Σάββατο, 30 Ιουλίου 2011

ΣΠΕΤΣΕΣ :μπροστά σε ένα νεο περιβαλλοντικό έγκλημα,με πρόφαση την αξιοποίηση


Άλλη μια φωνή ήρθε να ενισχύσει τα “όχι” των Σπετσιωτών στην προσπάθεια ν’αποχαρακτηριστεί το νησί ως ιστορικός τόπος. Πρόκειται για την επιστολή του συλλόγου «Αρμάτα 1822» προς τους ενδιαφερόμενους, όπου παραθέτει επιχειρήματα, αλλά και επισημαίνει τις αντιφάσεις στην πρόταση του Υπουργείου Πολιτισμού που πυροδότησε το θέμα. Η σχετική επιστολή γράφει:

<<1.1.- Κατά την από 28-6-2011 εισήγηση της ΕΝΜΑ (Εφορεία Νεωτέρων Μνημείων Αττικής), προς την ΔΝΣΑΚ (Δ/ση Νεώτερης και Σύχρονης Αρχιτεκτονικής Κληρονομιάς), σκοπός του Ν. 3028/02 είναι «η αποτελεσματικότερη προστασία των μνημείων».

1.2.- Η ίδια εισήγηση προτείνει να εξαιρεθεί πλέον από την υφιστάμενη ήδη προστασία το μείζον τμήμα του νησιού των Σπετσών.

Και τούτο – υποτίθεται – για «την καλύτερη προστασία των μνημείων, η οποία μέχρι τη δημοσίευση του ως άνω νόμου γινόταν χωρίς σαφή κριτήρια και συγκεκριμένες προδιαγραφές».

1.3.- Σημειώνεται, ότι η προστασία ολόκληρου του νησιού, ως τόπου, που παρουσιάζει ιδιαίτερο φυσικό κάλλος ή ενδιαφέρον από απόψεως αρχιτεκτονικής ή ιστορικής, έχει θεσπισθεί, δυνάμει της υπ’ αριθ. 10977/16-5-1967 αποφάσεως ΥΠΠΟ (ΦΕΚ 52/Β/31-5-1967).

Προστατεύεται επομένως ολόκληρο το νησί, όχι μόνον ως ιστορικός τόπος ή τόπος αρχιτεκτονικού ενδιαφέροντος, αλλά και ως τόπος «ιδιαίτερου φυσικού κάλλους».

Εξάλλου το 1976 οι Σπέτσες χαρακτηρίστηκαν ως παραδοσιακός οικισμός.

Αυτή η αυστηρή προστασία διαφύλαξε σημαντικά μέχρι σήμερα το γόητρο και την περιωπή του μικρού ιστορικού νησιού, που έγινε διάσημο για την κορυφαία συμβολή του στο αγώνα της εθνικής παλιγγενεσίας, και το κατέστησε πόλο έλξεως για όσους ενδιαφέρονται για περιήγηση, παραθερισμό ή δεύτερη κατοικία υψηλής στάθμης. Αυτή δεν επέτρεψε την ανηλεή περιβαλλοντική κακοποίηση, που γνώρισαν άλλα διάσημα νησιά της Ελλάδος.

1.4.- Θα ανέμενε ο καλόπιστος αναγνώστης της εισήγησης να διαπιστώσει, πώς και γιατί έχει δήθεν αποδειχθεί «μη αποτελεσματική» η προστασία των μνημείων, λόγω του χαρακτηρισμού ολόκληρου του νησιού, ως ιστορικού τόπου, και πώς αυτό θα επιτευχθεί, με την προτεινόμενη άρση του χαρακτηρισμού αυτού, ως προς το μεγαλύτερο τμήμα του.

Θα είχε πράγματι ενδιαφέρον να αποδειχθεί, κατά τί εμποδίζει ο χαρακτηρισμός αυτός, ολόκληρου δηλαδή του νησιού, μέχρι τώρα, την εν λόγω προστασία και ποίο μνημείο έμεινε απροστάτευτο, εξαιτίας του.

Θα ανέμενε να αναγνώσει κανείς, γιατί οι συνοικισμοί Αγίας Παρασκευής, Αγίων Αναργύρων, Αδοσίδου κλπ, που εξελίσσονται μέχρι σήμερα, κατά το πρότυπο του κεντρικού οικισμού της πόλεως, όπως άλλωστε και ο νεώτερος ιστός αυτής, θα έπρεπε να αλλάξουν χαρακτήρα και να εξελιχθούν σε τόπο πειραματισμού «θεόπνευστων» αρχιτεκτόνων, που θα μας θυμίζουν άλλες «πατρίδες» ή την οικοδομική «κόλαση» άλλων νησιών μας, που κακοποιήθηκαν από αυτούς και τους εντολείς τους.

Θα ανέμενε τέλος να αναγνώσει, ποία είναι τα «σαφή κριτήρια» και ποίες οι «συγκεκριμένες προδιαγραφές», που προτείνονται.

Μάταια όμως, γιατί η εισήγηση σιωπά αιδημόνως επ’ αυτών, περιοριζόμενη, κατά παράβαση του νόμου, σε ανεπίτρεπτες και επικίνδυνες αοριστολογίες.

Δεν παραθέτει οποιαδήποτε αιτιολογία, για την κατάργηση της προστασίας, ως προς το μεγαλύτερο τμήμα του νησιού.

2.- Δεν θα διαφύγει, ότι, όπως προκύπτει και από την εισήγηση, το νησί των Σπετσών είναι πολύ μικρό. Η περίμετρος της ακτογραμμής του είναι μόλις 11 μίλια.

Γι’ αυτό και μπορεί να τραυματισθεί εύκολα και ανεπανόρθωτα, από ανθρώπινες παρεμβάσεις.

3.- Από την εισήγηση προτείνεται εν τέλει να διατηρήσουν τον χαρακτήρα του ιστορικού τόπου μόνον : α) ο εντός σχεδίου πόλεως οικισμός, β) η ιδιοκτησία της Αναργυρείου – Κοργιαλλενείου Σχολής, γ) το ξενοδοχείο Ξενία, δ) η χερσόνησος του Φάρου και ε) οι εξάρσεις του εδάφους, πέραν του ορίου του ισχύοντος σχεδίου πόλεως, «επί των οποίων ενδεχόμενη μελλοντική δόμηση θα είχε επιπτώσεις στην εξέλιξη της μορφής του οικισμού».

