Τετάρτη, 27 Απριλίου 2011

ΜΕΘΑΝΑ:Εκεί που παραθέριζε ο Γ.Κατσίμπαλης



Ο Γ.Κατσίμπαλης στις επιστολές του στον Γ.Σεφέρη συχνά αναφέρεται στα ΜΕΘΑΝΑ ,όπου περνούσε τα καλοκαίρια του.Με νοσταλγία αναφέρεται στα πευκοβελόνια και στο χώμα τους.Πρόκειται για έναν τόπο , όπου ο άνθρωπος μπορεί να ξεκουραστεί και να ασχοληθεί με τα ουσιώδη της ύπαρξής του.

Δευτέρα, 25 Απριλίου 2011

Δύο ενδιαφέροντα βιβλία





Κυκλοφόρησαν δύο ενδιαφέροντα βιβλία τα οποία , διαβάσαμε πρόσφατα.Στο άμεσο μέλλον θα αναφερθούμε αναλυτικότερα :
α. Το κλασσικό βιβλίο του HANS MORGENTHAU :"Επιστήμη και πολιτική της ισχύος " ,από τις εκδόσεις ΤΟΥΡΙΚΗ, σε μετάφραση και επίμετρο του ΠΑΝΟΥ ΤΣΑΚΑΛΟΓΙΑΝΝΗ.Επιγραμματικά μπορούμε να πούμε ότι ξετινάζει την φιλελεύθερη επιχειρηματολογία στις διεθνείς σχέσεις. Είναι πολύ χρήσιμο , στην δική μας περίπτωση ,για να κατανοήσουμε σε τι είδους ιδεοληψίες έχει παγιδευτεί η ελληνική εξωτερική πολιτική .
β.Η μελέτη του Ρευμόνδου Πετρίδη : "Hegel και Κονδύλης- Η Εγελιανή Γενεαλογία του Δυισμού , τα δεσμά της Δυστυχισμένης συνείδησης και ο Κονδυλικός Πεφωτισμένος Στωικισμός".Είναι πολύ ελπιδοφόρο γεγονός ότι νέοι στοχαστές γράφουν ώριμα κείμενα για το έργο του Π.Κονδύλη.Ο συγγραφέας έχει πρόσβαση στα κείμενα του Κονδύλη που δεν έχουν δημοσιευθεί καθώς και στον Α.Λαυραντώνη , παλαιό φίλο του Κονδύλη.Τις πηγές αυτές μπορεί , κατά την άποψη μου , να τις χρησιμοποιήσει και για πιο σύνθετες εργασίες.

Κριτική παρουσίαση από τον Γ.Σταματόπουλο στην ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 22-4-2011



Οταν η Τέχνη συναντά το αυθεντικό

Η εξέλιξη του ελληνικού στοχασμού
Από τον Γιώργο Σταματόπουλο


Σπύρος Κουτρούλης :Ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας .Αισθητική και ιδεολογίες του νέου ελληνισμού

Εναλλακτικές Εκδόσεις

Η ανάγνωση του βιβλίου του Σπύρου Κουτρούλη είναι μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για επαναστοχασμό και επαναξιολόγηση της έως τούδε προσωπικής - κοινωνικής - πολιτικής ζωής. Για μερικούς, ή πολλούς, είναι η είσοδος στον στοχασμό, στην περίσκεψη έστω, μιας και οι συγγραφείς που έχει επιλέξει να παρουσιάσει είναι σχεδόν άγνωστοι στο ευρύ αναγνωστικό κοινό, ενώ η ακαδημαϊκή κοινότητα, που υποτίθεται ότι τους γνωρίζει, σιωπά με μεγάλη γενναιότητα για το έργο τους.

Σε ό,τι δε αφορά τα μέσα ενημέρωσης, αυτά κοιμούνται αμέριμνα και μηρυκάζουν ό,τι τους προστάζει ο νεοοικονομικός, τεχνικός λόγος του κατεστημένου της διανόησης και η υλόφρων φιλοσοφία που διέπει ολόκληρο το πολιτικό σύστημα.

Θα αντιπαρέλθω την ιδεολογική ματιά του συγγραφέα, που φωσφορίζει στον πρόλογό του περί οικουμενικότητας του ελληνισμού, τονίζοντας όμως μια φράση του, την εξής: «Η μελέτη της διαχρονικής εξέλιξης του ελληνικού στοχασμού μάς οδηγεί στην εύρεση των ορίων, του μέτρου· στην απόρριψη της ύβρεως, στην αναίρεση της αλαζονείας, στη στροφή προς τα "ένδον", στην αναζήτηση του αυθεντικού, σε έναν κόσμο όπου θριαμβεύει το ασήμαντο».

Ολοι οι στοχαστές που επιλέγει, οι περισσότεροι της γενιάς του '30, είναι μέσα σ' αυτή τη φράση του. Ο θρίαμβος του ασήμαντου είναι η επικράτεια της λαϊκότητας, η λιτή γραμμή του ορίζοντα, η χαρά και το πένθος της κάθε μέρας, το κάθε υπερήφανο βήμα του ανθρώπου προς τον θάνατο. Ολα αυτά, όμως, είναι η παγκοσμιότητα, η αγωνία όλων των ανθρώπων του πλανήτη. Αρα δεν νομίζω ότι είναι μόνο το θάμβος του ελάσσονος που χαρακτηρίζει τον ελληνικό στοχασμό. Είναι, κυρίως, ο τρόπος που εκφράζεται κάποιος που ζει στην Ελλάδα, λουσμένος, όντως, σ' ένα άπλετο φως, σε μια εξαιρετικά πολύγραμμη ανάγλυφη γεωμορφία, ευρισκόμενος, πράγματι, σε κρίσιμα θαλάσσια και ηπειρωτικά σταυροδρόμια. Συμφωνώ ότι ο ελληνισμός, όπως και αν εκλαμβάνει κάποιος τον όρο, είναι πολιτική πρόταση, η κοινοτιστική του παράδοση κυρίως και όχι η ασκητική, η έγνοια του για δημοκρατία και όχι η προσήλωσή του σε χριστιανικά δόγματα.

Ο Θεοτοκάς είχε συνοψίσει την κρίση του ελληνικού στοχασμού στον μαρασμό των γραμμάτων, στην ηθογραφία και τον στενό ρεαλισμό της πρόζας, στην έλλειψη φιλοσοφικής σκέψης και στη ροπή του κοινού να διαβάζει χυδαιογραφήματα, καθώς και στην ξενοδουλεία των γαλλομαθών και αγγλομαθών τάξεων. Δεν διστάζει, όμως, να γράψει μια από τις ωραίες φράσεις του, στο «Ελεύθερο πνεύμα»: «Είμαστε τσακισμένοι, μαραμένοι, χαμένοι μες στον κυκεώνα της σύγχρονης ζωής. Κανείς δεν περιμένει κάτι καλό από την Ελλάδα. Καμμία ελπίδα δεν χαράζει πουθενά. Η στιγμή αυτή είναι βέβαια μια θαυμάσια στιγμή».

Πόση δύναμη κρύβεται στην τελευταία πρόταση! Θαυμάσια στιγμή, όταν όλα γύρω έχουν καταρρακωθεί, όταν όλα έχουν χαθεί! Και σήμερα, νομίζω, είναι μια θαυμάσια στιγμή για μια δυναμική αναγέννηση. Υποδιαίρεση της στιγμής αυτής είναι το βιβλίο του Σπύρου Κουτρούλη, ο οποίος εύστοχα σημειώνει ότι η σκέψη του Ν. Χατζηκυριάκου Γκίκα καθορίζεται από την αντίθεση ανάμεσα στην ακαδημαϊκή τέχνη και τον λαϊκό πολιτισμό. Και αντλεί από τα γραπτά του καίριες επισημάνσεις, που απεγνωσμένα ψάχνουν για την αυτογνωσία, να βρει δηλαδή το λεπτό νήμα που συγκρατεί τη βαθύτερη ουσία της παράδοσης, να το αφομοιώσει, να το ανανεώσει και ας το χάσει. Αυτό, όμως, λέει, σημαίνει ανάπτυξη, έτσι μεγαλουργούν οι άνθρωποι.

Θα συμφωνήσω και με τα λόγια του συγγραφέα ότι το σημαντικό σε εύρος και ποιότητα έργο του Γιάννη Ρίτσου δεν έχει αποτιμηθεί πλήρως και παραμένει εξόριστο, καταδιωγμένο από την κυριαρχούσα ασημαντότητα κι ευτέλεια.

