση της τρομοκρατίας μέσω των σκοπών και η επιθυμία για μια σαρωτική επανάσταση προ- ανήγγειλαν επίσης το φασιστικό μηδενισμό. Για τον Κάρλο Καφιέρο, έναν κυριολεκτικά παράφρονα ηγέτη των εξτρε­μιστών, η βίαιη δράση ήταν καλή αυτή καθεαυτήν, κάτι που αποτελεί μία γνήσια φασιστική άποψη. Οι εξτρεμιστές ήταν ειδικοί στο να επιτίθενται στους "μετριοπαθείς" αναρχοκομ- μουνιστές -όπως στον Ερίκο Μαλατέστα, που τον απείλησαν ακόμα και με πυροβολισμό- και στο να οργανώνουν ένοπλες ληστείες.5 Το περιοδικό Σκέψη και Δυναμίτης , που εκδιδόταν από τους τρομοκράτες, έγραφε το 1891: για να θριαμβεύσει πλήρως η Κοινωνική Επανάσταση, είναι αναγκαίο να καταστραφεί στο σύνολό της η μπουρζουαζία. Γυναίκες, γέροι και παιδιά, όλοι πρέπει να πνιγούν στο αιμα.
Τέτοιες απόψεις είναι κατά πολύ χειρότερες από αυτές που αργότερα υποστήριξαν οι Ιταλοί φασίστες έχοντας πε­ρισσότερα κοινά με τον Πολ Ποτ παρά με τον Ντούτσε. Δε­δομένου αυτού του πολιτιστικού και πολιτικού υποβάθρου, δεν είναι περίεργο που ο Μπενίτο ήταν ένας γεννημένος εξ­τρεμιστής. Σε ηλικία 17 ετών, ο νεαρός σοσιαλιστής επαι­νούσε τη δολοφονία του βασιλιά Ουμπέρτο από έναν αποκα­λούμενο αναρχικό και υποστήριζε την πολιτική βία ως μέσο αγώνα. Διακατεχόταν από έντονη αντιθρησκευτικότητα και στην πραγματικότητα ήταν, σε αυτό τον τομέα, πιο ριζο­σπαστικός από ό,τι οι περισσότεροι σοσιαλιστές ... ακριβώς όπως οι αναρχικοί1 Η σχέση του με το αναρχικό κίνημα ή­ταν στενή και εγκάρδια. Το 1903, ήταν ομιλητής, μαζύ με τον αναρχικό Λουίτζι Μπερτόνι, σε μια συνάντηση και καταγρά­φηκε ως ένας αναρχικός από το ιταλικό προξενείο της Γε- νεύης.8 Μιλώντας στην Ελβετία για τον ιταλικό σοσιαλισμό, υπογράμμισε την επαναστατική φύση του, αρνήθηκε ότι εί­ναι αναρχικός, αλλά υποστήριξε ότι είναι επαναστάτης. Ο Μουσολίνι απελάθηκε από την Ελβετία και κατηγόρησε για την απέλασή του τους Ελβετούς μεταρρυθμιστές σοσιαλι­στές, σε ένα άρθρο που δημοσίευσε σε μια αναρχική εφημε­ρίδα με τον τίτλο Η Εξέγερση .
Το 1904, ο Μουσολίνι συζήτησε για το ζήτημα της θρη­σκείας με τον Αιμίλιο Βαντερβέλντε. Για τον τελευταίο, και για την τεράστια πλειονότητα των σοσιαλιστών, η θρησκεία ήταν ένα ιδιωτικό ζήτημα και ήταν λάθος να διαιρείται η ερ­γατική τάξη με βάση τη θρησκεία. Ο Μουσολίνι, υπερασπι­ζόταν τον αθεϊσμό, πήγαινε μάλιστα τόσο μακριά, που κατη­γορούσε τον Χριστό υποστηρίζοντας ότι η ηθική του οδηγεί στη βλακεία και την ανανδρία, μία άποψη πολύ πέραν της τυπικής αντικληρικαλιστικής στάσης. Οι απόψεις του για τη θρησκεία, την κυβέρνηση, τη δημοκρατία, το μιλιταρισμό και τη χρήση βίας βρίσκονταν πλησιέστερα σε εκείνες των εξτρεμιστών αναρχοκομμουνιστών παρά σε εκείνες των σο­σιαλιστών. Ο νεαρός Μουσολίνι ήταν ... πάντοτε ένας ακρο­αριστερός ή επαναστάτης σοσιαλιστής9
Ο ΜΟΥΣΟΛΙΝΙ ΚΑΙ Ο ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΜΟΣ
Το 1920, ο Αρτούρο Λαμπριόλα (ένας ακόμα μελλοντικός φασίστας, που δεν πρέπει να συγχέεται με τον Ιταλό φιλόσο­φο Αντόνιο Λαμπριόλα) και ο Μόκι εξέδωσαν το περιοδικό Σοσιαλιστική Πρωτοπορία για να προωθήσουν το συνδικα­λισμό. Ο Μπενίτο θαύμαζε τον Λαμπριόλα και έγινε ένας βασικός συνεργάτης του περιοδικού. Προώθησε την άποψη ότι οι μεταρρυθμίσεις αποδυνάμωναν την εργατική τάξη, ασκούσε δριμεία επίθεση στο φιλελευθερισμό και ποτέ δεν έχανε την ευκαιρία να δυσφημεί την αντιπροσωπευτική μορφή κυβέρνησης1 Πίστευε ότι οι μοναρχικοί και η θρησκευτική δεξιά ήταν καλύτερο να αντιμετωπίζονται με την άμεση δρά­ση και τον ταξικό πόλεμο. Κατά τη διάρκεια αυτής της πε­ριόδου, συμπαθούσε το αναπτυσσόμενο συνδικαλιστικό κί­νημα, αλλά θα ήταν εσφαλμένο να πούμε ότι ήταν συνδικαλι­στής. Όμως, το 1908, η συνδικαλιστική τάση του Σοσιαλι­στικού Κόμματος εκδιώχθηκε από τους μετριοπαθείς σοσια­λιστές. Ο Μουσολίνι και κάποιοι άλλοι φιλοσυνδικαλιστές κατάφεραν να αποφύγουν την εκδίωξη τους από το Σοσια­λιστικό Κόμμα και το 1912 είχαν αποκτήσει αρκετή δύναμη για να πάρουν στα χέρια τους το Κόμμα από τη μετριοπαθή τάση.
Πριν προχωρήσουμε, ίσως είναι απαραίτητο να προσδιο­ρίσουμε τον όρο συνδικαλισμός. Σε γενικές γραμμές, είναι μια μορφή ριζοσπαστικού τρεϊντγιουνιονισμού, που επιδιώ­κει να αντικαταστήσει τον καπιταλισμό και το Κράτος με τον έλεγχο των εργατών μέσω της δομής των τοπικών δημοκρα­τικών συνδικάτων και άλλων εθελοντικών ενώσεων. Οι βα­σικές ιδέες του συνδικαλισμού είχαν τις ρίζες τους στον αναρχισμό, ειδικά σε στοχαστές όπως ο Προυντόν και ο Μπακούνιν, αλλά η ιδέα του συνδικαλισμού καρποφόρησε κατά τη δεκαετία του 1890 με τον Φερδινάνδο Πελουτιέ. Πρόκει­ται για τον αναρχοσυνδικαλισμό. Ορισμένοι μαρξιστές επη­ρεάστηκαν από τη δράση των αναρχοσυνδικαλιστών και δια­μόρφωσαν μια ξεχωριστή μαρξιστική τάση του συνδικαλι­σμού. Είναι από το μαρξιστικό συνδικαλισμό, και όχι από τον αναρχοσυνδικαλισμό, που αναπτύσσεται ο φασιστικός συνδικαλισμός.
Όλη αυτή την περίοδο, ο Μουσολίνι ασχολούνταν πολύ με τον επαναστατικό αναρχισμό. Διάβαζε όλα τα αναρχικά περιοδικά και μετέφρασε στην ιταλική γλώσσα το έργο του Κροπότκιν Αναμνήσεις Ενός Επαναστάτη. Αργότερα, μετέ­φρασε τα έργα του Ρεκλύ Ο Άνθρωπος και η Γη και του Κροπότκιν Η Γαλλική Επανάσταση. Αντιπαθούσε το μετριο­παθή αναρχισμό γράφοντας στην αναρχική εφημερίδα Ελεύ­θερη Σελίδα ότι: ο αναρχισμός που υιοθετείται από τις μάζες χάνει το μεγαλείο του, τον ηρωισμό του, επειδή οι μάζες είναι άνανδρες ... μόνον οι μεγαλειώδεις βίαιοι άν­θρωποι, που ζουν πέραν του καλού και του κακού, μπορεί να αποκαλούνται αναρχικοί1 Αυτό δε σημαίνει ότι ήταν αναρ­χικός και ποτέ δεν αυτοπροσδιορίστηκε ως τέτοιος, απλά θαύμαζε το θάρρος, τη βία και τον εξτρεμισμό των ακραίων αναρχικών. Ο Μουσολίνι, επίσης, εξυμνούσε τις δήθεν αρε­τές των συνωμοτών Μπαμπέφ και Μπλανκί. Ο πυρήνας της πολιτικής φιλοσοφίας του και ένα σταθερό χαρακτηριστικό και της σοσιαλιστικής και της φασιστικής σταδιοδρομίας του είναι η πίστη του στην αναγκαιότητα και την αποτελεσματικότητα της βίας ως μέσου για την κοινωνική αλλαγή12
Υπάρχουν πολυάριθμα παραδείγματα της εξύμνησης της βίας από τον Μουσολίνι. Υποστήριζε την προπαγάνδα με τη δράση και τους οπαδούς της και έγραψε ότι η απαλλοτρίωση θα συνοδευτεί για μια κατά το μάλλον ή ήττον μακρά περίοδο από βίαιες ενέργειες.13 Ο Μουσολίνι επιδοκίμασε τη βόμβα στο ^Ιοη ΤΗεαΐΓε του Μπουένος Άιρες το 1910, σε ένα άρ­θρο του στην εφημερίδα Ταξική Πάλη και υποστήριξε επίσης τους αποκαλούμενους αναρχικούς της υπόθεσης . Η συμπάθειά του προς τη βία δεν ήταν απλώς φιλολο­γική. Το 1909, αναμίχθηκε σε ένα σχέδιο ανατίναξης ενός αστυνομικού σταθμού στο Τρέντο.14
Μπορούμε να καταλάβουμε το μελλοντικό φασισμό του από τα πρώιμα γραπτά του. Το νέο σοσιαλιστικό σύστημα θα πραγματωνόταν μόνο μέσα από το θρυμματισμό της παλιάς κοινωνίας ... Μόνο διαμέσου του θανάτου, η ανθρωπότητα θα φτάσει στις κορυφές του ιδεώδους15 Έβλεπε το σοσιαλισμό ως τη σημαντικότερη πράξη άρνησης και καταστροφής μέσα στην ιστορία και πίστευε ότι ο σοσιαλισμός είναι πολεμικός.16 Πρέ­πει να σημειώσουμε ότι ο Μουσολίνι δεν ήταν καθόλου ένας κακοποιός ή ένας αμαθής δημαγωγός αλλά ένας μορφωμένος και καλλιεργημένος άνθρωπος. (Οι εργάτες τον αποκαλού­σαν καθηγητά Μουσολίνι) Ήταν ένας παμφάγος αναγνώ­στης, έγραφε ποίηση και νουβέλες εξ ίσου καλά με τη γόνιμη δημοσιογραφία του και ακόμα έβρισκε χρόνο για να παίζει βιολί. (Μάλλον, έπαιζε καλά) Δεν ήταν ποτέ καριερίστας ούτε έδειξε ποτέ κάποιο σημάδι εξαγοράς ζώντας σαν φτωχός εργάτης και ξοδεύοντας τα περισσότερα χρήματά του στα βιβλία.17
Ο κοινωνιολόγος Βιλφρέντο Παρέτο ήταν πολύ αγαπητός στους συνδικαλιστές για τις κριτικές του εναντίον του φιλε­λευθερισμού, της δημοκρατίας και του μετριοπαθούς σοσια­λισμού. Το ίδιο αγαπητός ήταν και στον Μουσολίνι, μέχρι το σημείο να παρακολουθεί τις διαλέξεις του. Μια πλευρά της σκέψης του Παρέτο, που άρεσε ιδιαίτερα στο μελλοντικό Ντούτσε, ήταν η άποψή του για τις ελίτ. Ο Παρέτο πίστευε ότι η καπιταλιστική τάξη ήταν τελειωμένη ιστορικά και ότι επρόκειτο να αντικατασταθεί από μια καινούργια ελίτ προ­ερχόμενη από το προλεταριάτο. Ο Μουσολίνι προσέδωσε σε αυτή την άποψη του Παρέτο τη σημασία ότι η νέα κοινωνική ελίτ είναι ήδη τώρα συγκροτημένη μέσα στα συνδικάτα ... τον πυρήνα της μελλοντικής οικονομικής οργάνωσης πάνω σε μια κομμουνιστική βάση ... 18 Αυτή η άποψη, μεταφρασμένη μέσα στο περιβάλλον του Σοσιαλιστικού Κόμματος, σήμαινε ότι το κόμμα αποτελούσε μια επαναστατική ελίτ και ότι η διαρ­κής προπαγάνδα και δράση ήταν απαραίτητη για να διατη­ρείται η ελίτ σε αγωνιστική ετοιμότητα. Ποτέ δε μιλούσε για τις "μάζες", μόνο για τη μειονότητα, πιστεύοντας ότι οι μά­ζες είναι συνώνυμο της μετριότητας και της αδράνειας. Στις μάζες αποδιδόταν ένας παθητικός ρόλος με το να υποστηρί­ζουν τη νέα σοσιαλιστική ελίτ στον αγώνα της κατά της μπουρζουαζίας. Ήταν ένας φανατικός μπλανκιστής ... ένας πνευματικός αδερφός του Λένιν.19 Εδώ, σταματάμε την εξέ­ταση του σοσιαλιστή πρωτο-φασίστα Μουσολίνι και περνά­με στην εξέταση μιας άλλης τάσης που συντέλεσε στην άνο­δο του φασισμού.
Ο ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ
Ανεξάρτητα από τον Μουσολίνι και την τάση του, οι μαρ­ξιστές συνδικαλιστές συνέβαλαν τα μέγιστα στην ανάπτυξη του φασισμού. Αυτοί οι πρωτο-φασίστες συνδικαλιστές δεν ήταν ποτέ μουσολινικοί ούτε και δεξιοί εθνικιστές, αλλά α­νέπτυξαν ένα δικό τους αριστερό κορπορατισμό ή εθνικό συνδικαλισμό. Η κατεύθυνση που έδωσε ο Μουσολίνι στο φασιστικό καθεστώς ήταν διστακτική και αβέβαιη σε μεγάλο βαθμό. Ήταν μόνον εξαιτίας τού ότι οι συνδικαλιστές ... προε­τοίμασαν το έδαφος και συνέχισαν να επιμένουν στην ιδέα τους για το φασισμό που το καθεστώς άρχισε να κινείται προς τον ολοκληρωτικό κορπορατισμό.20
Οι σημαντικότεροι από αυτούς ήταν ο Σέρτζιο Πανού- ντσιο, ο Ολιβέτι, ο Ροσόνι, ο Οράνο και ο Λαντσίλο. (Ο Ολιβέτι και ο Πανούντσιο επηρέασαν τον Μουσολίνι τα χρόνια 1904-1908) Να σημειώσουμε ότι οι περισσότεροι συνδικαλι­στές οργανωτές της εργατικής τάξης έγιναν φασίστες2
Τη μεγαλύτερη επίδραση στην ανάπτυξη του φασιστικού συνδικαλισμού άσκησε ο Σέρτζιο Πανούντσιο. Μετά την Πορεία προς τη Ρώμη, έγινε μέλος του Φασιστικού Συμβου­λίου των Αντιπροσώπων, διευθυντής του Κόμματος και επι­κεφαλής του Συμβουλίου των Συντεχνιών. (Επρόκειτο για πολύ σημαντικές θέσεις) Ο Ολιβέτι, ο εκδότης της Ελεύθερης Σελίδας, έγινε επίσης μέλος του Συμβουλίου των Συντεχνιών. Ο Ροσόνι ήταν επικεφαλής της Φασιστικής Συνδικαλιστικής Ομοσπονδίας από το 1922 μέχρι το 1928. Πρέπει με σαφή­νεια να αναφέρουμε ότι πριν από το 1914 όλοι αυτοί ήταν ενεργοί συνδικαλιστές.
Ο ιταλικός συνδικαλισμός αναπτύχθηκε διαφορετικά από το γαλλικό. Ο τελευταίος υπήρξε η φυσική ανάπτυξη μιας σύνθεσης ενός προϋπάρχοντος συνδικαλιστικού κινήματος και του αναρχισμού (και ώς ένα βαθμό, του μαρξισμού και του μπλανκισμού). Ο ιταλικός συνδικαλισμός είχε τις ρίζες του σε μια αντιμεταρρυθμιστική τάση του Σοσιαλιστικού Κόμματος, που συγκροτήθηκε το 1902 από τον Λαμπριόλα και τον Μόκι. Ήταν, από θεωρητικής απόψεως, μαρξιστικός και όχι αναρχικός. Η συνδικαλιστική τάση κέρδισε οπαδούς, αλλά οι μεταρρυθμιστές σοσιαλιστές είχαν μεγάλη δύναμη. Το μεγαλύτερο πρόβλημα των συνδικαλιστών ήταν η επιτυ­χία των μεταρρυθμιστών σοσιαλιστών στο βιομηχανικό Βορ­ρά. Οι συνδικαλιστές έτειναν να περιοριστούν στον υποα­νάπτυκτο Νότο. Αυτή η κατάσταση ήταν θλιβερή για ένα υποτιθέμενο προλεταριακό κίνημα.22 Οι συνδικαλιστές πα­ρέμειναν ορθόδοξοι μαρξιστές, αλλά οι θεωρητικές δυσκο­λίες και η αποτυχία να κερδίσουν οπαδούς μεταξύ των βιο­μηχανικών εργατών στο Βορρά τούς ώθησε να αρχίσουν τις αμφισβητήσεις.23
Ο Αρτούρο Λαμπριόλα είχε ήδη γράψει ότι η οικονομία δεν ακολουθούσε τις προφητείες του Μαρξ. Αρνούνταν ότι ο καπιταλισμός θα κατέρρεε. Όπως ο Λένιν, έδωσε την έμφαση στο βολονταρισμό. Το πρόβλημα ήταν, δεδομένου του δόγ­ματος του οικονομικού ντετερμινισμού που ο Λαμπριόλα δεν το απέρριπτε εν όλω, γιατί το προλεταριάτο δεν επαναστατεί ποτέ σε μια αναπτυγμένη καπιταλιστική οικονομία; Ο Παρέτο παρέσχε μία γρήγορη απάντηση. Η νέα προλεταριακή ε­λίτ, δηλαδή οι μαχητικοί συνδικαλιστές, θα αντικαθιστούσε την παλιά μπουρζουαζία.24 Καθώς τα χρόνια περνούσαν, οι διαψευσμένοι συνδικαλιστές γίνονταν όλο και περισσότερο εχθρικοί προς τους μεταρρυθμιστές σοσιαλιστές. Αυτό τους οδήγησε στην αντιμετώπιση του Σοσιαλιστικού Κόμματος ως του μεγαλύτερου εχθρού της Συνδικαλιστικής Επανάστα- σης.25 Ο Πανούντσιο, το 1906, επαναλαμβάνοντας εν αγνοία του τον Λένιν, δήλωνε ότι οι εργάτες δεν ήταν εγγενώς επα­ναστάτες και έπρεπε να γίνουν με την ένταξή τους σε μια επαναστατική οργάνωση, όπως ήταν τα συνδικάτα.
Η σχέση των Ιταλών συνδικαλιστών με τον αναρχισμό α­ξίζει να αναφερθεί πάλι σε αυτό το σημείο. Οι Ιταλοί συνδι­καλιστές απέρριπταν τον αναρχισμό. Και αυτό διότι ο ιταλι­κός αναρχισμός εξήρε ακόμη την αρχαϊκή και αυτοαπαρνητική ιδέα του εξεγερτισμού. Ο Πανούντσιο, θέτοντας απέναντί του έναν πλασματικό αντίπαλο, κατήγγειλε επίσης τις αναρ­χικές ενώσεις ως "ατομικιστικές" προτιμώντας τις ισχυρές εργατικές οργανώσεις τις θεμελιωμένες σε μια "οργανικά θεσμική" βάση και όχι σε ένα φυσικό συμβόλαιο. Και ενώ ήταν αντικρατιστές στα λόγια, οι συνδικαλιστές δεν ήταν καθόλου αντιεξουσιαστές.26 Τα άτομα που έγιναν συνδικαλι­στές και αριστεροί φασίστες είχαν κοινές προσωπικές αξίες και ανάγκες, που δεν εκπήγαζαν απευθείας από την κοινωνι- κο-οικονομική τους κατάσταση ... Οι συνδικαλιστές ήταν γενι­κά άνθρωποι χαμηλής ανεκτικότητας απέναντι στην αμφιλογία και τη διαμάχη .... και επίσης απέναντι στην επιπολαιότητα, με μια τάση προς τη ρητορική, την αφαίρεση και την υπερβολή ,.22 Με άλλα λόγια, ήταν αυταρχικές προσωπικότητες.
Από το 1905 έως το 1908, οι συνδικαλιστές αποχώρησαν από το Σοσιαλιστικό Κόμμα και ηττήθηκαν μέσα στα συνδι­κάτα. Έγιναν μια μικρή μειονότητα μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα. Οι σημαντικές απεργίες των ετών 1907-8, που καθο­δηγήθηκαν από αυτούς, ηττήθηκαν. Οι συνδικαλιστές ηγέτες άρχισαν να απορρίπτουν την ιδέα της επαναστατικής αποκά­λυψης καθώς και την ιδέα μιας επανάστασης μέσω της γενι­κής απεργίας. Αισθάνονταν ότι οι εργάτες χρειάζονταν μια μακρά περίοδο προετοιμασίας πριν από την έναρξη της Συν­δικαλιστικής Επανάστασης.28 Η αποτυχία του μαρξιστικού δόγματος γινόταν όλο και πιο εμφανής. Άρχισαν να βλέπουν ότι τα προβλήματα της Ιταλίας δεν ανάγονταν στον καπιτα­λισμό, αλλά στο ότι η Ιταλία δεν ήταν αρκετά καπιταλιστική. Η Ιταλία ήταν οικονομικά υποανάπτυκτη, και η κύρια αιτία αυτής της κατάστασης αποδιδόταν στο ιταλικό κράτος, που ήταν παρασιτικό και καταστροφικό απέναντι στην υγιή καπι­ταλιστική οικονομία. Έτσι, τα προβλήματα της Ιταλίας προσλάμβαναν μια ιδιαιτερότητα και δεν εξηγούνταν με μια σαρωτική μαρξιστική γενίκευση ή με έναν άκομψο οικονομι­κό αναγωγισμό.29 Μία από τις μείζονες αιτίες του φασισμού ήταν η αποτυχία της μαρξιστικής ιδεολογίας να περιγράψει τον πραγματικό κόσμο. Οι συνδικαλιστές υιοθέτησαν την ιδέα της ανάγκης για μία επαναστατική ελίτ και για μία εθνι­κή επανάσταση. Αλλά υπήρχε κάτι για το οποίο δε μετέβα­λαν τη θέση τους ακόμα και ως φασίστες: η επιθυμία τους για μία οικονομία βασισμένη στα συνδικάτα.
Το 1912, οι επαναστάτες συνδικαλιστές ενώθηκαν για να δημιουργήσουν τη Συνδικαλιστική Ένωση Ιταλίας ερχόμενοι σε πλήρη αντίθεση με τα μεταρρυθμιστικά συνδικάτα. Η υδΐ είχε περίπου 100.000 μέλη, αλλά αποτελούσαν μόνον το 25% των μελών των αντί­παλων μεταρρυθμιστικών συνδικάτων. Η υδΐ καθοδήγησε διάφορες αποτυχημένες απεργίες στο Βορρά. Αυτές οι απο­τυχίες καθώς και το δόγμα τής μαχητικότητας ανεξαρτήτως καταστάσεων οδήγησαν στη δυσφήμησή της ανάμεσα στους εργάτες.30 Οι συνδικαλιστές ηγέτες απογοητεύονταν όλο και περισσότερο από την εργατική τάξη. Υπήρξε μία έκκληση για τη δημιουργία ενός Συνδικαλιστικού Κόμματος, που θα περιελάμβανε μη-συνδικαλιστές επαναστάτες. Οι συνδικα­λιστές προχώρησαν σε μία τακτική συμμαχία με την ομάδα του Μουσολίνι το 1912, που βοήθησε τον δεύτερο να πάρει τον έλεγχο του Σοσιαλιστικού Κόμματος από τους Μεταρ­ρυθμιστές. Το ίδιο χρονικό διάστημα, κάποιοι συνδικαλιστές βρήκαν επίσης μια συγγένεια με τους δεξιούς εθνικιστές. Κάτι παρόμοιο με τους ηγέτες της γαλλικής ΑΟΤ, που συμ­μάχησαν με τη Βασιλική (και πρωτο-φασιστική) Γαλλική Δράση.31 Ήταν εκφράσεις της ίδιας ψυχολογίας 32 Αμφότεροι μισούσαν την κοινοβουλευτική δημοκρατία και το φιλελευ­θερισμό, αμφότεροι συμμερίζονταν μια ελιτίστικη προοπτική και μια λατρεία της δράσης και της βίας.
Τότε, προέκυψε το ζήτημα του πολέμου. Ο Μουσολίνι και οι συνδικαλιστές ήταν αντίθετοι στο μιλιταρισμό. Ο Ντούτσε ήταν ακόμα πιο εξτρεμιστής από τους κοινούς σοσιαλιστές πάνω στο ζήτημα του πολέμου υιοθετώντας τη θέση του Ερβέ υπέρ της λιποταξίας ως μιας αντιμιλιταριστικής τακτικής. (Ο Γουσταύος Ερβέ ήταν ένας επαναστάτης σοσιαλιστής και ένας φλογερός αντιμιλιταριστής. Και αυτός επίσης έγινε αρ­γότερα φασίστας) Ωστόσο, από το 1908, ο Πανούντσιο -και πάλι όπως ο Λένιν- άρχισε να βλέπει μια θετική επαναστατι­κή δυνατότητα στον πόλεμο. Πίστευε ότι ένας πλατιά διαδε­δομένος πόλεμος θα επέτρεπε στην καινούργια προλεταρια­κή ελίτ να καταλάβει την εξουσία. Οι εργάτες θα έπαιρναν μέρος στις πολεμικές μάχες και έτσι θα ήταν σε καλή κατά­σταση για την επανάσταση. Έτσι, το 1911, ο Πανούντσιο, ο Λαμπριόλα, ο Ολιβέτι και ο Πάολο υποστήριξαν τον πόλεμο της Ιταλίας εναντίον της Τουρκίας που ξέσπασε στη Λιβύη.33
Έτσι, όταν ο παγκόσμιος πόλεμος ξέσπασε τον Αύγουστο του 1914, οι συνδικαλιστές ηγέτες τοποθετήθηκαν γρήγορα υπέρ της συμμετοχής.34 Η διάλυση της υποτιθέμενης αλλη­λεγγύης μεταξύ των εργατών των εμπόλεμων χωρών οδήγη­σε επίσης τους συνδικαλιστές στο ερώτημα του γιατί είχε συμβεί αυτό. Η απάντηση που έδωσαν ήταν ότι αυτή η αλ­ληλεγγύη ήταν μια ψευδαίσθηση. Ο Πανούντσιο σκέφτηκε ότι ο πόλεμος θα προκαλούσε την πολυαναμενόμενη Επα­νάσταση. Συνδικαλιστές και σοσιαλιστές που ήταν υπέρ της συμμετοχής της Ιταλίας στον πόλεμο αυτοοργανώθηκαν στην Επαναστατική Ομάδα Διεθνιστικής Δράσης . Αυτές οι ομάδες δημιουργήθηκαν αρχικά για να προστατεύσουν την εφημερί­δα Ο Λαός τη σοσιαλιστική εφημερίδα του Μουσολίνι που υποστήριζε τη συμμετοχή στον πόλεμο από τις επιθέσεις των αντιπολεμικών σοσιαλιστών.35 Κάποια μέ­λη αυτής της Fascio ήταν μη σοσιαλιστές εθνικιστές. Πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι Fascio σημαίνει απλώς "ομάδα δρά­σης" και, εκείνη την εποχή, σοσιαλιστές, αναρχικοί και άλλες ιδεολογικές ομάδες είχαν τις δικές τους Fascio. (Κάποιες από τις πρώτες Fascio του τέλους του 19ου αιώνα ήταν ομάδες συγγένειας των εξεγερτιστών αναρχικών)