Προκύπτουν δύο συμπεράσματα :

α) Οτι η εισήγηση αμφισβητεί καταρχάς, ως μη όφειλε, την κυριότητα, νομή και κατοχή του ιδρύματος της Αναργυρείου και Κοργιαλλενείου Σχολής Σπετσών, επί του μείζονος δασοκτήματος αυτής, που εκτείνεται πέραν της νέας ερυθράς γραμμής προτεινόμενης προστασίας, που έχει χαραχθεί στο τοπογραφικό, που την συνοδεύει.

Την ιδιοκτησία του ιδρύματος εντοπίζει μόνον στην περιοχή των κτιρίων, πλησίον της πόλεως.

Σε ποιόν λοιπόν «ανήκει» και για ποιόν «προορίζεται» στο μέλλον το δασόκτημα του ιδρύματος, τώρα που προωθείται η παραπάνω ανεξέλεγκτη «αξιοποίηση» από τα διαφαινόμενα «επενδυτικά» πυράνχας ;;

Διότι ασφαλώς οι ορθόδοξοι επενδυτές ουδέποτε είχαν πρόβλημα λόγω της ισχύουσας προστασίας, που όφειλαν να σεβασθούν. Πρόβλημα υπήρχε μόνον από την πασίγνωστη ανεπάρκεια και διαφθορά των εμπλεκόμενων υπηρεσιών, που δεν καταβάλλεται δυστυχώς οποιαδήποτε προσπάθεια να θεραπευθεί.

Η προφανής αμφισβήτηση της κυριότητας του ιδρύματος από την εισήγηση είναι ακόμη πιο εξοργιστική και προκλητική, καθώς στην σελίδα 2 αυτής πλέκει εντελώς υποκριτικά το εγκώμιο του ιδρυτή Σωτήριου Ανάργυρου, που αναγνωρίζει ως την σημαντικότερη προσωπικότητα του νησιού, κατά τον εικοστό αιώνα. Στο τέλος όμως αμφισβητώντας τα εμπράγματα δικαιώματά του τον «στιγματίζει» και αυτόν ύπουλα και ύποπτα σαν «καταπατητή» !!

Παρά τα όσα όμως αναφέρει η εισήγηση, ο Σωτήριος Ανάργυρος θα παραμείνει στην συνείδηση των Σπετσιωτών, ως ο μεγάλος οραματιστής και πρόδρομος της υψηλής στάθμης περιηγήσεως και κατοικίας, που συνδέεται με αγάπη για τη φύση και τον απόλυτο σεβασμό στο περιβάλλον. Και όχι μόνον για τις Σπέτσες, αλλά για όλη τη Ελλάδα.

Για τον σκοπό άλλωστε αυτόν διέθεσε μεγάλο μέρος της περιουσίας του, αγοράζοντας, στις αρχές του εικοστού αιώνα, το μισό και πλέον νησί και δημιουργώντας το δάσος των Σπετσών, που πολλοί έκτοτε επιβουλεύονται και ορέγονται, τραυματίζοντας ενίοτε το τοπίο, με εμπρησμούς, καταπατήσεις και με ποικίλους τρόπους.

β) Οτι ο στόχος της εισήγησης είναι, πέραν της ερυθράς γραμμής, που χαράσσεται στο τοπογραφικό, που την συνοδεύει, να ανοίξει τους ασκούς του κερδώου οικοδομικού Αιόλου, χωρίς σεβασμό στην ιστορία, στην παράδοση και στο περιβάλλον του νησιού.

Οσοι λοιπόν απλά αγαπούν το νησί να σπεύσουν να το φωτογραφίσουν, ώστε να θυμούνται και να διηγούνται το ιδιαίτερο φυσικό κάλλος του, που μέχρι τώρα προστατεύεται νομικά.

Οσοι όμως το αγαπούν αληθινά οφείλουν να συστρατευθούν, ώστε η παραπάνω εισήγηση να καταλήξει στον κάλαθο των αχρήστων, όπου ανήκει.

Δεν πρέπει να διαφύγει, ότι η εισήγηση αυτή ήλθε στο φώς, σε ύποπτο χρόνο, μετά δηλαδή τους μεθοδευμένους και καταχθόνιους εμπρησμούς του έτους 2000 (δύο και τρεις ανά εβδομάδα !!) και την ταυτόχρονη αμφισβήτηση των δικαιωμάτων του ιδρύματος από το Δημόσιο !!

Αποτελεί την συνέχεια του σχεδίου, σε μια εποχή γενικής και βαθιάς ηθικής και πολιτικής κρίσεως.

Είναι παρήγορο, που ο Δήμαρχος και η συντριπτική πλειοψηφία των μελών του Δημοτικού Συμβουλίου αντιστέκονται και απέρριψαν κατηγορηματικά την εισήγηση αυτή.

Ευχόμαστε να μείνουν όρθιοι μέχρι τέλους, στους ισχυρούς ανέμους, που θα αντιμετωπίσουν. Να μην επιτρέψουν να συμβεί αυτό, που εύχεται η γερμανική εφημερίδα Μπίλντ, στο φύλλο της 27-10-2010: «πουλείστε λοιπόν τα νησιά σας, ξοφλημένοι Ελληνες» …

Εμείς πάντως, ένα σωματείο των Σπετσών με πάνω από χίλια μέλη, θα μείνουμε μέχρι τέλους στις επάλξεις της Σπετσιώτικης παράδοσης.

Ζητούμε με το παρόν να κληθούμε να παραστούμε ενώπιον του ΚΣΝΜ, κατά την προσεχή συζήτηση του θέματος >>.-



Η επιστολή, με ημερομηνία 27 Ιουλίου 2011, απευθύνεται προς το Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού (Δ/ση Νεώτερης και Σύχρονης Αρχιτεκτονικής Κληρονομιάς) με κοινοποίηση στον πρωθυπουργό, τον υπουργό πολιτισμού και τουρισμού, τους αρχηγούς πολιτικών κομμάτων, τους βουλευτές της περιφέρειας καθώς και στον δήμαρχο Σπετσών, για να αναγνωσθεί, κατά την προσεχή συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου. Επίσης κοινοποιείται στον τύπο και στην WWF Παγκόσμιο Ταμείο για τη Φύση.

Την απόφαση να σταλεί η επιστολή υπογράφουν τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της “Αρμάτα 1822” Δημήτριος Ανάργυρος (Πρόεδρος), Μαρίνα Πάνου (Αντιπρόεδρος), Κατερίνα Χιώτη – Δελαπόρτα (Γ. Γραμματέας), Ζωή Μπούφη (Ταμίας) και Νικόλαος Λέκκας (Μέλος).