Ο στοχαστής Τζούλιο Καΐμη επικρίνει τον νευρικό μηχανικό πολιτισμό που σκοτώνει το απλό και λέει με φυσικότητα: «Η Μεγάλη Τέχνη δεν μπορεί να 'χει τη ρίζα της παρά στην τέχνη του λαού, στη ζωντανή σχέση μεταξύ διανοουμένων και λαού». Ο κόσμος μας, λέει με απλά λόγια, δεν είναι δυνατόν να γίνει κατανοητός εάν προηγουμένως δεν γνωρίσεις την τοπική παράδοση.

Ο Ιωάννης Συκουτρής, ένας ταλαντούχος φιλόλογος, ήταν ο πρώτος ίσως που παθιάστηκε με την αρχαιοελληνική γραμματεία, μαθητεύοντας κοντά στον Βιλαμόβιτς και προσπάθησε να παντρέψει τον αρχαίο ελληνικό λόγο με τον νεοελληνικό και ευρωπαϊκό. Παρ' όλον τον οιονεί αριστοκρατισμό του ήρθε σε ρήξη με το κατεστημένο και οδηγήθηκε στην εξαφάνιση.

Σημαντική βεβαίως η αναφορά στον Παναγιώτη Κονδύλη, τον άλλο μεγάλο στοχαστή που κατάπιε ολόκληρο τον κόσμο των ιδεών, από τον Πλάτωνα ώς τις μέρες μας. Εδώ επικεντρώνει στην πρόταση του στοχαστή για στενή συνεργασία της Ευρώπης με την Ασία, στον σχηματισμό της Ευρασίας, αλλά και στη ματιά του πάνω στην παθολογία του νεοελληνικού κράτους και της κοινωνίας, όπου φρονεί ότι χρειάζεται άμεση ανασυγκρότηση και παραγωγική μεταστροφή της ελληνικής οικονομίας.

Συγκινητική η αναφορά του στον Πάμπλο και την πίστη του στην αυτοδιαχείριση μέσα από την άμεση δημοκρατία και τον σοσιαλισμό, αλλά κυρίως στη σχέση του με τη θρησκεία. Παρότι πιστεύει ότι ο θρησκείες χρησιμοποιούνται ως μοχλοί επιβολής από τις πολιτικές εξουσίες, διαβλέπει ότι μπορούν να καταπραΰνουν την υπαρξιακή αγωνία του ανθρώπου και για τούτο λέει πως κάθε κοινωνικό και πολιτικό καθεστώς πρέπει να σέβεται και να επιτρέπει σ' αυτές τον πιο ελεύθερη εκδήλωση ως βασικής ατομικής ανάγκης και δικαιώματος.

Οι συγγραφείς που επιλέγει ο συγγραφέας μάς έχουν κληροδοτήσει κείμενα-διαμάντια. Ολα διαπνέονται από την αγάπη για το τοπικό, από τον θαυμασμό για το περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγάλωσαν οι συγγραφείς τους, από την αγωνία να εαυτοσκοπηθούν και να δώσουν νόημα στη Ζωή, στο βίωμα, στην Τέχνη, στην πολιτική.

Ολοι εκφράζουν την αγωνία τους και την οργή τους για την απουσία της κοινωνίας, ως θεσμού, στο υπάρχον πολιτικό σύστημα. Ολοι εναντιώνονται στον εργαλειακό ορθολογισμό, στη δίνη του τεχνικού πολιτισμού, γαντζώνονται από τον βαθύσοφο ελληνικό λαϊκό πολιτισμό για να αρθρώσουν παγκόσμιο λόγο. Με απλά λόγια προσπαθούν να μας πουν ότι μόνον η γνώση του τοπικού οδηγεί στην κατανόηση της οικουμενικότητας· ότι ο μιμητισμός και ο πιθηκισμός στον κόσμο των ιδεών μόνο στη δουλοφροσύνη μπορεί να οδηγήσει· ότι το μέλλον ενός μικρού κράτους είναι ανύπαρκτο εάν αυτό δεν βασιστεί στα σωθικά του, στην οικονομία του και στις μακροπρόθεσμες πλατιές συμμαχίες με όμορα και άλλα εύρωστα κράτη.

Εάν ο συγγραφέας επεδίωκε να μας ταρακουνήσει από τον λήθαργό μας, από τον τρόμο μας μπροστά στο Μνημόνιο και στην εκχώρηση εκ μέρους της κυβέρνησης βασικών κυριαρχικών δικαιωμάτων, από την αμηχανία μας να αυτοπροσδιοριστούμε, νομίζω ότι το πέτυχε. Οι τυχόν διαφωνίες με σημεία των κειμένων ας σημειωθούν στο περιθώριο· θα αποτελέσουν τη ζύμη για έναν ουσιαστικό και ειλικρινή διάλογο σε ό,τι αφορά τη θέση της Ελλάδας στο νεοδιαμορφούμενο γεωπολιτικό γίγνεσθαι.

http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=269213

Τετάρτη, 20 Απριλίου 2011

Η ζωή εν ταφω



Την αξία και την ποιητικότητα αυτών των κειμένων , είναι δύσκολο να αισθανθούμε σε άλλη μορφή και σε άλλη γλώσσα από αυτή που γράφτηκαν για πρώτη φορά.Ας μας μείνει το εξής :μετά από κάθε σταύρωση , μετά από κάθε κάθοδο στον τάφο , ακολουθεί η Ανάσταση.Ανάσταση οντολογική , προσωπική, κοινωνική.

Η ζωή εν τάφω
κατετέθης, Χριστέ,
και αγγέλων στρατιαί εξεπλήττοντο,
συγκατάβασιν δοξάζουσαι την σήν.

Η ζωή πως θνήσκεις;
πώς και τάφω οικείς;
του θανάτου το βασίλειον λύεις δε
και του Άδου τους νεκρούς εξανιστάς.

Μεγαλύνομέν σε,
Ιησού Βασιλεύ,
και τιμώμεν την ταφήν και τα πάθη σου,
δι' ων έσωσας ημάς εκ της φθοράς.

Μέτρα γής ο στήσας,
εν σμικρώ κατοικείς,
Ιησού Παμβασιλεύ, τάφω σήμερον,
εκ μνημάτων τους θανόντας ανιστών.

Ιησού Χριστέ μου,
Βασιλεύ του παντός,
τι ζητών τοις εν τω άδη ελήλυθας;
ή το γένος απολύσαι των βροτών.

Ο Δεσπότης πάντων
καθοράται νεκρός,
και εν μνήματι καινώ κατατίθεται,
ο κενώσας τα μνημεία των νεκρών.

Η ζωή εν τάφω
κατετέθης, Χριστέ,
και θανάτω σου τον θάνατον ώλεσας
και επήγασας τω κόσμω την ζωήν.

Μετά των κακούργων
ως κακούργος, Χριστέ,
ελογίσθης δικαιών ημάς άπαντας,
κακουργίας του αρχαίου Πτερνιστού.

Ο ωραίος κάλλει
παρά πάντας βροτούς
ως ανείδεος νεκρός καταφαίνεται,
ο την φύσιν ωραΐσας του παντός.

Άδης πως υποίσει
παρουσίαν την σήν,
και μη θάττον συντριβείη σκοτούμενος,
αστραπής φωτός σου αίγλη τυφλωθείς;

Ιησού, γλυκύ μοι
και σωτήριον φως,
τάφω πως εν σκοτεινώ κατακέκρυψαι;
ω αφάτου και αρρήτου ανοχής!

Απορεί και φύσις,
νοερά και πληθύς,
η ασώματος, Χριστέ, το μυστήριον
της αφράστου και αρρήτου σου ταφής.

Ώ θαυμάτων ξένων!
ώ πραγμάτων καινών!
ο πνοής μοι χορηγός άπνους φέρεται,
κηδευόμενος χερσί του Ιωσήφ.

Και εν τάφω έδυς,
και των κόλπων, Χριστέ,
των πατρώων ουδαμώς απεφοίτησας
τούτο ξένον και παράδοξον ομού.

Αληθής και πόλου
και της γης Βασιλεύς,
ει και τάφω σμικροτάτω συγκέκλεισαι,
επεγνώσθης πάση κτίσει, Ιησού.

Σου τεθέντος τάφω,
πλαστουργέτα Χριστέ,
τα του Άδου εσαλεύθη θεμέλια,
και μνημεία ηνεώχθη των βροτών.