Η διάλυση της διεθνούς αλληλεγγύης οδήγησε τους συν­δικαλιστές σε περαιτέρω αμφισβήτηση που αφορούσε τη μαρξιστική ορθοδοξία. Μετέβαλαν την άποψή τους περί του ότι το πρόβλημα της Ιταλίας ήταν απλώς η ιδιαιτερότητά της θεωρώντας τώρα ότι η Ιταλία έπρεπε "να βαδίσει μόνη της", εάν επρόκειτο να πραγματοποιήσει μια συνδικαλιστική επανάσταση.36 Έχοντας συνείδηση του υποανάπτυκτου χαρα­κτήρα της ιταλικής οικονομίας, έβλεπαν την ανάγκη να χτι­στεί μια οικονομική βάση για το σοσιαλισμό. Κάθε προλετα­ριάτο έπρεπε να δημιουργήσει το σοσιαλισμό με το δικό του τρόπο, μέσα στην εθνική κοινότητά του ... Ο σοσιαλισμός έ­πρεπε να είναι εθνική υπόθεση31 Ενώ, για τους μαρξιστές, η "κοινωνία" ήταν μια αφηρημένη έννοια, οι πρωτο-φασίστες συγκεκριμενοποίησαν την κοινωνία ως Έθνος. Όπως δήλωσε ο Πανούντσιο, το Έθνος δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια συ­γκεκριμένη κοινότητα, μια οργανική, χειροπιαστή, ιστορική μορφή τής κοινωνίας.38 Για να είμαστε δίκαιοι, θα πρέπει να αναφέρουμε ότι ακόμα και ως φασίστες αυτοί οι συνδικαλι­στές διατήρησαν σε μεγάλο βαθμό το διεθνιστικό αίσθημα επιθυμώντας μία διεθνή αρμονία και μία Ευρωπαϊκή Ομο­σπονδία. Ο Πανούντσιο επιθυμούσε ένα ελεύθερο εμπόριο και δεν έβρισκε καμιά ασυμβατότητα μεταξύ της άποψής του για τον εθνικισμό και το διεθνισμό.39
Οι εργάτες είχαν διαφορετική άποψη. Χωρίς να επηρεά­ζονται από ιδεολογικές αφαιρέσεις και γνωρίζοντας ότι θα γίνονταν τροφή για τα κανόνια, δεν υποστήριξαν την πολεμι­κή προσπάθεια. Η πλειοψηφία των μελών της υδΐ αρνήθηκε να υποστηρίξει την ηγεσία. Η ομοσπονδία διασπάστηκε και η τάση των υποστηρικτών της συμμετοχής στον πόλεμο πήρε με το μέρος της μόνο μια μικρή μειοψηφία των συνδικάτων. Το μόνο άτομο που πείστηκε από τους συνδικαλιστές- υποστηρικτές της συμμετοχής στον πόλεμο ήταν ο Μπενίτο Μουσολίνι, που έκανε στροφή 180ο (όχι την τελευταία!) και το Νοέμβριο του 1914 τάχθηκε υπέρ της συμμετοχής στον πόλεμο. Υπήρξαν ακόμα κάποιες επαφές μεταξύ των σοσια­λιστών που ήταν υπέρ της συμμετοχής στον πόλεμο και των εθνικιστών, αλλά οι δύο ομάδες έβλεπαν καχύποπτα η μία την άλλη, αφού οι πρώτοι υποστήριζαν συγχρόνως την προ­λεταριακή επανάσταση εν αντιθέσει με τους δεύτερους.
Μετά την ιταλική συμμετοχή στον πόλεμο, πολλοί στρα­τιώτες άρχισαν να βλέπουν τους εαυτούς τους ως επαναστά­τες και αναζητούσαν συμμάχους. Η αντιπολεμική πλειονότη­τα των σοσιαλιστών αρνήθηκε τη συνεργασία με τους στρα­τιώτες, και τότε αυτοί στράφηκαν προς την αριστερά (πρωτο- φασίστες) που ήταν υπέρ της συμμετοχής στον πόλεμο. Πε­ρίπου την ίδια περίοδο, ο Αλφρέντο Ρόκο, ένας αριστερός μέλος του Εθνικιστικού Κόμματος, πρότεινε μια μορφή Ε­θνικού Σοσιαλισμού, και έτσι ήρθαν πιο κοντά οι εθνικιστές με τους πρωτο-φασίστες συνδικαλιστές και σοσιαλιστές. Πα­ρά ταύτα, δεν μπορούμε αυτή την περίοδο να θεωρήσουμε τους συνδικαλιστές-υποστηρικτές του πολέμου ως φασίστες - τουλάχιστον με τη σημασία του όρου μετά το 1922. Αυτοί τότε ονομάζονταν νεο-συνδικαλιστές.
Ο ΝΕΟ-ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΜΟΣ
Η μπολσεβίκικη επανάσταση άσκησε μια αρνητική επίδραση στην ομάδα των νεο-συνδικαλιστών. Ήταν το είδος της επανάστασης για το οποίο οι συνδικαλιστές είχαν προειδοποιήσει - μία καρικατούρα του σοσιαλισμού που έγινε από ένα αστικό κόμμα σε μια άκρως υποανάπτυκτη χώρα. Φοβήθηκαν επίσης ότι η εφαρμογή του μπολσεβίκικου μοντέλου στην Ιταλία θα οδηγούσε σε καταστροφή. 40 Η μπολσεβίκικη επανάσταση έδειξε επίσης ότι ο καπιταλισμός δεν μπορούσε με απλό τρόπο και αβασάνιστα να ανατραπεί και ότι έπρεπε να αναπτυχθεί πλήρως πριν καταστεί δυνατός ο σοσιαλισμός.
Ήταν αυτή ακριβώς τη χρονική στιγμή που οι νεο- συνδικαλιστές, οδηγούμενοι από τη συνείδηση που είχαν της υποανάπτυκτης ιταλικής οικονομίας, άρχισαν να διακρίνουν μεταξύ δύο διαφορετικών τύπων καπιταλισμού. Ο ένας τύπος ήταν ακριβώς αυτός από τον οποίον υπέφερε η Ιταλία, δηλα­δή ο δημιουργημένος από το Κράτος παρασιτισμός, ο άλλος ήταν η προώθηση του εκβιομηχανισμού. Ο πρώτος ήταν α­ντιδραστικός και ο δεύτερος προοδευτικός. Ο Πανούντσιο, γράφοντας το 1917, δήλωσε ότι ο σοσιαλισμός έχει χρεωκοπήσει και, εάν επρόκειτο να έχει κάποιο μέλλον, χρειαζόταν μια νέα θεωρία που να μην είναι ντετερμινιστική ούτε να βασίζεται μόνο στο προλεταριάτο, αλλά να είναι όντως ρεα­λιστική. Ένα χρόνο αργότερα, επαναπροσδιόρισε το συνδι­καλισμό. Το ιταλικό πολιτικό σύστημα έπρεπε να αντικατα­σταθεί από ένα σύστημα βασισμένο στα συνδικάτα ριζωμένα στην οικονομική λειτουργία τους. Ο ρόλος αυτών των συνδι­κάτων θα ήταν σε μεγάλο βαθμό πολιτικός, και όχι οικονομι­κός όπως στο παρελθόν. Η συμμετοχή σε αυτά έπρεπε να είναι υποχρεωτική.41 Το 1918, δημιουργήθηκε μια καινούρ­για συνδικαλιστική ομοσπονδία σε αντίθεση με την αναρχοσυνδικαλιστική, που ονομάστηκε Ιταλική Ένωση Εργασίας ήταν νεο- συνδικαλιστική και το 1921 υιοθέτησε μια πλατφόρμα, γραμμένη από τον Ολιβέτι, που υποστήριζε εμφατικά τη σκέψη του Πανούντσιο, όπως αυτή εκτέθηκε προηγουμένως.
Οι πρώτες εργοστασιακές καταλήψεις οργανώθηκαν από την υΐΕ στο Μπέργκαμο το Μάρτιο του 1919. Ο Μουσολίνι επισκέφθηκε τα εργοστάσια και επαίνεσε τους εργάτες για τη ριζοσπαστική δράση τους. 42 Ο Μουσολίνι και η ομάδα του επηρεάστηκαν από τους νεο-συνδικαλιστές, που συνέβαλαν στο να καλυφθεί το ιδεολογικό κενό που υπήρχε μεταξύ των μελών των Fascio (των Ομάδων Μάχης) του Μουσολίνι. Ωστόσο, δεν εντάχθηκαν όλα τα μέλη της υΐΕ στο φασιστικό κίνημα. Το 1922, η υΐΕ διασπάστηκε σε σχέση με το ζήτημα της σύνδεσης με τους φασίστες. Έτσι, δημιουργήθηκε η Φασιστική Γενική Συνομοσπονδία των Ε­θνικών Συνδικάτων στη θέση της υΐΕ. Είχε 458.000 μέλη και περισσότερα από τα μισά ήταν εργάτες γης.
ΟΙ ΦΑΣΙΣΤΕΣ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΕΣ
Όπως οι νεο-συνδικαλιστές έγιναν φασίστες, έτσι υπήρχε και μια ομάδα νέων που επηρέαστηκε από τον Πανούντσιο και τον Ολιβέτι. Αυτοί ήταν οι "Νεότουρκοι" . Ο Ντίνο Γκράντι, ο Γκιουζέπι Μποτάι, ο Αουγκούστο Τουράτι, ο Ίταλο Μπαλμπόα και ο Κούρτσιο Σούκερτ εξελίχθηκαν σε σημαίνουσες προσωπικότητες του φασισμού προς το τέλος της δεκαετίας του 1930. Αυτοί μπο­ρούν να θεωρηθούν φασίστες συνδικαλιστές. Ο Γκράντι ήταν συνδικαλιστής, όταν ακόμη ήταν φοιτητής, πριν από τον πό­λεμο, ο Τουράτι έγινε οργανωτής των φασιστικών συνδικά­των, ο Μποτάι ανέπτυξε μια ιδέα για τον κορπορατισμό σχε­δόν όμοια με το νεο-συνδικαλισμό, που υποστήριζε ότι απο­τελούσε την αληθινή ουσία του φασισμού. Ο Σούκερτ θεω­ρούσε το φασισμό ως τον κληρονόμο του σοσιαλισμού και τον Πανούντσιο ως το σημαντικότερο θεωρητικό του. Ο Ίταλο Μπαλμπόα, ο περίφημος αεροπόρος, ήταν ένας νεαρός συνδικαλιστής πριν από τον πόλεμο και ήθελε να δημιουρ­γήσει ένα Εθνικό Συνδικαλιστικό Κίνημα για να αντικατα­στήσει τα σοσιαλιστικά συνδικάτα, στη συντριβή των οποίων συνέβαλε αργότερα.
Το πρόγραμμα των Fascio του Μαρτίου του 1919, επη­ρεασμένο από αυτούς τους αγωνιστές, προωθούσε την εργά­σιμη ημέρα των 8 ωρών, τον εργατικό έλεγχο, τη σύνταξη στα 55, την ψήφο των γυναικών και την προοδευτική φορο­λογία τού εισοδήματος.43 Ο Μουσολίνι δεν ήταν ιδιαίτερα ευχαριστημένος με αυτό το πρόγραμμα, που το έβλεπε πολύ περιορισμένο. Ως τέλειος οπορτουνιστής σαν τον Λένιν -υπό την έννοια ότι εκμεταλλευόταν κάθε ευκαιρία- τόνιζε περισ­σότερο τη "δράση" παρά κάποια συγκεκριμένα αιτήματα. Έτσι, θα ήταν ελεύθερος να κάνει οτιδήποτε ήταν αναγκαίο για την κατάληψη της εξουσίας, είτε αυτό οδηγούσε προς τα αριστερά είτε προς τα δεξιά. Η πρώτη προσπάθειά του ήταν να διασπάσει τους σοσιαλιστές και να δημιουργήσει ένα και­νούργιο κόμμα με όσους θα τον ακολουθούσαν. Αργότερα, θα ενωνόταν με τους εθνικιστές για να συντρίψει τους σο­σιαλιστές.
Η ΦΑΣΙΣΤΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ
Η σύγκρουση των φασιστών με τους σοσιαλιστές ήταν βασικά μια σύγκρουση δύο διαφορετικών θέσεων για την επα- νάσταση.4 Η σοσιαλιστική θέση -επηρεασμένη από τον μπολσεβικισμό- ήταν εντελώς ακατάλληλη για την κατά­σταση της Ιταλίας. Ενώ το Σοσιαλιστικό Κόμμα ήταν το με­γαλύτερο κόμμα του κοινοβουλίου το 1919, αρνείτο να συ­νεργαστεί με το Καθολικό Λαϊκό Κόμμα ή με τους Φιλελευ­θέρους και να προωθήσει κάποιες κοινωνικές μεταρρυθμί­σεις, από τη στιγμή που οι μπολσεβίκοι επηρέαζαν τους σο­σιαλιστές να επιδιώκουν την καταστροφή της "αστικής δη­μοκρατίας". Από την άλλη, το Σοσιαλιστικό Κόμμα δεν είχε καμιά ιδέα για τη συγκεκριμένη προώθηση μιας ιταλικής ε­πανάστασης. Έτσι, οι σοσιαλιστές ήταν διστακτικοί καταλή­γοντας να είναι άλλοτε μεταρρυθμιστές και άλλοτε επανα- στάτες.45 Εν τω μεταξύ, το (Εμπρός), η καθημερινή εφημερίδα του Σοσιαλιστικού Κόμματος, επαναλάμβανε συ­χνά ότι το Σοσιαλιστικό Κόμμα θα έκανε στην Ιταλία ό,τι έκαναν οι μπολσεβίκοι στη Ρωσία, υποστήριζε την κατάργη­ση των άλλων κομμάτων και επετίθετο στους στρατιώτες που είχαν επιστρέψει από τον πόλεμο. 46 Αυτό τρόμαζε τη μεσαία τάξη. Έτσι, όσοι απομακρύνθηκαν από τους σοσιαλιστές, μολονότι επιθυμούσαν μια ριζική αλλαγή, αναζητούσαν μια άλλη λύση. Η εναλλακτική αυτή λύση ήταν οι επηρεασμένοι από τους νεο-συνδικαλιστές φασίστες.