Στην ίδια συνεδρίαση, το σωματείο έδωσε εξουσιοδότηση για το χειρισμό αυτής της απόφασης στους δικηγόρους Αθηνών Παναγιώτη Γ. Πρωτοπαππά, Απόστολο Ζ. Μπαλμπούζη, Μαρία Αθ. Καλλιμάνη και Γεώργιο Α. Δήμα, Γεώργιο Π. Πρωτοπαππά και Βασιλεία Π. Πρωτοπαππά.

από http://spetses.wordpress.com/2011/07/28/oxi-7/

Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2011

Για τις εκδόσεις ΕΡΑΣΜΟΣ

Νέος Λογιος Ερμής τ.2

Οι εκδόσεις ΕΡΑΣΜΟΣ του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου ουσιαστικά απηχούν τις ανησυχίες και τα ενδιαφέροντα της παρέας που προδικτατορικά έκδιδε το περιοδικό «Μαρτυρίες» και μεταπολιτευτικά το περιοδικό «Σημειώσεις ». Όπως φαίνεται από τις ολιγοσέλιδες , λιτές και πανομοιότυπες αισθητικά εκδόσεις , έχουν επιλέξει τον δρόμο της γνησιότητας , της αυθεντικότητας , που αποφεύγει με εμμονή τους εύκολους εντυπωσιασμούς. Διατυπώνουν έναν αιρετικό αριστερό λόγο , ο οποίος δεν φιλοδοξεί να δημιουργήσει νέους δογματισμούς στην θέση των παλαιότερων , ούτε να αποτελέσει όχημα για μια ταχύτατη ενσωμάτωση σε ένα σύστημα , που κατά τα άλλα καταγγέλλεται. Μέλη λοιπόν αυτής της συντροφιάς εκτός του Γ.Λυκιαρδόπουλου υπήρξαν ή εξακολουθούν να είναι ο Μ.Λαμπρίδης , ο Βύρων Λεοντάρης,ο Π.Κονδύλης , ο Α.Λαυραντώνης ,ο Μ.Μαρκίδης,ο Σ.Ροζάνης και από τους νεότερους ο Γ.Μερτίκας και ο Φ. Τερζάκης.
Οι δεκάδες τίτλοι , που έχει εκδώσει ο ΕΡΑΣΜΟΣ , τα περισσότερα μεταφρασμένα δοκίμια (όπως του Φουκώ , του Χορκχάιμερ ,της Άρεντ και πολλών άλλων ), αποτελούν σημαντική συνεισφορά στον σύγχρονο στοχασμό της χώρας μας . Ανάμεσα λοιπόν στο πλήθος των τίτλων που έχουν εκδοθεί επιλέγουμε κάποιους τυχαία ,για να τους παρουσιάσουμε , ώστε να πάρουμε μια γεύση της εκδοτικής προσπάθειας.
Με τον τίτλο « Έθνος και Οικουμενικότητα : όψεις ενός διαλόγου » ο Γ.Λυκιαρδόπουλος μετάφρασε δύο εμβληματικά δοκίμια : την ομιλία του Φ.Ντοστογιέφσκι για τον Πούσκιν και του « διαφωτιστή» Κονσταντίν Καβελίν με τον τίτλο «Γράμμα στον Ντοστογιέφσκι : Σλαβόφιλοι και Δυτικιστές».Ο Φ.Ντοστογιέφσκι , επαναλαμβάνοντας σκέψεις , που έχει πει στο μυθιστόρημά του «Έφηβος» , γράφει ότι « η ρώσικη ψυχή είναι φτιαγμένη για την παγκόσμια , πανανθρώπινη αδελφική αλληλεγγύη περισσότερο από την ψυχή κάθε άλλου έθνους »(σελ. 32), θυμίζοντας τον μεταγενέστερο «προλεταριακό διεθνισμό».Ο Καβελίν συμπεραίνει ότι η αχίλλειος πτέρνα του ευρωπαϊκού πολιτισμού είναι η εγκατάλειψη της εσωτερικότητας , του μέσα ανθρώπου .Ο δυτικοευρωπαίος άνθρωπος στρέφει τον χριστιανισμό του , αποκλειστικά στην επιστήμη και στην γνώση της κοινωνίας, ώστε «ο Δυτικοευρωπαίος θα αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στη βελτίωση των αντικειμενικών συνθηκών της ζωής πεπεισμένος ότι σ΄ αυτές και μόνο βρίσκεται το κλειδί της ανθρώπινης ευμάρειας και τελειοποίησης , η υποκειμενική πλευρά αγνοείται»(σελ.57).Βεβαίως απορρίπτει και κάθε μονοσήμαντη άρνηση της Δύσης .
Ο Γ.Λυκιαρδόπουλος επισημαίνει τον υποδειγματικό και υψηλό επίπεδο του διαλόγου και την συλλογιστική των δύο κειμένων που είναι «πολύ πιο σύνθετη και πιο πολύ ερεθιστική , γιατί περνάει από πολλές στροφές και μονοπάτια πριν στραγγίξει στην προαναφερόμενη αδιέξοδή της διάζευξη »(σελ.8) , ενώ παρότι «δεν απαντούν στις σημερινές προβολές των αρχαίων προβλημάτων που θίγουν , μας διδάσκουν ίσως τον τρόπο να συζητάμε» (σελ. 8).Ο Φ.Ντοστογιέφσκι « υπεραμύνεται της «οικουμενικότητας» και ο Καβελίν ισχυρίζεται ότι ο ευρωπαϊσμός από όργανο διαφωτισμού «μεταβλήθηκε σε όργανο καταπίεσης που άνοιξε συγχρόνως διάπλατες τις πόρτες της Ρωσίας σε κάθε Ευρωπαίο τυχοδιώκτη και αγύρτη».(σελ. 8). Ένας τέτοιος διάλογος μας αφορά και μπορεί , υπό ορισμένες προυποθέσεις να μας βοηθήσει , δεδομένου ότι η διάσταση ανάμεσα σε σλαβόφιλους και ευρωπαϊστές , υπό άλλη ,αλλά αρκετά ανάλογη μορφή ,εμφανίζεται σε κάθε σχεδόν περίοδο του νεοελληνισμού .