Ο την γην κατέχων,
τη δρακί νεκρωθείς,
σαρκικώς υπό της γης νυν συνέχεται,
τους νεκρούς λυτρών της Άδου συνοχής.

Εκ φθοράς ανέβη
η ζωή μου ευθύς,
Σου θανέντος και τω Άδη φοιτήσαντος,
Ιησού μου, του θανάτου συντριβή.

Ως φωτός λυχνία
νυν η σάρξ του Θεού,
υπό γην ως υπό μόδιον κρύπτεται,
και διώκει τον εν Άδη σκοτασμόν.

Νοερών συντρέχει
στρατιών η πληθύς,
Ιωσήφ και Νικοδήμω συστείλαί σε,
τον αχώρητον, εν μνήματι σμικρώ.

Νεκρωθείς βουλήσει
και τεθείς υπό γήν,
ζωοβρύτα Ιησού μου, εζώωσας
νεκρωθέντα παραβάσει με πικρά.

Ηλλοιούτο πάσα,
Ιησού, εν τω σώ
εκουσίω πάθει κτίσις, ως Λόγον Σε,
εγνωκυία εαυτής συνεκτικόν.

Της ζωής την πέτραν
ως βροτόν, Ιησου,
ο παμφάγος Σε φαγών Άδης ήμεσεν,
εξ αιώνος ους κατέπιε νεκρούς.

Εν καινώ μνημείω
κατετέθης, Χριστέ,
και την φύσιν των βροτών ανεκαίνισας,
αναστάς θεοπρεπώς εκ των νεκρών.

Επί γης κατήλθες
ίνα σώσης Αδάμ
και εν γη μη ευρηκώς τούτον, Δέσποτα,
μέχρις Άδου κατελήλυθας ζητών.

Συγκλονείται φόβω
πάσα, Λόγε, η γη
και Φωσφόρος τας ακτίνας απέκρυψε,
του μεγίστου γη κρυβέντος σου φωτός.

Ως βροτός μεν θνήσεις,
εκουσίως, Σωτήρ,
ως Θεός δε τους θνητούς εξανέστησας,
εκ μνημάτων και βυθού αμαρτιών.

Δακρυρρόους θρήνους
επί σε η Αγνή
μητρικώς, ω Ιησού, επιρραίνουσα,
ανεβόα πως κηδεύσω σε, Υιέ;

Ώσπερ σίτου κόκκος,
υποδύς κόλπους γης,
τον πολύχουν απεδέδωκας άσταχυν,
αναστήσας τους βροτούς τους εξ Αδάμ.

Υπό γην εκρύβης
ώσπερ Ήλιος νυν,
και νυκτί τη του θανάτου κεκάλυψαι
αλλ' ανάτειλον φαιδρότερον, Σωτήρ.

Ως ηλίου δίσκον
η σελήνη, Σωτήρ,
αποκρύπτει, και Σε τάφος νυν έκρυψεν,
εκλιπόντα τω θανάτω σαρκικώς.

Η ζωή θανάτου
γευσαμένη, Χριστός,
εκ θανάτου τους βροτούς ηλευθέρωσε,
και δωρείται πάση κτίσει την ζωήν.

Νεκρωθέντα πάλαι
τον Αδάμ φθονερώς
επανάγεις προς ζωήν τη νεκρώσει Σου,
νέος, Σώτερ, εν σαρκί φανείς Αδάμ.

Νοεραί σε τάξεις,
ηπλωμένον νεκρόν
καθορώσαι δι' ημάς εξεπλήττοντο,
καλυπτόμεναι ταις πτέρυξι, Σωτήρ.

Καθελών σε, Λόγε,
απο ξύλου νεκρόν,
εν μνημείω Ιωσήφ νυν κατέθετο.
Αλλ' ανάστα σώζων πάντας ως Θεός.

Των αγγέλων, Σώτερ,
χαρμονή πεφυκώς
νυν και λύπης τούτοις γέγονας αίτιος,
καθορώμενος σαρκί άπνους νεκρός.

Υψωθείς εν ξύλω
και τους ζώντας βροτούς
συνοψοίς υπό την γήν δε γενόμενος,
τους κειμένους υπ' αυτήν εξανιστάς.

Ώσπερ λέων, Σώτερ,
αφυπνώσας σαρκί,
ως τις σκύμνος ο νεκρός εξανίστασαι,
αποθέμενος το γήρας της σαρκός.

Την πλευράς ενύγης
ο πλευράν ειληφώς
του Αδάμ, εξ ής την Εύαν διέπλασας,
και εξέβλυσας κρουνούς καθαρτικούς.

Εν κρυπτώ μεν πάλαι
έθυον τον Αμνόν
σύ δ' υπαίθριος τυθείς, Ανεξίκακε,
πάσαν κτίσιν απεκάθηρας, Σωτήρ.

Τις εξείποι τρόπον,
φρικτόν! όντως καινόν;
ο δεσπόζων γαρ της κτίσεως σήμερον,
πάθος δέχεται και θνήσκει δι' ημάς.

Ο ζωής ταμίας
πως οράται νεκρός;
εκπληττόμενοι οι άγγελοι έκραζον
πως δ' εν μνήματι συγκλείεται Θεός;

Λογχονύκτου, Σώτερ,
εκ πλευράς σου ζωήν
τη ζωή, την εκ ζωής εξωσάση με
επιστάζεις και ζωοίς με σύν αυτή.

Απλωθείς εν ξύλω
συνηγάγου βροτούς
την πλευράν σου δε νυγείς την ζωήρρυτον,
πάσιν άφεσιν πηγάζεις, Ιησού.

Ο ευσχήμων, Σώτερ,
σχηματίζει φρικτώς,
και κηδεύει ως νεκρόν ευσχημόνως Σε,
και θαμβείταί σου το σχήμα το φρικτόν.

Υπό γην βουλήσει,
κατελθών ως θνητός,
επανάγεις απο γης προς ουράνια
τους εκείθεν πεπτωκότας, Ιησού.

Καν νεκρός ωράθης,
αλλά ζων ως Θεός,
νεκρωθέντας τους βροτούς ανεζώωσας,
τον εμόν απονεκρώσας νεκρωτήν.

Ω χαράς εκείνης!
ω πολλής ηδονής!
Ιησού, ης τους εν Άδη πεπλήρωκας,
εν πυθμέσι φως αστράψας ζοφεροίς.

Προσκυνώ το πάθος,
ανυμνώ την ταφήν
μεγαλύνω σου το κράτος, φιλάνθρωπε,
δι' ων λέλυμαι παθών φθοροποιών.

Κατά σου ρομφαία
εστιλβούτο, Χριστέ,
και ρομφαία ισχυρού μεν αμβλύνεται,
η ρομφαία δε τροπούται της Εδέμ.

Η αμνάς τον άρνα,
καθορώσα νεκρόν,
ταις αικίσι βαλλομένη ωλόλυζε
συγκινούσα και το ποίμνιον βοάν.

Καν ενθάπτη τάφω
καν εις Άδου μολή,
αλλά, Σώτερ, και τους τάφους εκένωσας
και τον Άδην απεγύμνωσας, Χριστέ.

Εκουσίως, Σώτερ,
κατελθών υπό γήν,
νεκρωθέντας τους βρούς ανεζώωσας
και ανήγαγες εν δόξη πατρική

Της Τριάδος πάθος
υπομένει, ο Είς,
επονείδιστον, αμνός ιλαστήριος
φρίξον ήλιος, και τρόμαξον η γη.

Ως πικράς εκ κρήνης,
της Ιούδα φυλής,
οι απόγονοι εν λάκκω κατέθεντο,
τον τροφέα μανναδότην Ιησούν.

Ο Κριτής εις δίκην
προ αδίκου κριτού,
και παρίστατο και θάνατον άδικον
κατεκρίθη διά ξύλου σταυρικού.

Μιαιφόνον έθνος,
αλαζών Ισραήλ,
τι παθών τον Βαραββάν ηλευθέρωσας;
τον Σωτήρα δε παρέδωκας σταυρώ;

Ο χειρί σου πλάσας
τον Αδάμ εκ της γής,
δι' αυτόν τη φύσει γέγονας άνθρωπος,
και εσταύρωσαι βουλήματι τω σω

Υπακούσας, Λόγε,
τω ιδίω Πατρί,
μέχρις Άδου του δεινού καταβέβηκας
και ανέστησας το γένος των βροτών.

Οίμοι, φώς του κόσμου!
οίμοι φως, το εμόν!
Ιησού μου ποθεινότατε έκραζεν,
η Παρθένος, θρηνωδούσα γοερώς.