Ενώ οι εθνικιστές και οι αντιδραστικοί ιδιοκτήτες γης σκαρφάλωσαν στο φασιστικό νικηφόρο άρμα, ο φασισμός αυτός καθεαυτόν δεν ήταν αντιεργατικός, όπως έχουμε ανα­πτύξει. Το αρχικό κίνημα (που κατέστρεψε το Σοσιαλιστικό Κόμμα) ήταν τοπικά ελεγχόμενο και τοπικά χρηματοδοτού­μενο από τους ιδιοκτήτες γης, αλλά δεν ήταν αντανάκλαση των ταξικών συμφερόντων τους, αφού πολλοί από τους νέους επαρχιακούς ηγέτες ήταν συνδικαλιστές ... Σε 5 επαρχίες ... οι οργανωμένες φασιστικές ομάδες κινήθηκαν εναντίον των δύ­στροπων εργοδοτών, που αρνούνταν να τηρήσουν τις συμφω­νίες για τις ώρες εργασίας και τους μισθούς4
Το Σοσιαλιστικό Κόμμα ήταν ένα εμπόδιο στην ιταλική επανάσταση και έπρεπε να καταστραφεί. Και είναι ακριβώς αυτό που τα ένοπλα Fascio άρχισαν να κάνουν. Επιπλέον, το σοσιαλιστικό αγροτικό πρόγραμμα και οι ενώσεις του έτει­ναν να υποστηρίζουν τις μεγάλες αγροτικές εκμεταλλεύσεις. Η εθνικοποίηση της γης απειλούσε τους χωρικούς και οι α­γροτικοί συνεταιρισμοί πίεζαν τους μικροϊδιοκτήτες γης να παίρνουν μέρος στις απεργίες, είτε συμφωνούσαν είτε όχι. Οι διαμάχες μέσα στην Ομοσπονδία των Εργατών Γης επέτρε­ψαν στους φασίστες να αναπτυχθούν. Οι φασίστες προέβα­λαν το σύνθημα "Η γη σε αυτούς που την καλλιεργούν!" ως απάντηση στη σοσιαλιστική εθνικοποίηση της γης. Έτσι, οι αγροτικές ενώσεις στράφηκαν μαζικά προς τα φασιστικά συν­δικάτα ... οι συνεταιρισμοί ακολούθησαν ... ενώ φορτηγά γε­μάτα Μελανοχίτωνες διέλυαν βιαίως τις τοπικές σοσιαλιστικές διοικήσεις.48
Ενώ το Σοσιαλιστικό Κόμμα ήταν εχθρός, οι σοσιαλιστές ως άτομα δεν ήταν. Ο Μουσολίνι προσπάθησε να διασπάσει το Σοσιαλιστικό Κόμμα και να απομακρύνει τη Γενική Συ­νομοσπονδία Εργασίας (την ελεγχόμενη από το Σοσιαλιστικό Κόμμα και μεγαλύτερη συνδικαλιστική συνομοσπονδία της Ιταλίας) από το πατρικό κόμμα της. Ο στόχος του ήταν να διαχωρίσει τις διάφορες ομάδες του Σοσιαλιστικού Κόμμα­τος και να τις ενώσει σε ένα νέο Εργατικό Κόμμα - ένα κόμ­μα Εθνικό Συνδικαλιστικό στον προσανατολισμό του. Αλλά οι φασίστες δεν πέτυχαν σε αυτή την προσπάθειά τους. Ο Μουσολίνι εκείνη τη χρονική στιγμή είχε ελάχιστο έλεγχο στα απλά μέλη και οι επιθέσεις του εναντίον των σοσιαλιστι­κών συνδικάτων έτειναν να τον αποξενώνουν από τη δημό­σια γνώμη. Προκειμένου να κάνει την επανάστασή του, ο Μουσολίνι έπρεπε να ενωθεί με τους Εθνικιστές και να κα­ταπνίξει τους δικούς του αγωνιστές. Δεν το πέτυχε, καθώς οι φασίστες αγωνιστές εξεγέρθηκαν και σχεδόν διέλυσαν την οργάνωση. Έτσι, το Φασιστικό Κίνημα μετατράπηκε σε Κόμμα και το σοσιαλιστικό πρόγραμμα του 1919 εγκατα­λείφθηκε για χάρη του "ολοκληρωτικού εθνικισμού", προς κατευνασμό των Εθνικιστών.
Κατά συνέπεια, το Φασιστικό Κόμμα γεννήθηκε σχιζο­φρενικά, με τα μισά μέλη να είναι δεξιοί Εθνικιστές και τα άλλα μισά να είναι αριστεροί Εθνικο-Συνδικαλιστές. Οι δε­ξιοί Φασίστες πίστευαν ότι η δημοκρατία έδινε στους εργά­τες παρά πολύ μεγάλη εξουσία, οι αριστεροί Φασίστες πί­στευαν ότι δεν τους έδινε αρκετή. Οι αριστεροί Φασίστες είχαν πλήρη εμπιστοσύνη στην ικανότητα των εργαζομένων να μάθουν να λειτουργούν στην κοινωνία και θεωρούσαν ότι το συνδικάτο ήταν το σχολείο για την ανάπτυξη αυτής της ικανότητας. Τα συνδικάτα έπρεπε να αναλάβουν τις λειτουρ­γίες που επιτελούνταν από το Κράτος, και το Κράτος έπρεπε να διαλυθεί μέσα στην οικονομία. Αντίθετα, οι δεξιοί Εθνικι­στές, που είχαν ελάχιστες ιδέες, αναζητούσαν λύσεις στα προβλήματα που αντιμετώπιζε η Ιταλία, προβλήματα όπως η υποανάπτυξη, η κοινωνική εξατομίκευση και η γραφειοκρα­τική διαφθορά.49
Οι δεξιοί Εθνικιστές δεν υποστήριζαν καθόλου περισσό­τερο τον καπιταλισμό από ό,τι οι αριστεροί φασίστες αντίπαλοί τους. Ωστόσο, ο τύπος του κορπορατισμού που υποστή­ριζαν αρνείτο στους εργάτες την ιδιοκτησία στα μέσα παρα­γωγής και προωθούσε μόνον τον εργατικό έλεγχο. Ο καπιτα­λισμός, όπως και όλα τα άλλα, θα ήταν ελεγχόμενος από το Κράτος λειτουργώντας προς το συμφέρον του Κράτους. Ο δεξιός φασισμός δεν είχε ποτέ την εσωτερική συνοχή ούτε το όραμα που παρότρυνε τους αριστερούς φασίστες. Οι δεξιοί φασίστες ήταν ένα εκλεκτικιστικό μείγμα ατόμων που παρα­κινούνταν από μια ποικιλία κινήτρων, από εκδίκηση, φόβο, φανατικό εθνικισμό, ρομαντισμό, μηδενιστική δράση για τη δράση, έρωτα της βίας, απληστία και σφοδρή επιθυμία για δύναμη. Οι αριστεροί φασίστες, σε αντίθεση με τους δεξιούς φασίστες, ήθελαν μια γνήσια επανάσταση, μια επανάσταση που εν τέλει θα ενδυνάμωνε την εργατική τάξη - έπειτα από μια σύντομη περίοδο φασιστικής κηδεμονίας. (Είναι αυταπό­δεικτο ότι η αριστερή φασιστική ουτοπία είχε απλώς μια πο­λύ επιφανειακή ομοιότητα με τους αναρχοσυνδικαλιστικούς στόχους και επ' ουδενί δεν μπορεί να εξισωθούν. Όπως προ­αναφέραμε, οι αριστεροί φασίστες δεν ήταν επ' ουδενί αντι- εξουσιαστές)
Ο Μουσολίνι βρισκόταν στη μέση αυτής της αναστάτω­σης, μολονότι η καρδιά του συμπαθούσε την αριστερά. Ο παλιός σοσιαλιστής Μουσολίνι ήταν ακόμη πολύ ζωντανός 50 και χρησιμοποιούσε τη μία τάση εναντίον της άλλης διατη­ρώντας έτσι την εξουσία. Για τον Ντούτσε ήταν μία εκλεκτή εξουσία -που είχε αργήσει πολύ-, και από αυτήν τη στιγμή είχε γίνει άκρως κυνικός απέναντι στον ιταλικό λαό πι­στεύοντας πως άξιζε ό,τι πάθαινε. Ο Μουσολίνι πίστευε ότι θα έπρεπε να παρέλθουν κάποιες γενιές έως ότου ο λαός να είναι έτοιμος πνευματικά για ένα συνδικαλιστικό αναρρίπι- σμα. Κατά τρόπον ειρωνικό, ήταν οι αριστεροί φασίστες που ενθάρρυναν τη Λατρεία της Προσωπικότητάς του, σε μια προσπάθεια να τον έχουν διαρκώς στο πλευρό τους.51
Ενώ ο φασισμός ήταν αρκετά ενωμένος για να ανατρέψει το πολιτικό κατεστημένο, δεν ήταν αρκετά συνεκτικός για να εφαρμόσει το Εθνικό Συνδικαλιστικό πρόγραμμα. Δύο αντι­τιθέμενες ομάδες μέσα στο ίδιο κόμμα -που σύντομα επρό­κειτο να γίνει το μοναδικό νόμιμο κόμμα- σήμαινε ότι οι εθνικές συνδικαλιστικές ή συντεχνιακές ιδέες επρόκειτο να πραγματοποιηθούν περισσότερο στα χαρτιά παρά στην πραγματικότητα. Μετά το 1925, όταν η Ιταλία κινήθηκε προς τον ολοκληρωτισμό, ήταν το μπολσεβίκικο μοντέλο που μι­μήθηκε ο Μουσολίνι και όχι το Εθνικό Συνδικαλιστικό. Ω­στόσο, ο αριστερός φασισμός είχε όντως κάποιες επιτυχίες. Μία ήταν στο πεδίο των μέτρων κοινωνικής πρόνοιας. Τα φασιστικά συνδικάτα υπεράσπισαν τα συμφέροντα του εργά­τη, αν και κάποιοι από τους πιο αγωνιστικούς συνδικαλιστι­κούς ηγέτες καθαιρέθηκαν κατ' απαίτησιν των δεξιών φασι­στών. Η αριστερά επίσης πρόσφερε μια πολύτιμη λειτουργία στο καθεστώς νομιμοποιώντας την κυβέρνηση στα μάτια τού πληθυσμού, που διαφορετικά θα αντιτίθετο σε ένα καθαρά δεξιό Εθνικιστικό Κράτος.
Ο αριστερός φασισμός ποτέ δεν εφάρμοσε τους στόχους του, και μέχρι το τέλος, την αξιοθρήνητη Δημοκρατία του Σαλό του 1943, η φασιστική αριστερά αγωνιζόταν για μια συνδικαλιστική οικονομία και κυβέρνηση. (Πρέπει να ση­μειώσουμε ότι Εθνικοί Συνδικαλιστές όπως ο Πανούντσιο αντιπαθούσαν και τον Χίτλερ και το ναζισμό και προσπάθη­σαν να κρατήσουν τον Μουσολίνι έξω από το Δεύτερο Πα­γκόσμιο Πόλεμο) Όταν, κατά τα μέσα της δεκαετίας του 1930, λόγω των αυξανόμενων πιέσεων του πολέμου, ο Μου­σολίνι διαπίστωσε την ανάγκη μεγάλων αλλαγών στην οικονομία, υιοθέτησε τον κρατικό καπιταλισμό και όχι τον Εθνικό Συνδικαλισμό. Μόνον η Ρωσία επρόκειτο να ξεπεράσει την Ιταλία στο επίπεδο της κρατικής ιδιοκτησίας. Ο Μουσο­λίνι δεν ήθελε οι εργάτες να εισέλθουν στο δρόμο των πολε­μικών σχεδίων του. Ο φασιστικός συνδικαλισμός αφηνόταν πάντα για το μέλλον και πέθανε ως μια ανέλπιδη ουτοπία.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
1.      Ο φασισμός έχει τις ρίζες του στην αυταρχική και βίαιη κουλτούρα και ιστορία της Νότιας και της Κεντρικής Ιταλίας. Μία κοινωνία πλούσιων γαιοκτημόνων και πάμφτωχων αγροτών που βρίσκονταν υπό την ολοκληρωτική επιρροή μιας αντιδραστικής Εκκλησίας. Μία κοινωνία που καταπίεζε το άτομο και που διήγειρε την εμπάθεια και την εχθρικότητα.
2.      Ο φασισμός έχει επίσης τις ρίζες του στην πολιτική κα­τάσταση της Ιταλίας κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, σε μία κοινωνία που υπέφερε από την οικο­νομική υποανάπτυξη, από μία αδύναμη αστική τάξη, από την έλλειψη δημοκρατίας, από τον υπερσυγκεντρωτισμό και από την αμελητέα παρουσία του φιλελευθερισμού.
3.      Εξαιτίας της καταπιεστικής κοινωνίας, αναδύθηκε μια μορφή αναρχισμού που επρόκειτο να καταστεί το πρώτο βήμα στο δρόμο προς το φασισμό. Η άμεση διασύνδεση έλαβε χώρα μέσω μιας ιδιαίτερης μορφής αναρχοκομμου- νισμού που αναπτύχθηκε στην Ιταλία προς το τέλος του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα και που υιοθέτησε τις βίαιες και εξαναγκαστικές αρχές της Προπαγάνδας με τη Δράση (ή τρομοκρατίας) και την απαλλοτρίωση.
4.      Ο φασισμός ήταν αποτέλεσμα και της αποτυχίας των ι­δεών τόσο του μαρξισμού όσο και του επαναστατικού συνδικαλισμού.
5. Ο φασισμός ήταν επίσης το αποκορύφωμα των συγκε­ντρωτικών τάσεων της νεωτερικότητας, της λογικής δη­λαδή ότι "Το μεγάλο είναι καλό". Ήταν επίσης, μέσω του Μαρξ και του Μπλανκί, ένας από τους κληρονόμους της γαλλικού Γιακωβινισμού.



ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1.      Ότο Στράσερ Ο Χίτλερ και Εγώ, σελ. 75, εκδόσεις Ηου§Ηΐοη Μίίϊίίη, Νέα Υόρκη, 1940.
2.      Ντέιβιντ Ρόμπερτς Η συνδικαλιστική παράδοση και ο ιταλικός φασισμός, σελ. 29-33, εκδόσεις ^αρεί Ηίίί, 1979.
3.      Μεγκάρο Γκάουντνες Ο Μουσολίνι εν τω γίγνεσθαι, σελ. 21, εκδόσεις Ρεήί§, Νέα Υόρκη, 1967.
4.      Περνικόνι Νούντσιο Ο ιταλικός αναρχισμός 1864-1892, σελ. 186, Ρη^εΐοη, 1993.
5.      Περνικόνι Νούντσιο, στο ίδιο, σελ. 240.
6.      Περνικόνι Νούντσιο, στο ίδιο, σελ. 270.
7.      Μεγκάρο Γκάουντνες Ο Μουσολίνι εν τω γίγνεσθαι, σελ. 91, εκδόσεις Ρεήί§, Νέα Υόρκη, 1967.
8.      Μεγκάρο Γκάουντνες, στο ίδιο, σελ. 58 και 63.
9.      Μεγκάρο Γκάουντνες, στο ίδιο, σελ. 98.
10.  Μεγκάρο Γκάουντνες, στο ίδιο, σελ. 199.
11.  Μεγκάρο Γκάουντνες, στο ίδιο, σελ. 224.
12.  Μεγκάρο Γκάουντνες, στο ίδιο, σελ. 105.
13.  Μεγκάρο Γκάουντνες, στο ίδιο, σελ. 105.
14.  Μεγκάρο Γκάουντνες, στο ίδιο, σελ. 172.
15.  Μεγκάρο Γκάουντνες, στο ίδιο, σελ. 128.
16.  Μεγκάρο Γκάουντνες, στο ίδιο, σελ. 218-220.
17.  Μεγκάρο Γκάουντνες, στο ίδιο, σελ. 191.
18.  Μεγκάρο Γκάουντνες, στο ίδιο, σελ. 115.
19.  Μεγκάρο Γκάουντνες, στο ίδιο, σελ. 187.
20.  Ντέιβιντ Ρόμπερτς Η συνδικαλιστική παράδοση και ο ιταλικός φασισμός, σελ. 18, εκδόσεις ^αρεί Ηίΐΐ, 1979.
21.  Ντέιβιντ Ρόμπερτς, στο ίδιο, σελ. 12.
22.  Ντέιβιντ Ρόμπερτς, στο ίδιο, σελ. 53.
23.  Ντέιβιντ Ρόμπερτς, στο ίδιο, σελ. 57.
24.  Ντέιβιντ Ρόμπερτς, στο ίδιο, σελ. 58-59.
25.  Ντέιβιντ Ρόμπερτς, στο ίδιο, σελ. 65.
26.  Ντέιβιντ Ρόμπερτς, στο ίδιο, σελ. 72 και 77.
27.  Ντέιβιντ Ρόμπερτς, στο ίδιο, σελ. 269-270.
28.  Ντέιβιντ Ρόμπερτς, στο ίδιο, σελ. 74.
29.  Ντέιβιντ Ρόμπερτς, στο ίδιο, σελ. 80.
30.  Ντέιβιντ Ρόμπερτς, στο ίδιο, σελ. 87-88.
31.  Μαζκάι Η Γαλλική Δράση και ο Επαναστατικός Συνδικαλισμός, εκδόσεις ^αρεί Ηίίί, 1979.
32.  Μεγκάρο Γκάουντνες Ο Μουσολίνι εν τω γίγνεσθαι, σελ. 236, εκδόσεις Ρεήί§, Νέα Υόρκη, 1967.
33.  Χούγκες Σερζ Η Πτώση και η Άνοδος της Σύγχρονης Ιταλίας, σελ. 89.
34.  Ντέιβιντ Ρόμπερτς Η συνδικαλιστική παράδοση και ο ιταλικός φασισμός, σελ. 106, εκδόσεις ^αρεί Ηίίί, 1979.
35.  Τζόες Άντονυ Μουσολίνι, σελ. 168, εκδόσεις ΡΓαηΜίη ^αΐΐδ, Νέα Υόρκη, 1982.
36.  Μόργκαν Φιλίπ Ο Ιταλικός Φασισμός 1919-1945, σελ. 9.
37.  Ντέιβιντ Ρόμπερτς Η συνδικαλιστική παράδοση και ο ιταλικός φασισμός, σελ. 111, εκδόσεις ^αρεί Ηίίί, 1979.
38.  Ντέιβιντ Ρόμπερτς, στο ίδιο, σελ. 112.
39.  Ντέιβιντ Ρόμπερτς, στο ίδιο, σελ. 122-123.
40.  Ντέιβιντ Ρόμπερτς, στο ίδιο, σελ. 155.
41.  Ντέιβιντ Ρόμπερτς, στο ίδιο, σελ. 169 και 173.
42.  Τάσκα Άντζελο Η Άνοδος του Ιταλικού Φασισμού, σελ. 26, εκδόσεις Ρεήί§, Νέα Υόρκη, 1966.
43.  Τάσκα Άντζελο, στο ίδιο, σελ. 33.
44.  Ντέιβιντ Ρόμπερτς Η συνδικαλιστική παράδοση και ο ιταλικός φασισμός, σελ. 196, εκδόσεις ^αρεί Ηίίί, 1979.
45.  Μόργκαν Φιλίπ Ο Ιταλικός Φασισμός 1919-1945, σελ. 17.
46.  Τζόες Άντονυ Μουσολίνι, σελ. 168, εκδόσεις ΡταηΜίη ^αΐΐδ, Νέα Υόρκη, 1982.
47.  Μόργκαν Φιλίπ Ο Ιταλικός Φασισμός 1919-1945, σελ. 36 και 44.
48.  Τάσκα Άντζελο Η Άνοδος του Ιταλικού Φασισμού, σελ. 102, εκδόσεις ΡεΓΐί§, Νέα Υόρκη, 1966.
49.  Ντέιβιντ Ρόμπερτς Η συνδικαλιστική παράδοση και ο ιταλικός φασισμός, σελ. 247-253, εκδόσεις ^αρεί Ηίίί, 1979.
50.  Χούγκες Σερζ Η Πτώση και η Άνοδος της Σύγχρονης Ιταλίας, σελ. 158.
51.  Ντέιβιντ Ρόμπερτς Η συνδικαλιστική παράδοση και ο ιταλικός φασισμός, σελ. 277, εκδόσεις ^αρεί Ηίίί, 1979.
ΠΗΓΗ: ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΚΗ ΚΙΝΗΣΗ
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΚΑΙ ΑΤΟΜΙΚΗ ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ



Τρίτη, 10 Ιουλίου 2012

Ι.Τσέγκος:Ο ψυχιατρικός κοινοτισμός


Μόλις κυκλοφόρησε ,σε μια καλαίσθητη έκδοση , από τις εκδόσεις ΑΡΜΟΣ , το βιβλίο του ψυχίατρου Ι.Τσέγκου "Ο Ψυχιατρικός Κοινοτισμός".Ο συγγραφέας έχει ήδη διαγράψει μια μακρά πορεία στα πνευματικά μας δρώμενα.Νεανικός φίλος του Π.Κονδύλη , που τον γνώρισε στην παρέα του περιοδικού "Σημειώσεις", όπως έγραψε ένας άλλος ψυχίατρος ο Μ.Μαρκίδης.Ο Ι.Τσέγκος έχει δραστηριοποιηθεί ιδιαίτερα στην διάσωση της ιστορικής ορθογραφίας και του πολυτονικού.Η εργασία του  για τον ψυχιατρικό κοινοτισμό θεμελιώνεται σε γερές επιστημονικές βάσεις , σε γόνιμη αξιοποίηση και ανασύνθεση όλου του πρωτογενούς υλικού ( σχετική βιβλιογραφία , εμπειρικές εργασίες).

Το Εναλλακτικό βιβλιοπωλείο θέλει την στήριξή μας



ΤΟ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ(Θεμιστοκλέους 37 Αθήνα ) ΘΕΛΕΙ ΤΗ ΣΤΗΡΙΞΗ ΜΑΣ
Πάνω από 30 χρόνια το ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ μας στηρίζει πνευματικά. Με τον πλούτο των βιβλίων, ΔΟΚΙΜΙΟ, ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ , ΤΕΧΝΗ, αλλά κι ότι ήταν εξαντλημένο η σπάνιο ο ΜΗΤΣΟΣ είχε τον τρόπο να μας το βρει.
Έχουμε περάσει πολλά όμορφα απογεύματα στον υπόγειο χώρο, με βιβλιοπαρουσιάσεις αλλά και συναυλίες, να μη ξεχάσουμε την ωραία εκδήλωση με τη ΔΟΜΝΑ ΣΑΜΙΟΥ, αλλά και το ωραίο κέρασμα στο τέλος με βιολογικό κρασί και ζυμωτό ψωμί από τα χέρια του ΜΗΤΣΟΥ. Πέρα από όλα τα άλλα το υπόγειο έχει πνευματικούς θησαυρούς, σε ένα χώρο καλαίσθητο, που φαίνεται η πέτρα και δίνει ένα χρώμα όμορφο.
Αυτά τα 30 χρόνια ΤΟ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ υπήρξε ένας πνευματικός φάρος, εμείς πρέπει να φρεσκάρουμε την αγάπη μας βάζοντας ένα μικρό  στόχο  αγορών για τις καλοκαιρινές μας διακοπές, ΟΧΙ Ο ΚΑΘΕΝΑΣ ΑΝΑΛΟΓΑ με τις ανάγκες του , αλλά ανάλογα με την τσέπη του.
ΝΟΜΙΖΩ ΠΩΣ ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ  ΤΟ ΣΤΗΡΙΞΟΥΜΕ    

Δευτέρα, 2 Ιουλίου 2012

Β.Στοιλόπουλος:Τι θα γίνει με το μεταναστευτικό;