Το δοκίμιο του Γ.Λυκιαρδόπουλου «Η «Ρωμιοσύνη» στον παράδεισο: Σημειώσεις για μια κριτική του νεοελληνικού αντιδιανοουμενισμού», όταν πρωτοκυκλοφόρησε δημιούργησε αίσθηση για τον ριζικό κριτικό του λόγο. Πολλοί τον ακολούθησαν ή τον αντέγραψαν στην συνέχεια , αλλά με άλλα κίνητρα και άλλες στοχεύσεις .Φυσικά ο χρόνος από τότε που είχε γραφτεί κύλησε ,πολλά νέα γεγονότα συνέβησαν και πολλές συμπεριφορές άλλαξαν .Έτσι στον τελευταία εισαγωγή που γράφτηκε το 2004 ,επισημαίνει : « Το μόνο τάχα που μπορούμε να κάνουμε είναι να διαλέξουμε την όχθη όπου θα ναυαγήσουμε ;Πρέπει δηλαδή οπωσδήποτε να διαλέξει κανείς ανάμεσα στον «μακρυαγιαννισμό» και τον «λακανισμό»; Ανάμεσα στον απολιθωμένο «εθνοκομμουνισμό» και την αβάσταχτη ελαφρότητα του «εκσυγχρονισμού»; »(σελ.11). Επιπλέον όταν τα έθνη και οι πατρίδες σαρώνονται είτε από τα βομβαρδιστικά Stealth, είτε από μια ιδεολογία που απαιτεί να κυκλοφορούν τα εμπορεύματα χωρίς συνοριακούς περιορισμούς ,τι νόημα λαμβάνει μια κριτική τους που προέρχεται από την αριστερά; Πόσο μακριά βρίσκεται ο κοσμοπολιτισμός από την υπεράσπισης της παγκοσμιοποίησης;
Ο Γ.Λυκιαρδόπουλος βλέπει ότι η πτώση των καθεστώτων της Ανατολικής Ευρώπης , το 1989, δεν «σάρωσε μόνο τις ψευδαισθήσεις αλλά και τα διλήμματα όσων δεν είχαν πλέον ψευδαισθήσεις καθώς έβλεπαν τώρα μέσα στη νέα επαγγελία της παγκοσμιοποίησης να βρικολακιάζουν όλοι οι αρχαίοι μανιχαισμοί – παρά τα δυτικά φετίχ της «πολιτικής ορθότητας» και των «ατομικών δικαιωμάτων ».(σελ.11) και συμπεραίνει ότι «Σήμερα , μετά την κατασπάραξη , τον εξευτελισμό , την ταπείνωση των πατρίδων του κόσμου από το καρκινικό εκείνο μόρφωμα «εταιρειών» που καταχρηστικά καλείται ΗΠΑ, σήμερα που τα σύνορα των κρατών κατεδαφίζονται όχι από τους «αδελφωμένους λαούς» , αλλά από πολυεθνικές συμμορίες , ποιόν άλλος σκοπό θα μπορούσε τάχα να έχει μια κριτική εναντίον του μαζικού εθνικολαικιστικού φολκλόρ αν όχι την κατάδειξη εκείνων ακριβώς των χαρακτηριστικών του που το καθιστούν μιαν ακόμη θυγατρική της παγκόσμιας αυτοκρατορίας του κιτς »(σελ.11).
Πόσα όμως έχουν αλλάξει και τα εγχώρια δεδομένα ;Το δήθεν αντιδυτικό ΠΑΣΟΚ πρωτοστάτησε σε μια πρωτοφανέρωτη πολλαπλή κηδεμονία της χώρας μας , από την λεγόμενη τρόικα και την γεωπολιτικά φιλόδοξη νέο-οθωμανική Τουρκία . Ο λαϊκισμός του , πού όπως πολύ σωστά γράφει ο Γ. Λυκιαρδόπουλος « υπήρξε πάντα υπόθεση της εξουσίας , όχι των λαών » (Σελ.44) , έκρυβε στο τέρμα της πορείας του , την χρεοκοπία της χώρας μας και την αναίρεση κάθε στοιχείου του κοινωνικού κράτους. Παράλληλα διανοούμενοι , που σαν τον Σ.Ράμφο θεωρούσαν εξίσου επείσακτα φαινόμενα τον καπιταλισμό , τον σοσιαλισμό και ανακριβέστατα τον δημοτικισμό (σελ.30), και για αυτό τα απέρριπταν , άλλαξαν στρατόπεδο και χειροκροτούν ,με τον ίδιο οίστρο που παλαιότερα τα εχθρεύονταν , κάθε προιόν και παραπροϊόν της Δύσης .Συνεπώς το αντικείμενο της κριτικής πρέπει να αλλάξει ,διότι και τα πραγματικά δεδομένα άλλαξαν .Το γεγονός αυτό ο Γ. Λυκιαρδόπουλος πιστεύω, ότι το κατανοεί πολύ καλά , όπως φαίνεται από όσα έγραψε το 2004,στην τελευταία εισαγωγή του δοκιμίου του.
Τέλος ένα ακόμη ενδιαφέρον έργο ,των εκδόσεων ΕΡΑΣΜΟΣ, είναι της HANNA ARENDT «Σκέψεις για την πολιτική και την επανάσταση »(σελ.44) σε μετάφραση του Σ.Ροζάνη. Επισημαίνω την προτίμηση της σε μια διεθνική και όχι υπερεθνική κοινωνία καθότι «μια υπερεθνική εξουσία είτε θα ήταν αναποτελεσματική είτε θα την μονοπωλούσε το έθνος εκείνο που τυχαίνει να είναι το ισχυρότερο , και έτσι θα οδηγούσε σε μια παγκόσμια διακυβέρνηση , η οποία εύκολα μπορεί να καταστεί η πλέον φρικτή τυραννία που θα μπορούσε κανείς να συλλάβει , δεδομένου ότι δεν θα υπήρχε διαφυγή από την παγκόσμια αστυνομική της δύναμη – μέχρις ότου τελικά ανετρέπετο»(σελ. 41). Θετικό στοιχείο είναι ότι το πολιτικό της δέον ταυτίζεται σε μεγάλο βαθμό με το σύστημα των συμβουλίων , που δημιουργούνται «εντελώς αυθόρμητα , κάθε φορά σα να μην είχε ποτέ πριν υπάρξει κάτι παρόμοιο»(σελ. 42).