Φθονερέ, ελάστορ,
φόνου πλήρης λαέ,
καν σινδόνας και αυτό το σουδάριον
ουκ αισχύνη, αναστάντος του Χριστού!

Δολοφόνε, δεύρο,
μιαρέ μαθητά,
και τον τρόπον της κακίας σου δείξον μοι,
δι' όν γέγονας προδότης του Χριστού.

Ως φιλάνθρωπός τις
υποκρίνη, μωρέ
και τυφλέ, πανωλεθρότατε άσπονδε,
ο το μύρον πεπρακώς διά τιμής.

Ουρανίου μύρου
ποίαν έσχες τιμήν;
του τιμίου τι εδέξω αντάξιον
λύσσαν εύρες, καταρώτατε Σατάν.

Ει λυπή το μύρον
και φιλόπτωχος εί,
εις εξίλασμα ψυχής νυν χεόμενον,
πως χρυσώ απεμπολείς τον φωταυγή;

Ώ Θεέ και Λόγε,
ω χαρά η εμή
πως ενέγκω σου ταφήν την τριήμερον;
νυν σπαράττομαι τα σπλάγχνα μητρικώς.

Τίς μοι δώσει ύδωρ
και δακρύων πηγάς,
η Θεόνυμφος Παρθένος εκραύγαζεν,
ίνα κλαύσω τον γλυκύν μου Ιησούν;

Ώ βουνοί και νάπται
και ανθρώπων πληθύς,
οίμοι! κλαύσατε και πάντα θρηνήσατε
συν εμοί τη του Θεού ημών Μητρί.

Πότε ίδω, Σώτερ,
σε το άχρονον φως,
την χαράν και ηδονήν της καρδίας μου;
η Παρθένος ανεβόα γοερώς,

Καν ως πέτρα, Σώτερ,
η ακρότομος σύ,
κατεδέξω την τομήν, αλλ' επήγασας,
ζων το ρείθρον, ως πηγή ων της ζωής.

Ως μιας εκ κρήνης,
τον διπλούν ποταμόν,
της πλευράς σου, προχεούσης αρδόμενοι,
την αθάνατον καρπούμεθα Ζωήν.

Θέλων ώφθης, Λόγε,
εν τω τάφω νεκρός,
αλλά ζής και τους βροτούς,ως προείρηται
τη εγέρσει σου, Σωτήρ μου, ανιστάς.

Ανυμνούμεν, Λόγε,
σε των πάντων Θεόν,
τω Πατρί και τω Αγίω σου Πνεύματι,
και δοξάζομεν την θείαν σου ταφήν.

Μακαρίζομέν σε,
Θεοτόκε Αγνή,
και τιμώμεν την ταφήν την τριήμερον
του Υιού σου και Θεού ημών πιστώς.

Η ζωή εν τάφω,
κατετέθης, Χριστέ,
και αγγέλων στρατιαί εξεπλήττοντο,
συγκατάβασιν δοξάζουσαι την σήν

Κυριακή, 17 Απριλίου 2011

Καλό ταξίδι Νίκο Παπάζογλου



Ένας αυθεντικός , τίμιος τεχνίτης του λόγου και της μουσικής.Δημιούργησε συνδέοντας με επιτυχία το παραδοσιακό , το λαικό με το μοντέρνο.Τα τραγούδια του, μας συντρόφευσαν από τα φοιτητικά χρόνια σε ευχάριστες και μελαγχολικές στιγμές.

Τρίτη, 5 Απριλίου 2011

Πόλεμος και κατάκτηση στα Grundrisse του Κ.Μάρξ

Πόλεμος και κατάκτηση στα Grundrisse του Κ.Μάρξ

Ο οικονομικός ντεντερμινισμός και ο τεχνολογικός μεσσιανισμός χρωματίζουν τον βασικό πυρήνα της σκέψης του Κ.Μάρξ. Στοιχεία επιστημονισμού , προφητισμού , μεσσιανισμού διαχέονται και συνθέτουν ένα μείγμα εξαιρετικά ιδιόρρυθμο και πρωτότυπο.

Στην μαρξική σκέψη , το οικονομικό στοιχείο προσδιορίζει καταλυτικά ή σε «τελική ανάλυση » μια σειρά στοιχείων της κοινωνίας : την πολιτική , το δίκαιο , την τέχνη , την θρησκεία , τον πολιτισμό , που θεωρούνται απλά ως εποικοδόμημα των διεργασιών , που συντελούνται μέσα στην οικονομία (στις « παραγωγικές σχέσεις » και στις «παραγωγικές δυνάμεις»).

Ο ίδιος ο Μάρξ , στον «Πρόλογο της Συμβολής στην κριτική της πολιτικής οικονομίας» συνόψισε με επιγραμματικό τρόπο την αιτιώδη και μονοδιάστατη σχέση ανάμεσα στην «οικονομία» και το «εποικοδόμημα»: « Στην κοινωνική παραγωγή της ζωής τους οι άνθρωποι αποδέχονται ορισμένες αναγκαίες ανεξάρτητες από την θέλησή τους σχέσεις , σχέσεις παραγωγικές που αντιστοιχούν σε ορισμένη βαθμίδα ανάπτυξης των παραγωγικών τους δυνάμεων.Το σύνολο αυτών των παραγωγικών σχέσεων αποτελεί την οικονομική διάρθρωση της κοινωνίας , την πραγματική βάση πάνω στην οποία υψώνεται ένα νομικό και πολιτικό εποικοδόμημα , στο οποίο αντιστοιχούν καθορισμένες μορφές κοινωνικής συνείδησης. Ο τρόπος παραγωγής προσδιορίζει το κοινωνικό , πολιτικό και πνευματικό γενικά προτσές της ζωής.Δεν είναι η συνείδηση των ανθρώπων που καθορίζει το Είναι τους , αλλά αντίθετα το κοινωνικό του Είναι την συνείδησή τους. Σε μια ορισμένη βαθμίδα της ανάπτυξής τους , οι υλικές παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας έρχονται σε αντίφαση με τις παραγωγικές σχέσεις μέσα στις οποίες είχαν κινηθεί.Από μορφές ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων μετατρέπονται σε δεσμά τους. Αρχίζει μια εποχή κοινωνικής επανάστασης. Με την αλλαγή του κοινωνικού θεμελίου ανατρέπεται , γρήγορα ή αργά , ολόκληρο το τεράστιο εποικοδόμημα. Κατά την θεώρηση τέτοιων ανατροπών πρέπει πάντα να κάνουμε διάκριση ανάμεσα στην υλική , φυσιοκοεπιστημονικά εξακριβωμένη ανατροπή των οικονομικών όρων της παραγωγής και στις νομικές , πολιτικές , θρησκευτικές , καλλιτεχνικές ή φιλοσοφικές με τις ιδεολογικές μορφές με τις οποίες οι άνθρωποι συνειδητοποιούν αυτήν την σύγκρουση».[1] Η ιδεολογική , στην πραγματικότητα , απλούστευση του Μάρξ , θα δώσει «καρπούς» , στην «Αθλιότητα της Φιλοσοφίας» , όπου καθορίζεται «ότι ο χειρόμυλος γέννησε τη φεουδαρχική κι ο ατμόμυλος την αστική κοινωνία».[2]

Το κύριο προσόν των σκέψεων αυτών είναι η πυκνότητα , ο καλλιτεχνικός τρόπος με τον οποίο συνοψίζεται η μαρξιστική αφήγηση και ο καίριος τρόπος με τον οποίο θίγονται ορισμένα θέματα , δευτερεύοντα μεν για τον Μάρξ , αλλά σπουδαία για τον σύγχρονο στοχασμό.Ο απλός τρόπος με τον οποίο ξετυλίγεται η κοινωνική εξέλιξη , αποκαλύπτει ότι ο μαρξισμός ως αντεστραμμένος εγελιανισμός , παραμένει δέσμιος του εγελιανισμού. Οι σχέσεις μέσα σ’ αυτό το επιστημολογικό πλαίσιο παραμένουν μονοσήμαντα αιτιώδεις .Δεν γίνεται καμμιά προσπάθεια να ερμηνευθεί το κοινωνικό ως αμφίδρομη σχέση και σύγκρουση πολλών παραγόντων , όπου σε μια ιστορική συγκυρία ή τόπο ένας από αυτούς – είτε είναι η θρησκεία είτε η οικονομία – πιθανόν να κατακτά την δεσπόζουσα και κυριαρχική σημασία.Η αναγκαία γραμμική εξέλιξη , που παρά τα τραγικά επεισόδια , που παρεμβάλλονται , απολήγει στην Νέα Ιερουσαλήμ , στην αταξική κοινωνία , μεταμορφώνει τον αυστηρά επιστημονικό χαρακτήρα της μαρξικής σκέψης σε προφητεία , όπου φιλοσοφία και προλεταριάτο έχουν ενωθεί σε έναν δεσμό και όπου «η φιλοσοφία δεν μπορεί να πραγματωθεί χωρίς να εξαλείψει το προλεταριάτο , το προλεταριάτο δεν μπορεί να εξαλειφθεί χωρίς να πραγματώσει την φιλοσοφία »[3].