Μπορεί όμως να γίνει αλλαγή της μεταναστευτικής πολιτικής με την νέα κυβέρνηση και τους νέους συσχετισμούς;
του Βασίλη Στοϊλόπουλου από τη Ρήξη (φ. 86)
Ο υπαρκτός κίνδυνος της ανεξέλεγκτης χρεοκοπίας και της «εθελούσιας» εξόδου της Ελλάδας από την ευρωζώνη ανέδειξαν, όπως αναμενόταν, τα μνημόνια και το ευρώ σε κυρίαρχα ζητήματα του προεκλογικού αγώνα της 17ης Ιουνίου. Ο οξύτατος και πολωτικός χαρακτήρας της πρόσφατης εκλογικής αναμέτρησης, με τις διλημματικές ακρότητες, τους αδίστακτους τακτικισμούς και τις ψευδοοραματικές παραμυθίες γύρω από την οικονομική κρίση, έγινε ακόμα πιο έντονος όταν τελικά εμφανίστηκαν στο προεκλογικό τοπίο η αντιπαράθεση για τη γιγάντωση της λαθρομετανάστευσης και όταν, ξαφνικά, όλο το πανελλήνιο ανακάλυψε το φαιό πρόσωπο της Χρυσής Αυγής.
Αφού για πολλά χρόνια η αναμέτρηση της ελληνικής πολιτείας με το εθνοκτόνο μεταναστευτικό ζήτημα ουσιαστικά αναβαλλόταν, με ευθύνη όλου του πολιτικού φάσματος, τώρα πλέον, ακόμη και ορισμένοι «καλοί άνθρωποι» της ανανεωτικής Αριστεράς, άρχισαν να αντιλαμβάνονται ότι η ρεαλιστική αντιμετώπιση της συνεχιζόμενης αθρόας και ασύδοτης λαθρομετανάστευσης δεν επιτρέπει στερεότυπα, ευχολόγια και συνθηματολογίες, ή εκ του ασφαλούς ηθικολογίες και αφορισμούς –και μάλιστα με ιδεολογικό επίχρισμα ανέξοδης προοδευτικότητας και παρωχημένου προλεταριακού διεθνισμού. Άπαντες ομολογούν πλέον ότι μπορεί το πρόβλημα της ανεξέλεγκτης μετανάστευσης να βαραίνει κυρίως τις κυβερνήσεις (ΠΑΣΟΚ – ΝΔ) και τις παρασιτικές οικονομικές ελίτ του μεταπολιτευτικού πολιτικού συστήματος, όμως η ιδεολογική κάλυψη στο φαινόμενο της λαθρομετανάστευσης, ο απίστευτος εξωραϊσμός, η εθελοτυφλία και η συστηματική υποβάθμισή του πιστώνεται στις εγχώριες εθνομηδενιστικές δυνάμεις, μέρος των οποίων στεγάζεται στην ανανεωτική Αριστερά και στις συνιστώσες της, αλλά και στο ΚΚΕ. Η κατάσταση, σε πολλές, κυρίως αστικές, περιοχές της χώρας, είναι τέτοια που πλέον ήρθε η στιγμή που η αναμέτρηση αυτή έγινε αναπόφευκτη. Κι επειδή αυτή η στιγμή καθυστέρησε επικίνδυνα, θα πρέπει τώρα να είναι και πιο αποφασιστική και κυρίως πιο αποτελεσματική, πάντα βεβαίως στο πλαίσιο του νόμου, καθώς τίθεται ανοιχτά ζήτημα διατήρησης της εθνικής οντότητας των Ελλήνων, της ελληνικής ιδιοπροσωπίας και ταυτότητας, αλλά και της ασφάλειας των πολιτών.
Μπορεί όμως να γίνει ριζική αλλαγή της μεταναστευτικής πολιτικής με τη νέα κυβέρνηση και τους νέους συσχετισμούς που υπάρχουν στο ελληνικό κοινοβούλιο; Μπορεί να επιβάλει η ΝΔ το «σκληρό» πρόγραμμά της για την ασφάλεια, όταν αυτό απορρίπτεται από τον έναν κυβερνητικό της εταίρο εί να υπάρξει άρση του αδιεξόδου, όταν κάποιοι μέσα στη κυβέρνηση θα επιδιώκουν τη διεύρυνση των κριτηρίων για παροχή ιθαγένειας, ή θα αντιτίθενται στην επέκταση των απελάσεων ή στα κέντρα προσωρινής κράτησης; Πολύ δύσκολα και αρκεί να εξετάσουμε τον εξαιρετικά φειδωλό και γενικόλογο προεκλογικό λόγο για το μεταναστευτικό της ΔΗΜΑΡ, η οποία, στα «επτά σημεία» της για προγραμματική σύγκλιση, αντιμετωπίζει το μεταναστευτικό σαν πρόβλημα «κοινωνικής αλληλεγγύης, αλλά και προβλήματος ασφάλειας», ζητώντας απλώς την «εφαρμογή του νόμου για τους παράνομους μετανάστες». Για τον πρόεδρό της, αυτό που χρειάζεται είναι «συνδυασμός εσωτερικών ρυθμίσεων και διεθνών. Αναθεώρηση του Δουβλίνου 2, άμεση επαναπροώθηση όσων δεν δικαιούνται πολιτικό άσυλο και δεν μπορεί, βάσει του νόμου, να νομιμοποιηθούν», θεωρώντας μάλιστα τις  θέσεις της ΝΔ πως «είναι χρήσιμες μάλλον για να αδράξουν τον ψηφοφόρο παρά για να πιάσουν τον παράνομο μετανάστη».
Σε κάθε περίπτωση, πιο ξεκάθαρα είναι τα πράγματα για την αξιωματική αντιπολίτευση, η οποία προφανώς θα καραδοκεί για να στηλιτεύσει κάθε «ανθρωπιστική παρεκτροπή» της νέας κυβέρνησης και ιδιαίτερα της ΔΗΜΑΡ: Ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται «στον αντίποδα μιας λογικής που ορθώνει την Ελλάδα-φρούριο, την Ευρώπη-φρούριο» και υποστηρίζει «το δικαίωμα στην ελεύθερη και ασφαλή είσοδο και το άσυλο», παραγνωρίζοντας ότι, τουλάχιστον στατιστικά, άσυλο δικαιούται μόνο το 2% των αιτούντων. Στο «τροποποιημένο» κυβερνητικό πρόγραμμα «αξιοπρέπειας και ελπίδας» του ΣΥΡΙΖΑ αναφέρεται ότι το μεταναστευτικό πρόβλημα της Ελλάδας θα λυθεί με «τη σταδιακή παραχώρηση ταξιδιωτικών εγγράφων για το μεγάλο όγκο των μεταναστών που επιθυμούν να αποχωρήσουν από το ελληνικό έδαφος και τον εξορθολογισμό του νομικού και θεσμικού πλαισίου για την νομιμοποίηση των μεταναστών που ζουν και εργάζονται στη χώρα μας και την ισότιμη ένταξή τους». Στο πλαίσιο αυτό, της νομιμοποίησης δηλαδή, μέσω παροχής ταξιδιωτικών εγγράφων, όλων των μεταναστών που ήρθαν και θα έρχονται στην Ελλάδα, και της ανάδειξης της Μεσογείου ως γέφυρας με τον Τρίτο Κόσμο και όχι τείχος της Ευρώπης, ο επικεφαλής του ΣΥΡΙΖΑ δεν θεωρεί παράλογο «αν είναι κάποιος χρόνια στην Ελλάδα και εργάζεται και έχει χαρτιά και ένα καθεστώς νόμιμης παραμονής, το να μπορεί υπό τέτοιες συνθήκες να φέρει τη γυναίκα του και τα παιδιά του (συνέντευξη στο Πρώτο Θέμα, 10-6-2012). Τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο σαφή όταν ανατρέξουμε στο αναλυτικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ για το μεταναστευτικό (ΣΤΟΧΟΣ 10: Για μια νέα πολιτική για τους μετανάστες και τους πρόσφυγες, www.syn.gr/programma/b10.htm), που εξακολουθεί να είναι αναρτημένο στο διαδίκτυο. Εκεί διαπιστώνει κανείς ότι με το μεταναστευτικό πρόγραμμά του ο ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνο δεν έχει απαντήσεις για την αντιμετώπιση της λαθρομετανάστευσης, αλλά ότι μεθοδεύει τη μαζική νομιμοποίηση, τη διεύρυνση της έννοιας του ασύλου, την αποδυνάμωση της φύλαξης των συνόρων, την προσέλκυση νέων μεταναστευτικών ρευμάτων και τη μετατροπή της Ελλάδας σε πολυπολιτισμική χοάνη.
Και όλα αυτά όταν παλιότερα, στο Ευρωκοινοβούλιο, ο ΣΥΡΙΖΑ είχε στηρίξει τη συνθήκη Δουβλίνο ΙΙ (343/2003), που όντως είναι ο πυρήνας του προβλήματος της παράνομης μετανάστευσης στην Ελλάδα. Τώρα ζητά την κατάργησή της, όπως κάνει άλλωστε και όλο το πολιτικό σύστημα, αποκρύπτοντας όμως την πραγματικότητα για το τι ακριβώς προβλέπει αυτός ο κανονισμός. Αντίθετα, εξακολουθεί να υπάρχει πολλή παραπληροφόρηση, υποκρισία και πολιτική σπέκουλα απ’ όλα τα κόμματα, που θεωρούν ότι μπορεί κανείς πολύ εύκολα να αλλάζει ευρωπαϊκούς κανονισμούς. Η ουσία είναι ότι σήμερα ο κανονισμός Δουβλίνο ΙΙ καθιστά την Ελλάδα μία αθωράκιστη χώρα, που αναγκάζεται να αντιμετωπίσει μόνη και από ανίσχυρη θέση ένα τεράστιο κύμα παράνομης μετανάστευσης –το 90% της Ε.Ε.– χωρίς να υπάρχουν μηχανισμοί ουσιαστικής ευρωπαϊκής κοινοτικής αλληλεγγύης. Η όποια προσπάθεια αναθεώρησης αυτού του κανονισμού είναι πολύ δύσκολη υπόθεση, απαιτεί πολύ χρόνο διαβουλεύσεων και προϋποθέτει συναίνεση, που δυστυχώς δεν υπάρχουν, παρότι, από το 2005, όλοι γνωρίζουμε ότι έχουν αλλάξει πλήρως τα δεδομένα της παράνομης μετανάστευσης στην Ελλάδα, αλλά και στην ΕΕ. Το ίδιο ανεύθυνη είναι όμως και η στάση όσων θεωρούν ότι το πρόβλημα θα λυθεί αν δοθούν στους «ελληνοποιημένους» μετανάστες ταξιδιωτικά έγγραφα, αποκρύπτοντας το γεγονός ότι, σύμφωνα με τη Συνθήκη Σέγκεν, ακόμη και αν κάποιος μετανάστης φέρει ταξιδιωτικά έγγραφα, που εκδόθηκαν από ένα κράτος-μέλος, η χώρα υποδοχής δεν δεσμεύεται να τον δεχθεί στο έδαφος της και θα επιστρέφει αμέσως στην Ελλάδα. Αυτοί που ενδεχομένως θα χάσουν το δικαίωμα της ελεύθερης διακίνησης θα είναι οι Έλληνες πολίτες, που θα είναι υποχρεωμένοι να έχουν μαζί τους διαβατήριο και να υπόκεινται σε κάθε μορφής ελέγχους.
Επειδή το μεταναστευτικό ζήτημα, πέρα από τις κοινωνικές, πολιτιστικές, δημογραφικές, οικονομικές παραμέτρους, είναι κατά βάση πολιτικό, αυτό που πρέπει επειγόντως να κάνει η σημερινή κυβέρνηση είναι η δημιουργία ειδικού χαρτοφυλακίου για την αντιμετώπιση της μετανάστευσης, με βασικό στόχο την άμεση καταγραφή των μεταναστών και την αναχαίτιση της λαθρομετανάστευσης, την ανασυγκρότηση των περιοχών που έχουν καταληφθεί από μετανάστες με την ισόρροπη κατανομή τους σε πόλεις και περιοχές, καθώς και την αποτροπή δημιουργίας γκέτο, αλλά και τη νόμιμη παραμονή στη χώρα όσων πληρούν όλους τους όρους της ενσωμάτωσης / αφομοίωσης, όπως προβλέπονταν.
 ΠΗΓΗ:http://ardin-rixi.gr/archives/6419