Με αφιέρωμα στον Φ.ΝΙΤΣΕ κυκλοφόρησε η ΣΥΝΑΞΗ (Τ.118)



Περιέχεται απόσπασμα από το κείμενο του Φ.ΝΙΤΣΕ "Ο Ευρωπαικός μηδενισμός".
Γράφουν Π.Γιατζάκης , Χ.Ηλιόπουλος, Σ.Γουνελάς,Δ.Μπαλτάς

Τρίτη, 19 Ιουλίου 2011

Ενδιαφέρον άρθρο του Α.ΚΑΡΑΚΟΥΣΗ στο ΒΗΜΑ 19-7-2011

Η Ελλάδα δεν είναι για πέταμα ...
Βλέποντας το χάλι της χώρας, που ζει με το χέρι απλωμένο και εξαρτάται από την ανάγκη και την καλοσύνη των ξένων, σε πιάνει απελπισία και θυμός μεγάλος, για όλους και για όλα.



Για την πολιτική, για τα κόμματα και τα πρόσωπα, για αυτό τον ευρύ κύκλο των ανεύθυνων και ανίδεων ανθρώπων, που παριστάνουν τους ειδικούς και είναι έτοιμοι να μιλήσουν για όλα, παρ' ότι δεν ξέρουν την τύφλα τους.


Για τους ηγήτορες που δεν έχουν σηκώσει ούτε πέτρα στη ζωή τους και φιλοδοξούν να κυβερνήσουν μια χώρα ολόκληρη στηριζόμενοι στην ιστορικότητα της οικογένειάς τους, στις παραδόσεις του κόμματος τους ή απλώς σε μια ανόητη φιλοδοξία τους που τους καλλιεργήθηκε και δεν τους επιτρέπει να δουν το προφανές ότι η εξουσία, ειδικά στις παρούσες συνθήκες, είναι πουκάμισο αδειανό, μια Ελένη, την οποία δεν ξέρουν, δεν αγάπησαν πραγματικά, αλλά την καταδιώκουν για το καπρίτσιο της μάνας, του πατέρα ή ενός πανύψηλου εγώ, που ταιριάζει πιότερο στον ίσκιο τους παρά στο πραγματικό μπόι τους.


Για τους βουλευτές που κέρδισαν μια θέση στο Κοινοβούλιο και νόμισαν ότι απέκτησαν άδεια άσκησης κλειστού επαγγέλματος, την οποία δεν μπορούν να φαντασθούν ότι μπορεί να χάσουν.


Για τους τραπεζίτες που καμάρωναν επί χρόνια για τα κέρδη και τα μπόνους που καταβρόχθιζαν και τώρα βλέπουν τους οίκους των Μεδίκων να πέφτουν από τα δικά τους κρίματα, από την αδυναμία τους να προβλέψουν πως θα 'ρθουν και μέρες κακές.


Για τους περισπούδαστους επιχειρηματίες που δεν έχαναν ευκαιρία να επιδεικνύουν τα πλούτη τους και τώρα προσπαθούν να κρυφτούν σε μέρη απομακρυσμένα. Ακόμη και τους «ναούς» της Μυκόνου που άλλοτε προσκυνούσαν τώρα αρνούνται.


Για τους δικαστές που συμβιβάσθηκαν με μια θέση στις ανώτερες βαθμίδες της Δικαιοσύνης και τα έκαναν πλακάκια με επισήμους και ενδιάμεσους και είδαν την απόδοση δικαιοσύνης ως ευκαιρία πλουτισμού και ανέλιξης.


Για τους επιστήμονες, για τους πανεπιστημιακούς, για τους γιατρούς, για όλους εκείνους που σπούδασαν στα καλύτερα σχολεία της Ευρώπης και της Αμερικής και ήλθαν πίσω για να ταυτισθούν με ένα σύστημα αμαρτωλό, για τα λεφτά, το εξοχικό και την πισίνα.


Αλλά και για το σινάφι μας, για τους εκδότες που νόμισαν ότι θα ζουν αιώνια προστατευμένοι από της εξουσίας τα κλαδιά, για τα πολυδοξασμένα παιδιά της ενημέρωσης, που έπιαναν τα πάνω - πάνω, τον αφρό και δεν εμβάθυναν ποτέ, ούτε έβλεπαν τίποτε άλλο πέρα τους φίλους τους και τις συνεργαζόμενες δυνάμεις, πολιτικές, επιχειρηματικές, μιντιακές και εκείνες που τις δόξαζαν στα σαλόνια της συναλλαγής.


Για όλους εμάς, τέλος πάντων, που δεν είχαμε τις εσωτερικές δυνάμεις να αντισταθούμε με σθένος και συμβιβασθήκαμε για τα αγαθά του ενός μέτριου βίου, που έδινε ότι έδινε, αλλά αφαιρούσε άλλα κι άλλα.


Κακά τα ψέματα, για όλα αυτά και άλλα τόσα, η χώρα έφθασε στη σημερινή δεινή θέση να εξαρτάται από τον ένα και από τον άλλο.


Ωστόσο, μπορεί να σωθεί. Απλώς οφείλει να σηκωθεί, αφού πρώτα αυτοαποκαλυφθεί, αυτοφανερωθεί και αποδεχθεί ευθύνη και βάρη. Και αφού υποστεί τη βάσανο της αυτογνωσίας, να κινητοποιηθεί και να αναλάβει δυνάμεις.


Γιατί απλούστατα τούτη η χώρα δεν είναι για πέταμα.


Εχει δυνάμεις και δυνατότητες, έχει κόσμο αξιοπρεπή, αγωνιστές και μαχητές, πολίτες που ξέρουν και μπορούν, πρόσωπα που είναι έτοιμα να αναλάβουν ευθύνη και δεν φείδονται προσπαθειών, είναι έτοιμοι να θυσιάσουν αγαθά, να αποδεχθούν λιτό βίο και να παλέψουν για το κοινό καλό.


Είναι πολλές οι σχολάζουσες δυνάμεις της χώρας.