Τα Grundrisse (Βασικές γραμμές της κριτικής της πολιτικής οικονομίας του Κ.Μάρξ , έγιναν γνωστά αρκετά αργά , παρότι γράφτηκαν στο διάστημα 1850 - 1861 . Δημοσιεύθηκαν για πρώτη φορά στην Μόσχα το 1939/1941 από το Ινστιτούτο Μάρξ- Ένγκελς – Λένιν. Στα κείμενα αυτά μπορούμε να ανιχνεύσουμε έναν άλλο Μάρξ , όπου το πολιτικό στοιχείο , -ο πόλεμος , η κατάκτηση - και όχι η μηχανιστική ερμηνεία της οικονομίας , η πάλη των πολιτικών συνόλων – τάξεων και εθνών – και όχι αποκλειστικά η εξέλιξη της τεχνολογίας επικαθορίζουν το κοινωνικό γίγνεσθαι.

Επισημαίνει , χαρακτηριστικά , ο Μάρξ: «Ένας κατακτητής λαός κατανέμει την γή ανάμεσα στους κατακτητές , επιβάλλει έτσι μια ορισμένη κατανομή και μορφή της γαιοκτησίας , άρα καθορίζει την παραγωγή.Ή μετατρέπει σε δούλυς τους κατακτημένους κι έτσι κάνει βάση της παραγωγής την εργασία των δούλων.Ή ένας λαός συντρίβει με επανάσταση την μεγάλη γαιοκτησία σε μικροχώραφα .Δίνει λοιπόν μ’αυτήν την καινούργια διανομή νέο χαρακτήρα στην παραγωγή. Ή η νομοθεσία διαιωνίζει την γαιοκτησία στα χέρια ορισμένων οικογενειών ή κατανέμει την εργασία (σαν ) κληρονομικό προνόμιο και την παγιώνει έτσι κατά κάστες. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις – και είναι όλες ιστορικές – φαίνεται να διαρθρώνει και να καθορίζει όχι η παραγωγή την διανομή αλλά , αντίθετα , η διανομή την παραγωγή » .[4] Ενώ περισσότερα κατηγορηματικά , ο Μάρξ , επικρίνει την «ανοησία των οικονομολόγων , που αναπτύσσουν την παραγωγή σαν αιώνια αλήθεια , ενώ εξορύζουν την ιστορία στην σφαίρα της διανομής».[5]

Με την δοκιμασμένη ρητορική του δεινότητα , ο Μάρξ , θα επισημάνει τον πόλεμο και την κατάκτηση ως στοιχεία που καθορίζουν την ιστορική εξέλιξη , ξεπερνώντας κατά αυτόν τον τρόπο την οικονομίστικη μονομέρεια και τον τεχνολογικό μονισμό , που επέδειξε σε άλλα του γραπτά.Η παραγωγή δεν είναι η αποχρώσα αιτία που καθορίζει το «υπεροικοδόμημα », ούτε είναι πλέον ο χειρόμυλος ή ο ατμόμυλος που καθορίζει δεσμευτικά την κοινωνική εξέλιξη , ενώ οι νόμοι επηρεάζουν με την σειρά τους την μορφή που λαμβάνει η παραγωγή και η διανομή : «Ο κατακτητής λαός υποτάσσει τον κατακτημένο στον δικό του τρόπο παραγωγ’ής , π.χ. οι Άγγλοι στην Ιρλανδία αυτόν τον αιώνα ( και ως ένα βαθμό στην Ινδία ) ή διατηρεί τον παλιό τρόπο παραγωγής και αρκείται στον φόρο υποτέλειας ( π.χ. Τούρκοι και Ρωμαίοι ) ή εμφανίζεται μια αλληλεπίδραση που γεννά κάτι καινούργιο , μια σύνθεση ( ως ένα βαθμό στις γερμανικές κατακτήσεις ).Σε όλες τις περιπτώσεις , ο τρόπος παραγωγής - είτε του κατακτητή λαού είτε του κατακτημένου είτε αυτός που προκύπτει από την συγχώνευση των δύο – καθορίζει την νέα διανομή που ακολουθεί.Παρ’ όλο που η τελευταία εμφανίζεται σαν προυπόθεση για την νέα διανομή που ακολουθεί .Παρ’ όλο που η τελευταία εμφανίζεται σαν προυπόθεση για την νέα παραγωγική περίοδο , είναι λοιπόν η ίδια με την σειρά της προιόν της παραγωγής – όχι μόνον της ιστορικής παραγωγής γενικά , αλλά της συγκεκριμένης ιστορικής παραγωγής. Οι Μογγόλοι , για παράδειγμα , που ρήμαξαν την Ρωσσία , ενεργούσαν σύμφωνα με την δική τους παραγωγή , την κτηνοτροφία , που γι’ αυτήν οι μεγάλες ακατοίκητες εκτάσεις είναι βασικός όρος.Οι Γερμανοί βάρβαροι , που παραδοσιακή τους παραγωγή ήταν η γεωργία με δουλοπάροικους και απομονωμένη ζωή στην ύπαιθρο , μπόρεσαν να επιβάλουν τις συνθήκες αυτές στις ρωμαικές επαρχίες ευκολώτερα , καθώς η συγκέντρωση της γαιοκτησίας που είχε μεσολαβήσει σ’ αυτές είχε ήδη ανατρέψει πέρα για πέρα τις παλαιές γεωργικές σχέσεις. Είναι πατροπαράδοτη αντίληψη ότι , σε ορισμένες εποχές , μοναδικός πόρος ζωής ήταν η αρπαγή.Και το είδος της αρπαγής καθορίζεται κι αυτό πάλι από το είδος της παραγωγής. Δεν μπορεί κανείς π.χ. να ληστέψει ένα έθνος χρηματιστών με τον ίδιο τρόπο που ληστεύει ένα έθνος γελαδοβοσκών.Στην περίπτωση του δούλου ληστεύεται άμεσα το παραγωγικό εργαλείο .Τότε όμως η παραγωγή της χώρας για την οποία προορίζεται ο δούλος πρέπει να είναι διαρθρωμένη έτσι που να επιτρέπει τη δουλεία ή ( όπως στο νότο της Αμερικής κλπ .) πρέπει να δημιουργηθεί ένας τρόπος παραγωγής που να αντιστοιχεί στον δούλο .Ορισμένοι νόμοι μπορεί να διαιωνίζουν ένα παραγωγικό εργαλείο , πχ . τη γη , στα χέρια ορισμένων οικογενειών .Οι νόμοι αυτοί αποκτούν οικονομική σημασία μονάχα όταν η μεγάλη γαιοκτησία εναρμονίζεται με την κοινωνική παραγωγή , όπως πχ. Στην Αγγλία .Στη Γαλλία υπήρχε μικροκαλλιέργεια παρά τη μεγάλη γαιοκτησία. , γι αυτό και η τελευταία συντρίφτηκε από την επανάσταση.Η διαιώνιση όμως πχ. του κατακερματισμού με νόμους ; Παρά τους νόμους αυτούς , η ιδιοκτησία συγκεντρώνεται ξανά. Η επίδραση των νόμων στη διατήρηση σχέσεων διανομής και μ’ αυτό τον τρόπο στην παραγωγή , να καθοριστεί ξεχωριστά. »[6] . Όπως στον Ηράκλειτο ο πόλεμος γίνεται ο πατέρας των πάντων , που άλλους τους έκανε δούλους και άλλους ελεύθερους, έτσι στον Μάρξ « ο πόλεμος διαμορφώθηκε πριν από την ειρήνη : ο τρόπος που ορισμένες οικονομικές σχέσεις , όπως μισθωτή εργασία , μηχανήματα κλπ. Αναπτύχθηκαν με τον πόλεμο και μέσα στους στρατούς κλπ. νωρίτερα απ’ όσο στο εσωτερικό της αστικής κοινωνίας .Και η σχέση ανάμεσα στη παραγωγική δύναμη και τις σχέσεις συναλλαγής είναι ιδιαίτερα ευδιάκριτη στο στρατό .»[7]