π.Ε.Γκανάς :βιβλιοκριτική στο έργο του Π.Κονδύλη "Η κριτική της μεταφυσικής στη νεότερη σκέψη



Η αδήριτη μεταφυσική ανάγκη

Ολοκληρωμένη ελληνική έκδοση του κλασικού έργου του αείμνηστου Παναγιώτη Κονδύλη


Του π. Ευαγγελου Γκανα


ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΝΔΥΛΗΣ
Η Κριτική της Μεταφυσικής στη νεότερη σκέψη
μετ.: Μιχ. Παπανικολάου, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης
Υπάρχει κάτι το παράδοξο στην επικράτεια της Δανιμαρκίας, την οποία οι φιλοσοφούντες ονομάζουν «μεταφυσική». Κατ’ αρχάς, για να παραφράσουμε μια γνωστή ρήση, η μεταφυσική είναι «οι άλλοι» · η έννοια της μεταφυσικής κατά τους Νέους Χρόνους συνδυάστηκε με τις πιο αρνητικές συνδηλώσεις. Παράλληλα όμως, η μεταφυσική κατόρθωσε, μέσα από ποικίλες οβιδιακές μεταμορφώσεις, να επιβιώνει και πλέον εισέρχεται πλησίστια στον 21ο αιώνα.
Το φαινομενικό αυτό παράδοξο εξηγεί και αναλύει με θαυμαστή ενάργεια, σαφήνεια και πληρότητα ο Παναγιώτης Κονδύλης στο έργο του «Η Κριτική της Μεταφυσικής στη νεότερη σκέψη», το οποίο επανεκδίδεται σε μια πολύ φροντισμένη έκδοση, σε ολοκληρωμένη πλέον μορφή, συμπεριλαμβάνοντας, στον δεύτερο τόμο, τις εξελίξεις κατά τον 19ο και 20ό αιώνα, σε εξαιρετική μετάφραση του Μιχάλη Παπανικολάου.
Τι εννοούμε όταν μιλάμε για «μεταφυσική»; Η απουσία ενός γενικά δεσμευτικού ορισμού δεν σημαίνει, κατά τον Κονδύλη, ότι αδυνατούμε να περιγράψουμε τα γενικά της γνωρίσματα. Η μεταφυσική στηρίζεται στη διάκριση ανάμεσα σε Υπερβατικό και Εμμενές – σε ένα υπερεμπειρικό Εκείθεν, που θεωρείται ως η «αληθινή» και ανόθευτη πραγματικότητα και συνάμα ως πηγή ηθικών-κανονιστικών αρχών, και στο εμπειρικό Εντεύθεν. Εργο της μεταφυσικής είναι η έλλογη σύλληψη του όντος, εμφανιζόμενη έτσι και ως έμπρακτη απόδειξη της παντοδυναμίας του Λόγου.
Η κριτική της μεταφυσικής κινήθηκε, κατ’ αναλογία, σε δύο επίπεδα. Στην πρώτη χρονολογικά, και πιο ήπια μορφή της, η διάκριση Υπερβατικού και Εμμενούς διατηρείται, αλλά είτε αμφισβητείται η δυνατότητα έλλογης σύλληψης του Υπερβατικού, οδηγώντας σε κάποια μορφή αγνωστικισμού, δηλαδή σε κάποια θεωρία που επικαλείται την περατότητα των γνωστικών δυνάμεων του ανθρώπου και, συνεπώς, τη μη γνωσιμότητα του «αληθινού» Οντος, είτε η μεταφυσική ερμηνεύεται ως λανθασμένη χρήση της γλώσσας που υποστασιοποιεί αφηρημένες έννοιες. Στη δεύτερη φάση της κριτικής, η διάκριση Υπερβατικού και Εμμενούς καταρρέει. Το ενδιαφέρον στρέφεται στο ερώτημα τι οδήγησε τον άνθρωπο σε μια τόσο παράλογη και αντίθετη προς την εμπειρία πεποίθηση. Και πάλι διακρίνονται δύο τάσεις. Πρώτον, η ιστορική-κοινωνιολογική, που βλέπει τη μεταφυσική ως ιδεολογία, με καρπό της την «ψευδή συνείδηση» και αποστολή της τη διατήρηση της εξουσίας των ισχυρών επί των αδυνάτων. Και δεύτερον, η ανθρωπολογική, που βλέπει τη μεταφυσική ως έκφραση μιας ανεκρίζωτης ανθρωπολογικής σταθεράς που υπηρετεί την ανάγκη του ανθρώπου για νόημα και προσανατολισμό μέσα στον κόσμο.
Στην εποχή της επιφανειακής και από δεύτερο χέρι γνώσης που διάγουμε, μια ευρεία σύνθεση που χαρακτηρίζεται από γνώση των πηγών στην πρωτότυπη γλώσσα εκπλήσσει ευφρόσυνα. Ο Κονδύλης ξεκινά από τη συμβολή των σχολαστικών, των νομιναλιστών και των ανθρωπιστών του όψιμου Μεσαίωνα για να φτάσει μέχρι την αναλυτική φιλοσοφία και τον υπαρξισμό του 20ού αιώνα.
Ετερογονία των σκοπών Συνεχώς παρούσα είναι η ετερογονία των σκοπών. Κάθε πνευματικό κίνημα ξεκινά μέσα από συγκεκριμένες ιστορικές αφορμές για να μεταμορφωθεί στην πορεία σε κάτι συχνά ριζικά διαφορετικό, μέσα από τη διαπάλη των ιδεών ή μάλλον των ανθρώπων που επικαλούνται ιδέες και προκρίνουν συνήθως την πολεμική αποτελεσματικότητα από τη λογική συνέπεια. Τα παραδείγματα αφθονούν. Ο νομιναλισμός ξεκινά ως προϊόν της αυγουστίνειας-φραγκισκανικής παράδοσης με θεολογική στόχευση και καταλήγει να θεωρείται κίνημα που προήγαγε το επιστημονικό κοσμοείδωλο. Η μαθηματική φυσική αποστρέφει το ενδιαφέρον της από τον αριστοτελισμό προς χάριν της μελέτης μιας ανατιμημένης πια Φύσης και καταλήγει στην κλασική μεταφυσική διάκριση, αν και με καινούργιο πλέον νόημα, ανάμεσα στην ουσία και στα συμβεβηκότα της. Ο θετικισμός και η αναλυτική φιλοσοφία ασκούν δριμεία κριτική στις καταχρήσεις της γλώσσας στις οποίες υποπίπτει η μεταφυσική, για να καταλήξουν να εισαγάγουν από τη μεριά τους, κρυφά και ασυνείδητα, μεταφυσικές αρχές, στον βαθμό που δεν μπορεί να υπάρξει άμεση συνάφεια μεταξύ γεγονότων και θεωρίας όπως την υποθέτει ο εμπειρισμός. Ο Κονδύλης διαπιστώνει πως ολόκληρη η σχετική επιχειρηματολογία βασίζεται στη συνεχή επίκληση «προφανειών», μολονότι το πρόβλημα της προφάνειας είναι ανεπίλυτο, καθώς βασίζεται σε «προ-ορθολογικές αποφάσεις».
Η μακρά διάρκεια την οποία εποπτεύει ο Κονδύλης τού δίνει τη δυνατότητα να αποδώσει τα εύσημα στους σχεδόν άγνωστους πια πρωτοπόρους στον χώρο της δυτικής φιλοσοφίας (π. χ. Lorenzo Valla, Ramus, Nizolio) αναδεικνύοντας την καίρια συμβολή τους και μετριάζοντας τη σημασία της συμβολής μεταγενέστερων φιλοσόφων που έκαναν αισθητή την παρουσία τους με ιδιαίτερα αυτάρεσκο και δυσανάλογο για το πραγματικό μέγεθος της συμβολής τους τρόπο (π. χ. Heidegger, Wittgenstein).
Νόημα, ταυτότητα, ισχύς Αν ο Θεός είναι αυτός που εξήγαγε τον Ισραήλ εξ Αιγύπτου και ανέστησε τον Ιησού εκ νεκρών, όπως έγραψε ένας σύγχρονος θεολόγος, ο Θεός αυτός ουδέποτε εμφανίζεται στις σελίδες των μεγάλων μεταφυσικών συστημάτων, ούτε και σε αυτές των κριτικών τους. Ανάλογη είναι η εξέλιξη και στο επίπεδο της αρχαιοελληνικής μεταφυσικής. Αν αρχικά μεταφυσική σήμαινε τον σχολιασμό των «Μετά τα Φυσικά» και γενικότερα του αριστοτελικού corpus που υποβάσταζε το μεσαιωνικό κοσμοείδωλο, αργότερα η έννοια διαφοροποιείται και εναρμονίζεται με εξελίξεις και αιτήματα των Νέων Χρόνων.
Ετσι το βιβλίο μπορεί να διαβαστεί και ως ένα φιλοσοφικό Bildungsroman με πρωταγωνιστή τον νεωτερικό δυτικό άνθρωπο που παραμερίζει το παρελθόν προσποιούμενος ότι το ανασκεύασε. Ως προς τούτο, εξόχως διαφωτιστική είναι η καταληκτήρια ετυμηγορία του Κονδύλη για το παράδοξο που ήδη αναφέραμε: αυτό της συνεχούς παρουσίας της μεταφυσικής, παρά τα συντριπτικά χτυπήματα που της κατέφεραν οι κριτικοί της. Για τον Κονδύλη, αυτό που διασώζει τη βασική δομή της μεταφυσικής σκέψης, ακόμα κι όταν η διάκριση Υπερβατικού και Εμμενούς έχει υπερβαθεί, είναι η ανθρωπολογική ανάγκη για νόημα, ταυτότητα και ισχύ. Τέτοια έσχατα ερωτήματα δεν μπορούν να απαντηθούν όσο παραμένουμε στον χώρο της εμπειρίας. Ετσι οι πρωτοπόροι του νεότερου «αντιμεταφυσικού» ορθολογισμού ήταν αναγκασμένοι να καταφύγουν σε έννοιες όπως Φύση, Ανθρωπος, Λόγος, Ιστορία, οι οποίες είχαν μια υπερ-εμπειρική διάσταση, στο φως της οποίας βλεπόταν και αξιολογούνταν η εμπειρική. Οποιος δεν αρκείται στην περιγραφή της πραγματικότητας, αλλά φιλοδοξεί να διατυπώσει λόγο κανονιστικό, δηλαδή η σαρωτική πλειονότητα των ανθρώπων με σάρκα και οστά, όποιος διακατέχεται από το ζωτικό για την ανθρώπινη υπόσταση πάθος να δημιουργήσει μια κοίτη, μέσα στην οποία θα οδηγηθούν οι ανθρώπινες ελπίδες και οι φόβοι, αναπόδραστα εισέρχεται στα δίχτυα της μεταφυσικής όσο κι αν διαρρηγνύει τα μεταφυσικά του ιμάτια. Ανεξάρτητα του πώς ερμηνεύουμε τη φράση, εκκοσμικευμένα ή υπερβατικά, δεν μπορούμε να ζήσουμε κάτω από έναν άδειο ουρανό.

Δημοσίευση : 01-07-12
Πηγή :  http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_2_01/07/2012_487509