Εκεί έξω υπάρχουν πολίτες ιδιαίτεροι, αφοσιωμένοι στη δουλειά τους μικροί και μεγάλοι παραγωγοί, επαγγελματίες ειλικρινείς, εργάτες που μοχθούν, επιστήμονες που παλεύουν, προσωπικότητες ξεχωριστές που δεν έχουν καμία σχέση με τα εγωπαθή στυλάκια της κάθε εξουσίας. Ολοι αυτοί μπορούν να εγερθούν και να στηρίξουν προσπάθειες αληθινές, ειλικρινείς. Αρκεί να πεισθούν ότι η χώρα μπορεί να ξαναγεννηθεί, να ξαναστηθεί από την αρχή, χωρίς ενδιάμεσους και διαμεσολαβητές, με δικαιώματα και υποχρεώσεις, με ελπίδα και προσδοκία.



akarakousis@dolnet.gr

Τρίτη, 12 Ιουλίου 2011

ΣΙΜΟΝ ΒΕΙΛ:Για την κατάργηση των κομμάτων


ΡΗΞΗ Τ.76
Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ΑΡΜΟΣ το δοκίμιο της Σιμόνης Βέιλ «Για την κατάργηση των κομμάτων» (σελ.63), σε μετάφραση και εισαγωγή του δοκιμιογράφου , ποιητή και ενός από τους πρώτους που μας γνώρισαν το έργο της του Σωτήρη Γουνελά. Η έκδοση περιλαμβάνει σχετικό σχόλιο του Αντρέ Μπρετόν και επίμετρο του φιλόσοφου Αλαίν
. Η Σ.Βέιλ παρότι πέθανε σε ηλικία 34 ετών άφησε πίσω της ένα σημαντικό έργο , μέρος μόνο του οποίου έχει μεταφραστεί στην νεοελληνική. Ο τίτλος του έργου είναι προκλητικός .Αν δεν είχαν διατυπωθεί από ένα αποδεδειγμένα δημοκρατικής προέλευσης πρόσωπο, θα θεωρούσαμε ότι πρόκειται για μια από τις συνηθισμένες ολοκληρωτικές ή αυταρχικές διακηρύξεις .Όμως όταν την επίθεση στα κόμματα την αρθρώνει κάποια με αριστερή θητεία , που μάλιστα είχε δουλέψει ως εργάτρια σε εργοστάσια ,αν και επαγγελματίας φιλόσοφος , με αγώνες στο πλευρό των Δημοκρατικών στον Ισπανικό εμφύλιο και στους Ελεύθερους Γάλλους του Ντε Γκώλ, τότε θα πρέπει να εξετάσουμε με προσοχή τα επιχειρήματά της. Ειδικά στην χώρα μας , που ζούμε τις θλιβερές συνέπειες της κομματοκρατίας, η εξέταση της δυνατότητας μιας διαφορετικής πολιτικής οργάνωσης , αποτελεί πρωταρχικό καθήκον κάθε ανθρώπου , που ενδιαφέρεται για το μέλλον του τόπου μας.
Ο Σ.Γουνελάς στον πρόλογό του επισημαίνει : «Χρειαζόμαστε οπωσδήποτε μια ανοιχτοσύνη - σαν κι αυτήν που διέθετε εκείνη – για να σκεφτούμε , όσο είναι καιρός , ότι απαιτείται στην Ελλάδα ένας γενναίος επαναπροσδιορισμός της πολιτικής και του πολιτικού κόμματος , αν θέλουμε να βγούμε κάποτε από το σημερινό αδιέξοδο .Όσο η πολιτική κυριαρχείται από τους οικονομικούς παράγοντες – οι οποίοι στις μέρες μας έχουν καταντήσει αφόρητα πνιγηροί – και από πρόσωπα ανακυκλούμενα στον πολιτικό στίβο και σχεδόν απόλυτα επαγγελματοποιημένα , δεν μπορεί να προωθηθεί ούτε καν τρόπος αυτοκριτικής και αυτοκάθαρσής της»(σελ.14,15).
Η Σ.Βέιλ υποστηρίζει ότι «τα κόμματα είναι οργανισμοί σχηματισμένοι δημόσια και επίσημα κατά τρόπο που να σκοτώνουν μέσα στην ψυχή την έννοια της αλήθειας και της δικαιοσύνης»(σελ. 30), ενώ προσθέτει ότι η «η ουσιαστική τάση των κομμάτων είναι ολοκληρωτική , όχι μονάχα ως προς μια χώρα , αλλά ως προς τον πλανήτη ολόκληρο»(σελ.28).Ο Α.Μπρετόν συμμερίζεται τις απόψεις της γράφοντας ότι είναι «θαυμαστές από κάθε πλευρά για την ευφυΐα τους και την ευγένειά τους ,συνιστούν ένα δριμύ κατηγορώ κατά του εγκλήματος της πνευματικής παραίτησης (της αποκήρυξης των πιο αναπαλλοτρίωτων προνομίων του πνεύματος ) που επιφέρει ο τρόπος λειτουργίας των κομμάτων »(σελ.52).Ο Αλαίν- δάσκαλος του Ρ.Αρόν και του Α.Μωρουά- στο επίμετρό του γράφει ότι η δραστηριότητα της Σ.Βέιλ «δεν υποσχόταν κάτι λιγότερο από μια Ρόζα Λούξεμπουργκ»(σελ.56).
Εύχομαι ο Σ.Γουνελάς να συνεχίσει με το ίδιο κέφι και ενθουσιασμό την μεταφραστική του προσπάθεια , για να μας γνωρίσει σύντομα το υπόλοιπο έργο της Σ.Βέιλ, που δεν έχει εκδοθεί στην χώρα μας.

Γ.Καραμπελιάς : «Η ανολοκλήρωτη επανάσταση του ΡΗΓΑ- «κόψε το ρόδο πριν μαραθεί»


ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 10.7.2011
ΡΗΞΗ Τ.76



Το νέο βιβλίο του Γ.Καραμπελιά «Η ανολοκλήρωτη επανάσταση του ΡΗΓΑ- «κόψε το ρόδο πριν μαραθεί» (Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2011, σελ.271), αποτελεί άλλο ένα σπουδαίο κεφάλαιο, στο έργο της αποκατάστασης της πραγματικότητας του νεοελληνισμού, που ξεκίνησε με τα βιβλία του για το «1204» και το «Κοραής και Γρηγόριο Ε’ ». Μέθοδος του είναι η λεπτομερής και εξαντλητική έρευνα της βιβλιογραφίας και των πρωτογενών πηγών ώστε να αντιμετωπιστούν με επιτυχία και επαρκή τεκμηρίωση οι δύο «ασθένειες» από τις οποίες πάσχει η σύγχρονη ελληνική ιστοριογραφία : πρώτα την παράκαμψη των ιστορικών γεγονότων και δεύτερο την προτεραιότητα, που αποδίδεται στις διάφορες ιδεολογικές ερμηνείες- παρερμηνείες που υπηρετούν τρέχοντες πολιτικούς σκοπούς, όπως την σχετικοποίηση των εθνών.
Ο συγγραφέας γνωρίζει καλά , ότι για να έχει βαρύτητα ο λόγος του θα πρέπει να διατρέξει όλο το σχετικό υλικό, όλο το υλικό που διαθέτει σήμερα η επιστημονική κοινότητα και κατά δεύτερο να προχωρήσει σε μια συγκριτική ανάλυση τόσο των γεγονότων, όσο και των ερμηνειών τους.
Ο Ρήγας Φεραίος μπορούμε να ισχυριστούμε ότι αποτελεί ένα σύμβολο με αναγνώριση από όλες τις πνευματικές τάσεις. Όμως οι διαφορετικές ερμηνείες – πολλές φορές από τον ίδιο ιστορικό αλλά σε διαφορετικές χρονικές περιόδους – παρέχει τον χώρο για να διεξαχθεί ο πολιτικός αγώνας, όσο και να αναπτυχθούν διάφορες ιδεολογικές ερμηνείες με αφετηρία το πρόσωπο του Ρήγα. Όπως γράφει ο Γ.Καραμπελιάς, για τον ιστορικό Γ.Κορδάτο, μία εποχή ο Ρήγας υπήρξε σύμβολο του ελληνικού ιμπεριαλισμού, ενώ σε μια άλλη – όταν παρεμπιπτόντως το ΚΚΕ προέτασσε τους εθνικοαπελευθερωτικούς στόχους - αναδείχθηκε σε μορφή της ελληνικής ανεξαρτησίας και της απόπειρας για βαλκανική συνεργασία.
Το ίδιο συμβαίνει και σήμερα, όπου μια παγκοσμιοποιημένη ιστοριογραφία επιχειρεί να απαξιώσει τα εθνικά σύμβολα : ο Ρήγας μετατρέπεται σε έναν στοχαστή που προσπαθεί με μηχανιστικό τρόπο να εισάγει τον γαλλικό διαφωτισμό, ενώ σχεδόν μηδενίζονται οι ορθόδοξες συνιστώσες της σκέψης , όπως και το γεγονός ότι το κύριο ενδιαφέρον του, ο κύριος πόθος του, υπήρξε η απελευθέρωση του ελληνισμού από την οθωμανική κυριαρχία.
Όπως γράφει ο Γ.Καραμπελιάς : «Θα πρέπει να αντιστρέψουμε, λοπόν, μια στρεβλωτική και στρεβλή ανάγνωση του Ρήγα, που τον μετατρέπει σε «εκσυγχρονιστικό» ιδεολόγημα, και να επιχειρήσουμε να τον ανατοποθετήσουμε στα πραγματικά πλαίσια της εποχής του και, ταυτοχρόνως, να αποκαταστήσουμε το μήνυμά του, ακέραιο, κατά το δυνατόν. Διότι το σχήμα εκείνο, που θέλει να αποκαθάρει τον Ρήγα από την ίδια την … ιδεολογία του και να τον μετατρέψει σε έναν homunculus του δυτικού διαφωτισμού , ιδωμένου μάλιστα με τα γυαλιά του τελευταίου τετάρτου του 20ου και των απαρχών του 21ου αι., υποκρύπτει – και αυτό είναι το επικίνδυνο - την απόπειρα συσκότισης της ελληνικής ιδιαιτερότητας , της ιδιαιτερότητας του ίδιου του ελληνικού διαφωτισμού »(σελ. 141).Φυσικά για να έχει ευλογοφάνεια ένα τέτοιο παρερμηνευτικό εγχείρημα, θα έπρεπε προηγουμένως να αγνοηθούν έργα που είχε εκδώσει ο Ρήγας, όπως οι προφητείες του Αγαθάγγελου, ή να υποτιμηθούν τα σημεία του έργου του, που επικεντρώνονται στην σημασία που έχει η ορθοδοξία στην διαμόρφωση της σκέψης του Ρήγα. Για αυτό σε ένα άλλο σημείο, ο Γ.Καραμπελιάς, σημειώνει εμφατικά : «Ο Ρήγας είναι ο φλογερός ορθόδοξος πατριώτης της εποχής του, και το παράδοξο θα ήταν να συνέβαινε κάτι διαφορετικό. Ωστόσο, αυτές οι απόλυτα φυσιολογικές απόψεις του έχουν φθάσει να ξενίζουν, διότι η συστηματική ιστορική διαστρέβλωση, που έχει επιχειρηθεί, έχει διηθηθεί, συνειδητά ή ανεπίγνωστα, στις απόψεις του συνόλου σχεδόν των σύγχρονων Ελλήνων.» (σελ. 30)
Ένα από τα σημαντικά πλεονεκτήματα του έργου είναι η ανάπλαση της ιστορικής εποχής και η διευκρίνιση του ρόλου που έπαιξαν άλλες σημαντικές ή και ελάσσονες προσωπικότητες του νεοελληνισμού. Έτσι ξεκαθαρίζεται ότι ο Κοραής συμβάδισε με το πιο μετριοπαθές τμήμα της Γαλλικής Επανάστασης, που εκπροσωπούσε ο Μιραμπώ, ενώ αντιτάχθηκε στις πιο ριζοσπαστικές εκδοχές της. Εν προκειμένω ο Καραμπελιάς τονίζει «Ο Κοραής θαύμαζε και αγαπούσε τη Γαλλία και τον διαφωτισμό αλλά παρέμεινε πριν απ’ όλα Έλληνας» (σελ. 71). Ο Αθανάσιος Πάριος εκπροσωπεί το πιο παραδοσιακό τμήμα της ορθοδοξίας, που έθρεψε τις πιο καίριες αυταπάτες για την αποδοχή της τουρκοκρατίας , που βέβαια θα διαψευστούν τραγικά, με τον απαγχονισμό του Πατριάρχη Γρηγόριου του Ε’. Ο διαφωτιστικών αφετηριών ιατρός Μιχαήλ Περδικάρης, είναι μια περίπτωση που είχε αγνοήσει η ιστοριογραφία. Ανήκει η τιμή στον Γ.