Ο Π.Κονδύλης σχολιάζοντας αυτές τις σκέψεις του Μάρξ καταλήγει ότι «ο πόλεμος και η κατάκτηση κάνουν την πορεία της ιστορίας πολύ πιο ανοιχτή και τεθλασμένη – τουλάχιστον όσο δεν υπάρχει ακόμα η παγκόσμια αγορά ως ενοποιητική δύναμη της παγκόσμιας ιστορίας , όσο δηλαδή υπάρχει ακόμα μια γνήσια ποικιλομορφία τρόπων παραγωγής και επικοινωνίας οι οποίοι υφίστανται ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλο έχοντας διαμορφωθεί λίγο – πολύ αυτοτελώς μέσα σ’ έναν δικό τους , (σχετικά ) αποκομμένο ζωτικό χώρο » [8].Ο πόλεμος , η κατάκτηση , δηλαδή ο αγώνας ανάμεσα σε διαφορετικά πολιτικά σύνολα για κυριαρχία , η πολιτική δηλαδή σε τελική ανάλυση καθορίζουν δραστικά το κοινωνικό γίγνεσθαι.Κείμενα σαν αυτά που περιέχονται στα GRUNDRISSE του Μάρξ , μας παρέχουν την δυνατότητα να οδηγήσουμε την σκέψη , μακρυά από τον οικονομισμό , την μηχανιστική ερμηνεία του κοινωνικού , τον τεχνολογικό μεσσιανισμό . Να αντιμετωπίσουμε την κοινωνία δηλαδή ,σαν ποικιλία σχέσεων και εξουσιών , που έρχονται σε αμοιβαία επιρροή και επίδραση. Κατ’ αυτόν τον τρόπο , ο Μάρξ μπορεί να αποτελέσει μέρος μιάς ρεαλιστικής αντιμετώπισης της πραγματικότητας , που έχει αφήσει οριστικά πίσω της , την γραμμική εξέλιξη της ιστορίας - η εξέλιξη θα έχει απρόβλεπτες «προόδους» και « οπισθοδρομήσεις» - , το εσχατολογικό τέλος της ιστορίας στην «Νέα Ιερουσαλήμ» της αταξικής κοινωνίας , ενώ θα έχει θεωρήσει άτοπο , μεταφυσικό και κακόπιστο το ταυτόχρονο τέλος της φιλοσοφίας και του προλεταριάτου.



[1] Αναφέρεται στο Νόρμπερ Λέιζερ : «Η Οδύσσεια του μαρξισμού», μετάφραση Σ.Καμπουρίδης , Εκδόσεις Ζαχαρόπουλος , Αθήνα 1973, σελ. 36

[2] όπως προηγούμενα σελ.37

[3] Κ.Μάρξ : «Κριτική της Εγελιανής Φιλοσοφίας του Κράτους και του Δικαίου », μετάφραση Μπάμπη Λυκούδη ,Εκδόσεις Παπαζήση , Αθήνα 1978 , σελ. 31.

[4] Κ.Μάρξ : «GRUNDRISSE , Βασικές γραμμές της κριτικής της πολιτικής οικονομίας », Εκδόσεις ΣΤΟΧΑΣΤΗΣ,Αθήνα 1989,Πρόλογος – μετάφραση – σχόλια Διονύσης Διβάρης , Τόμος Α’, σελ. 63

[5] Κ.Μάρξ : «GRUNDRISSE , Βασικές γραμμές της κριτικής της πολιτικής οικονομίας », Εκδόσεις ΣΤΟΧΑΣΤΗΣ,Αθήνα 1989,Πρόλογος – μετάφραση – σχόλια Διονύσης Διβάρης , Τόμος Α’, σελ .63

[6] Κ.Μάρξ : «GRUNDRISSE , Βασικές γραμμές της κριτικής της πολιτικής οικονομίας », Εκδόσεις ΣΤΟΧΑΣΤΗΣ,Αθήνα 1989,Πρόλογος – μετάφραση – σχόλια Διονύσης Διβάρης , Τόμος Α’, σελ . 64

[7] Κ.Μάρξ : «GRUNDRISSE , Βασικές γραμμές της κριτικής της πολιτικής οικονομίας », Εκδόσεις ΣΤΟΧΑΣΤΗΣ,Αθήνα 1989,Πρόλογος – μετάφραση – σχόλια Διονύσης Διβάρης , Τόμος Α’, σελ . 72

[8] Π.Κονδύλης: «Θεωρία του Πολέμου »,Εκδόσεις Θεμέλιο,Αθήνα 1998, σελ.189, 190.

NOVALIS :Υμνοι στη Νύχτα

Novalis : «Οι ύμνοι στη Νύχτα »

«Δάση της Ρηνανίας πριν καιρό σταματημένα μέσα μου»

Ο.Ελύτης : Ελεγείο του Gruningen

Για τον Novalis (ψευδώνυμο του Georg Philipp Friedrich Freiherr von Hardenberg, 2 Μαΐου 1772 - 25 Μαρτίου 1801), , έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του γερμανικού ρομαντισμού , παρ’ ότι δεν έχουν αποδοθεί πολλά από τα έργα του , μπορούμε να σχηματίσουμε μιαν αρκετά καθαρή εικόνα του , έμμεσα από τις διαπιστωμένες και επαρκώς τεκμηριωμένες πλέον επιρροές στον Δ.Σολωμό[1] και στον Ο.Ελύτη και άμεσα από το ποίημα του «Ύμνοι στην Νύχτα» , που μετέφρασε ο Γ.Ν.Πολίτης.

Ο Αλέξης Πολίτης , ο επιμελητής της έκδοσης «Ύμνοι στη Νύχτα»[2] , μας πληροφορεί ότι μεταφράστηκαν για πρώτη φορά στην νεοελληνική στο περιοδικό «Κριτική και Ποίηση» (τεύχος XIII-IX Σεπτέμβριος – Οκτώβριος 1916 ) από τον Γ.Ν.Πολίτη , και δημοσιεύθηκαν πάλι σε επεξεργασμένη μορφή στο περιοδικό Κύκλος το 1938 ( χρονιά Δ’ , αρ. 6 , σελ. 178- 194).Από το ίδιο περιοδικό επανεκδόθηκαν το 1939 με μια σύνθεση του Ν.Χατζηκυριάκου- Γκίκα. Είναι βέβαιο ότι οι δημοσιεύσεις αυτές προβλημάτισαν την διανόηση της εποχής εκείνης , δεδομένου ότι έγραψαν κριτικά κείμενα η Έλλη Λαμπρίδου, ο Κ.Θ.Δημαράς ,ο Δ.Γ.Τσάκωνας , ο Κ.Παράσχος , ο Ι.Μ.Παναγιωτόπουλος , ο Λ. Παυλίδης , ο Τέλλος Άγρας και ο Α.Χουρμούζιος.

Η απώλεια του αγαπημένου προσώπου γίνεται στον Novalis – όπως και στον Kierkegaard- η αιτία της δημιουργίας και ταυτόχρονα μίας αισθαντικώτερης ερμηνείας του κόσμου. Διότι η βαθύτατη οδύνη προκαλεί μια ριζικά διαφορετική αντίληψη του πραγματικού. Όπως παρατηρεί ο Αλέξης Πολίτης ο Novalis αντίκρισε την πραγματικότητα «μέσα από ένα φίλτρο που τη μετέτρεπε σε ωχρή αντανάκλαση του αληθινού κόσμου .Δηλαδή του επέκεινα , του θανάτου , της νύχτας και της αιωνιότητας συνάμα. » [3]

Αν δεν γνωρίζαμε ότι το έργο του Novalis είναι απότοκος κυρίως ενός βαθύτερου υπαρξιακού τραύματος , θα θεωρούσαμε ότι αντιμετωπίζουμε άλλο ένα , επεισόδιο της μακράς πορείας του στοχασμού , όπου ο πραγματικός κόσμος θα πρέπει να υποτιμηθεί , να δυσφημισθεί , για να αντικατασταθεί κατά περίπτωση ή από τον κόσμο των ιδεών ή τον κόσμο της μεταφυσικής .Όμως ο λόγος του Novalis δεν είναι απόρροια διανοητικής κυρίως προσπάθειας , αλλά εκείνης της κατάστασης όπου η καταστροφή της σχέσης με τον άλλο – την αγαπημένη στην συγκεκριμένη περίπτωση – γίνεται η αιτία ο κόσμος να απολέσει κάθε σημασία.

Παράλληλα ο Novalis , ως κεντρική μορφή του ρομαντισμού , εξέφρασε ανορθολογικά την άρνηση στην μηχανοκρατία και στον ανερχόμενο καπιταλισμό. Το άτομο βγαίνοντας από τις παλαιές ιεραρχίες της μεσαιωνικής και προκαπιταλιστικής κοινωνίας , δεν γίνεται ισχυρότερο , αλλά αντίθετα απαλλοτριώνεται εντός της καπιταλιστικής «ορθολογικότητας».

Σύμφωνα με τον Α. Πολίτη , « η λαχτάρα για τον θάνατο » του Novalis δεν συνιστά διόλου παραίτηση , μελαγχολία , διάλυση. Αντίθετα εκφράζει εξέγερση , άρνηση του κόσμου που ανατέλλει - και που στην τροχιά του ζούμε ως σήμερα. Ο Novalis γύρεψε ν’ ανατρέψει το πιο ουσιώδες της καινούργιας κοσμοθεωρίας , την εμπιστοσύνη στις ανθρώπινες δυνάμεις: είδε τη ζωή σαν ένα τμήμα , πρόσκαιρο , μιας αιώνιας ύπαρξης ενωμένης με μυστικούς δεσμούς με ολόκληρο το Σύμπαν , με το θείο σε τελευταία ανάλυση – τη μοναδική πηγή της χαράς και της ευδαιμονίας »[4].

Ο Novalis επιγραμματικά σημειώνει : « Η ποίηση είναι το αληθινά απόλυτα πραγματικό. Αυτό είναι το βάθος της φιλοσοφίας μου».[5] Η ποίηση κατ’ αυτόν τον τρόπο αποσπάται από τη «τρέχουσα » πραγματικότητα , για να μετατραπεί σε ένα όπλο κατά της ίδιας της πραγματικότητας. Ο ριζικός ανορθολογισμός – υπαρξιακός και όχι μεθοδολογικός – διανοίγει τον δρόμο σε άλλες δυνατότητες , στην κυριαρχία του υπέρλογου και του φαντασιακού. Έτσι ο ρομαντισμός δεν συναντάται μόνο με τον υπερρεαλισμό αλλά και με άλλες μορφές ρήξης με τον εργαλειακό ορθολογισμό , όπως τα κοινωνικά κινήματα που ξεπήδησαν από τον Μάη του ΄68 ή πνευματικά ρεύματα , όπως η Σχολή της Φρανκφούρτης , ο Καστοριάδης και ένα σημαντικό μέρος της υπαρξιακής σκέψης.

Οι ύμνοι του Novalis στην Νύχτα είναι ύμνοι στο θάνατο. Όπως η αναζήτηση του Έρωτα μετατρέπεται σε μελέτη θανάτου , έτσι και η εντατική αίσθηση του εντεύθεν καταλήγει στην μετατόπιση της ύπαρξης στο εκείθεν.

Ξεκινώντας από το ερώτημα « Ποιος ζωντανός , προικισμένος με νόηση , δεν αγαπά , περισσότερο απ’ όλα τα θαυμαστά φαινόμενα του διάπλατου χώρου γύρω του , το πασίχαρο φως , με τις θωριές του , με τις αχτίδες του και τα κύματα ; »[6] θα αποφανθεί τελικά : « κατ’ αλλού γυρίζω εγώ , κατά την ιερή , την άφραστη Νύχτα , τη μυστική. Πέρα μακριά βρίσκεται ο κόσμος – σε χάσμα βαθύ βουλιαγμένος – έρημη κι αρφανή ΄ναι η θέση του. Στις χορδές του στήθους βαρυθυμιά βαριά πνέει ».[7]

Σε έναν λόγο πεζό – ποιητικό νοσταλγεί την Νύχτα, το Τέλος : «Όλο θα ξανάρχεται η αυγή; Ποτές δε θα τελειώσει του γήινου η τυραννία ;».[8] Στο σκοτάδι του θανάτου ο Novalis αντικρίζει την φυσιογνωμία της αγαπημένης. Μέσα του αναμετρόνται το «γελαστό φως», η « χαρούμενη ζωή » με την «αφοσίωση στη Νύχτα ». Αναρωτιέται «ποια ηδονή , ποιες χαρές προσφέρει η ζωή σου , που ν’ αντιζυγιάζουν του θανάτου τις αναγάλλιες ; Δεν έχουν όλα όσα μας συναρπάζουν της Νύχτας τη θωριά;»[9]Novalis ζει την νύχτα , σαν την γενέθλια γη, σαν την αληθινή πατρίδα : «πίστη όλος και θάρρος τη μέρα εγώ ζω πεθαίνω τις νύχτες με ζήλο ιερό».[10]

Ο ύμνος στον θάνατο , η «λαχτάρα για τον θάνατο», αναμειγνύεται με χριστιανικές προσδοκίες , με την καταφυγή στον Εσταυρωμένο , όπου «Ζωή απ’ τον θάνατο αιώνια πρωτοφάνη - ο θάνατος εσύ’σαι , να μας γιάνει. »[11]Η προσμονή της αναστάσιμης ώρας περιβάλλεται από οράματα θανάτου.

«Μια νύχτα ηδονής όλο-

μια αιώνια μουσική-

και θα’ ναι ήλιος μας όλων

Του Θεού η μορφή»[12]

Εικόνες που έχουν συλλεχθεί από την αρχαία μυθολογία προβάλλονται , για να περιγράψουν το πέρασμα από την ζωή στον θάνατο.

« Μακριά από του φωτός τη σφαίρα ,- κάτω στης γης την αγκαλιά !- του πόνου η άψη κι η φοβέρα – μηνούν του μισεμού χαρά.- Γοργά η βαρκούλα μας θα φτάσει – πέρα στο ουράνιο ακροθαλάσσι-Η αιώνια Νύχτα βλογημένη , - ο αιώνιος Ύπνος βλογητός - Όσο κι η μέρα αν μας ζεσταίνει , - μας μάρανε άσωτος καημός. »[13]

Η επιστροφή στην Νύχτα είναι επιστροφή στην « πατρική στέγη » , στην κατάκτηση της « άρρητης ηδονής».

«Κάτω , στη Νύφη τη γλυκιά, - στον λατρεμένο Εσταυρωμένο – Θάρρος , νυχτώνει τώρα πια – για όποιον θλιμμένο , ερωτεμένο.- Τα δεσμά τ’όνειρο τα σπάζει – στην πατρική αγκαλιά μας βάζει ».[14]

Ο ποιητής νοσταλγεί την συμπαντική ενότητα , όπου τα καθετί έχει ξεπεραστεί , αλλά και «καθένας είναι μόνος με ό,τι αγαπά ».

«Κάποτε θα’ναι κάθε σώμα – ένα σώμα – σ’ ουράνιο αίμα θα πλέχει – το μακαριστό ζευγάρι.»[15]

Η επιθυμία του θανάτου , ως αποτέλεσμα του αδιέξοδου ή του ανέφικτου της αγάπης απεικονίζεται με ένα τρόπο εξίσου έντονο και τραγικό στο τραγούδι και στη ποίηση που βρέθηκε στα χείλια του λαού , που δέθηκε γερά με την ίδια την ζωή του, όπως είναι τα ρεμπέτικα τραγούδια[16] .

Είναι αξιοπερίεργο , και ενδιαφέρον συγχρόνως , πως ο Ο.Ελύτης , γοητευμένος με την ζωή , με την ύλη , με τις αισθήσεις , με το ανθρώπινο σώμα , μύστης του αιγαιακού φωτός και της διάφανης ελληνικής γραμμής , έλκεται από τον Novalis , τον υμνητή της νύχτας και των σκοτεινών τόνων του γερμανικού δάσους.

Την απάντηση στο ερώτημα την δίνει ο ίδιος ο Ελύτης , στο δοκίμιο του η «Η μαγεία του Παπαδιαμάντη» , όπου συγκαταλέγει τον Novalis ανάμεσα σ’αυτούς που έχουν διατρέξει το μαύρο « ως την έσχατη άκρη του έτσι που να πατήσει από το άλλο μέρος πάλι στο λευκό .» [17]

Ο Ελύτης , σε μια από τις τελευταίες συλλογές του , «Τα ελεγεία της Οξώπετρας», όπου η πραγματικότητα του θανάτου είναι παρούσα – ψηλαφιέται- αφιερώνει στον Novalis το «Ελεγείο στο Gruningen».Στην ίδια συλλογή στο ποίημα «Ρήμα το σκοτεινόν» καταλήγει « Η αλήθεια μόνον έναντι θανάτου δίδεται».[18] Αν δεν υπάρχει , συνεπώς , η λαχτάρα του θανάτου , όπως στο έργο του Novalis, υπάρχει σίγουρα η μελέτη του θανάτου και η ανάδειξη στο γεγονός , που ξεκλειδώνει τις σημασίες και τα νοήματα.