Καραμπελιά, που επισημαίνει την σημασία του. Διότι πρόκειται για αυτόν που επιχειρηματολόγησε όχι μόνο κατά του Ρήγα, αλλά και υπέρ της εθελοδουλείας στον οθωμανισμό. Βεβαίως την αληθοφάνεια τέτοιων επιχειρημάτων – που περιέργως έχουν αξιοσημείωτη αντοχή στον χρόνο και επαναλαμβάνονται ομοιότροπα για όποιον μας προτείνει την οθωμανική δουλεία – θρυμματίζει η υπόδειξη της τύχης που είχαν όσοι Φαναριώτες - οι κατά Κοραή «τουρκοχειροτονημένοι δουλοπρίγκηπες » - χρησιμοποιήθηκαν σε διοικητικές θέσεις της οθωμανικής αυτοκρατορίας: «Εξ άλλου, μεταξύ 1720 και 1821, από τους 59 Φαναριώτες που κατέλαβαν κάποια ανώτατη θέση στην οθωμανική ιεραρχία, οι είκοσι γνώρισαν φρικτό θάνατο, ενώ το μεγαλύτερο μέρος των υπολοίπων καθαιρέθηκε ,εξορίστηκε, διώχθηκε, έχασε την περιουσία του. Πιο συγκεκριμένα , μεταξύ του 1701 και 1821, από τους 24 διερμηνείς του στόλου, οι δέκα θανατώθηκαν και οι τρείς εξορίστηκαν ή φυλακίστηκαν, ενώ από τους 29 ηγεμόνες της Μολδοβλαχίας, οκτώ θανατώθηκαν και σχεδόν όλοι οι υπόλοιποι καταδιώχθηκαν με κάποιο τρόπο. Και βέβαια, ανάλογη τύχη πολλών εκκλησιαστικών αξιωματούχων και προπαντός των πατριαρχών » (σελ.175).
Με ζωηρά χρώματα ζωγραφίζονται όλα τα μέλη της ολιγάριθμης, αλλά τόσο δραστήριας και σημαντικής, ομάδας του Ρήγα. Περιγράφεται η κοινωνική τους προέλευση, η δραστηριότητα, και κοινή τους με τον Ρήγα τύχη. Σχεδόν όλοι θα θανατωθούν με φρικτό τρόπο από τους Τούρκους , στους οποίους παραδόθηκαν από τους Αυστριακούς, που τους είχαν συλλάβει προηγούμενα. Από όλους αυτούς τους νέους, που σφράγισαν με το αίμα τους, την προσπάθεια να λάβει σάρκα και οστά το όραμα της απελευθέρωσης του ελληνισμού, ξεχωρίζουν, κατά την άποψη μου, οι εκδότες του εντύπου «Εφημερίς», αδελφοί Πούλιου. Πρόκειται για ένα έντυπο, που εκδιδόταν δύο φορές την εβδομάδα, για επτά χρόνια στην Βιέννη και στην οποία συνοψίζονταν οι αρχές και οι στόχοι της ομάδας του Ρήγα. Επίσης με πολύ ενδιαφέρον διαβάζεται η περιγραφή ορισμένων ελασσόνων προσώπων, όπως ο Κύριλλος Λαυριώτης, που όμως αποτελούν αδιάψευστες μαρτυρίες για τις διεργασίες στο εσωτερικό του ελληνισμού.
Παραμένει πάντα επίκαιρο το δημοκρατικό και εθνικό στοιχείο του έργου του Ρήγα, όπως και το γεγονός ότι θεωρούσε την συνεργασία των βαλκανικών λαών –ανεξάρτητα από φυλετική προέλευση ή θρησκεία – ως την απαραίτητη προυπόθεση για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού. Η επιλογή αυτή υλοποιήθηκε σε κάποιο βαθμό, κυρίως στο αρχικό στάδιο της Επανάστασης, στις παραδουνάβιες ηγεμονίες. Το θλιβερό είναι ότι μια πρόσφατη ιστοριογραφία, που προσπαθεί να σχετικοποιήσει τα έθνη, απωθεί στο σκοτάδι τα έργα του Ρήγα που συνδυάζουν την δημοκρατική με την εθνική επανάσταση, όπως τον «Θούριο » και τον «Ύμνο πατριωτικό». Για αυτό είναι πολύ αναγκαία η παραπομπή που κάνει ο Γ.Καραμπελιάς στις απόψεις ορισμένων ιστορικών στελεχών του ΚΚΕ (Γ.Ζέβγος, Π.Ρούσσος ,Λ.Στρίγκος ) και ιστορικών όπως ο Γκριγκόρι Άρς και ο Λ.Βρανούσης, που θεωρούν ότι στην επανάσταση του 1821 το εθνικό στοιχείο και το αίτημα της εθνικής απελευθέρωσης προηγείται του κοινωνικού (σελ.176).
Τελικά πως μπορούμε να ορίσουμε την προσωπικότητα του Ρήγα ;Σύμφωνα με τον Λ.Βρανούση «τρείς κυρίως πηγές αρδεύουν το έδαφος όπου βλάστησε ο ευγενικός αυτός βλαστός της Ρωμιοσύνης :η βυζαντινή παράδοση, η κλασσική δόξα των προγόνων, και οι νεωτερικές ιδέες της επαναστατικής Γαλλίας » (σελ.55). Ο Γ.Καραμπελιάς θα προχωρήσει περισσότερο. Ο Ρήγας, ανάμεσα στον δυτικό πόλο του ελληνισμού, που σχηματικά εκπροσωπούσε ο Α.Κοραής και στον πόλο της ανατολικής παράδοσης που εκπροσωπούσαν οι Κολλυβάδες και ο Αθανάσιος Πάριος, αποτελεί μαζί με τους Δ.Καταρτζή, Ν.Μαυροκορδάτο, Ε.Βούλγαρη, Ι. Καποδίστρια, το τρίτο συνθετικό πόλο. Πρόκειται για την πιο ενδιαφέρουσα προσπάθεια, που δεν αποκλείει, αλλά προσπαθεί να συνθέσει « με αφετηρία την ελληνική παράδοση – αρχαιοελληνική βυζαντινή και νεώτερη ελληνική/ ορθόδοξη, να εντάξει οργανικά και επιλεκτικά τη δυτική σκέψη και τον δυτικό πολιτισμό σε αυτή, δηλαδή να επιχειρήσει αυτό που έχουμε αποκαλέσει «εκσυγχρονισμό της εγχώριας παράδοσης» (σελ.134) .Το πιο άμεσο αποτέλεσμά του, υπήρξε η μεγάλη της συμβολή στην προετοιμασία της Επανάστασης του 1821. Για να συμπληρώσουμε, κάπως, τον Γ.Καραμπελιά : τηρουμένων των αναλογιών, η απάντηση στο αίτημα ενός τρίτου σύνθετου πόλου, που αφομοιώνει γόνιμα και κριτικά ότι μας έρχεται από έξω και ότι μας έρχεται από μέσα εκπροσωπώντας εμπειρίες και γνώσεις μίας εκτεταμένης στον χρόνο παράδοσης, αποτελεί και σήμερα τον αναγκαίο ,τον πολύτιμο όρο, για την ύπαρξη του νεοελληνισμού.