Στο «Ελεγείο στο Gruningen» , ο Ελύτης , διατρέχει , την κοινωνική καταγωγή και το αισθητικό- κοινωνικό περιβάλλον του Novalis , καθώς και όλα τα τραυματικά γεγονότα της ζωής του: « Νύχτα – μέρα εργάζεται .Και τι ντο φαιά τι σολ ιώδη ανεβαίνουν – Στον αέρα .Που κι οι βράχοι πιο ιερείς τέτοιο κλάμα το ευλαβούνται - Και τα δέντρα πιο πουλιά συλλαβές ομορφιάς ανερμήνευτης – Ομολογούνε .Ότι ο έρωτας δεν είναι αυτό που ξέρουμε μήτε αυτό – που οι μάγοι διατείνονται – Αλλά ζωή δεύτερη ατραυμάτιστη στον αιώνα. »[19]

Η σύνθεση του Ελύτη ολοκληρώνεται με την αναφορά στο αισθητικό περιβάλλον , που καθόρισε τις επιλογές του Novalis : «Δάση της Ρηνανίας , ποταμοί των κοιλάδων , άμαξες , ιππείς , αυλές με κρήνες κι αετώματα. Η καθημερινή πρώτη σελίδα του μετα-θανάτου.»[20]

Η φωτεινότητα και η σκοτεινότητα αποτυπώνουν την τοπικότητα του Ελύτη και του Novalis αντίστοιχα , δηλαδή την βαρύτητα που έχει ο χώρος στην διαμόρφωση του έργού τους ,όσο και των ξεχωριστών ιδιοσυγκρασιών τους .Όμως συντάσσουν τον μυστηριακό τρόπο με τον οποίο προσεγγίζουν ομοιότροπα το πραγματικό. Ακριβέστερα τα γεγονότα και τα επεισόδια της προσωπικής ζωής των , λαμβάνουν θέση σε συνειδήσεις , όπου το φυσικό περιβάλλον ασκεί κυρίαρχο ρόλο.

Ο Ελύτης στο δοκίμιό του «Η μαγεία του Παπαδιαμάντη» , χρησιμοποιεί τις σκέψεις του Novalis , όπως παρατίθονται στο « Die Lehrlinge zu Sais» , για να δείξει ότι ο ύμνος της κτίσης που συναντούμε στον Παπαδιαμάντη δεν είναι μια απλή φυσιολατρία , αλλά μαρτυρά ένα «ήθος προσωπικό».Συγκεκριμένα ο Novalis λέει τα ακόλουθα : «Μιλώ γι’ αυτό το μυστηριακό αίσθημα που νιώθουμε κάποτε ν’ αναπηδάει απ’ όλο το είναι μας και ν’ ακτινοβολεί γύρω από έναν βαθιά κρυμμένο μέσα μας πυρήνα : ότι προσιτή ή απρόσιτη στα αισθητήρια μας , η φύση , κατά έναν θαυμαστό τρόπο , μας κυκλώνει απ’ όλες τις μεριές , έτσι που να πιστεύουμε στο τέλος ότι αυτό που νιώθουμε δεν είναι παρά ένα μυστικό της κάλεσμα , ένα σημάδι ότι όλα θα πάνε καλά ανάμεσά μας. Με τη διαφορά ότι εκεί που ο ένας ψάχνει πίσω από τις γαλάζιες άχνες των μακρινών οριζόντων να βρει μια χαμένη πατρίδα , μιαν αγαπημένη των πρώτων νεανικών του χρόνων , γονείς ή αδέλφια και παλιούς φίλους , τέλος πάντων ένα παρελθόν προσφιλές , ο άλλος , την ίδια στιγμή , βαυκαλίζεται με την ιδέα ότι κάπου εκεί μακριά υπάρχει γι’ αυτόν ένα μέλλον γιομάτο ζωή , και τον βλέπεις να τεντώνει κατά κει τα χέρια του , κατ’ αυτόν τον κόσμο τον άγνωστο , μ’ ένα πάθος κρυφό που σιγοκαίει.

Μερικοί μόνον – ελάχιστοι – παραμένουν ατάραχοι ανάμεσα στα θαύματα που τους περιτριγυρίζουν , με μόνη τους έγνοια να τα συλλάβουν στην πληρότητά τους και στην τάξη τους την υπέρτατη.

Ώστε , λοιπόν, υπάρχουν δύο τρόποι διαφορετικοί να παρατηρεί κανένας τη φύση .Κι αν τα αισθήματα που εμπνέει αυτή δεν είναι γι’ άλλους παρά χαρές και γιορτάσια , για μερικούς ,βεβαιότατα , συνιστούν μιαν άκρας περισυλλογής θρησκεία , ικανή να υπαγορεύει σε μιαν ύπαρξη την κατεύθυνσή της , τη στάση της , το βαθύτερο νόημά της. »[21]

Η μυστική , αθώα , παιδική σχέση με την φύση – ή με την κτίση - , στον Novalis , στον Ελύτη , στον Παπαδιαμάντη , υπαγόρευσε τις αξίες και τις αισθητικές προτεραιότητες , που πρυτανεύουν στο έργό τους[22].

Η ποιητική του Novalis αποτυπώνει την προσωπική του απελπισία και οδύνη. Όμως , παράλληλα , η ρήξη με την πραγματικότητα του καιρού του , το άνοιγμα της σκέψης του στο υπέρλογο και στο φαντασιώδες σημαίνει ότι ο λόγος του , δεν στερείται κοινωνικών συνεπαγωγών. Η υποτίμηση και η εκμετάλλευση του φυσικού κόσμου από τον κόσμο της τεχνικής , η παράλογη εξέλιξη του πολιτισμού που θεμελιώθηκε πάνω στην πίστη στον εργαλειακό ορθολογισμό , καθιστά επίκαιρη και αναγκαία την μελέτη ποιητών όπως ο Novalis, στο έργο των οποίων , η ποίηση αναδεικνύεται ως η απόλυτη , η αληθινή πραγματικότητα.



[1] Γ.Βελουδής : «Δ.Σολωμός: ρομαντική ποίηση και ποιητική : Οι γερμανικές πηγές του Δ.Σολωμού» , Αθήνα , Γνώση ,1984.Σύμφωνα με τον Βελουδή ο Λούντζης μετέφρασε για χάρη του Δ.Σολωμού το έργο του Novalis , «το οποίο θα ήταν παράδοξο , αν ο πιο αγαπημένος , μαζί με το Shiller , γερμανός συγγραφέας του Σολωμού δεν άφηνε καθόλου ίχνη στο έργο του νεότερου ομοτέχνου του .» (σελ.91).Ο Γ.Βελουδής περιγράφει στην συνέχεια με λεπτομερή τρόπο τις επιδράσει του Novalis στο Σολωμό (σελ.91-102).

[2] Novalis: «Ύμνοι στη Νύχτα και άλλα ποιήματα» , Εκδόσεις Διάττων μετάφραση Γ.Ν.Πολίτη ,Επιμέλεια Αλέξη Πολίτη , Αθήνα 1986.

[3] Novalis: «Ύμνοι στη Νύχτα και άλλα ποιήματα» , Εκδόσεις Διάττων μετάφραση Γ.Ν.Πολίτη ,Επιμέλεια Αλέξη Πολίτη , Αθήνα 1986. σελ.85

[4] Novalis: «Ύμνοι στη Νύχτα και άλλα ποιήματα» , Εκδόσεις Διάττων μετάφραση Γ.Ν.Πολίτη ,Επιμέλεια Αλέξη Πολίτη , Αθήνα 1986. σελ.87.

[5] Novalis: «Ύμνοι στη Νύχτα και άλλα ποιήματα» , Εκδόσεις Διάττων μετάφραση Γ.Ν.Πολίτη ,Επιμέλεια Αλέξη Πολίτη , Αθήνα 1986. σελ.69

[6] Novalis: «Ύμνοι στη Νύχτα και άλλα ποιήματα» , Εκδόσεις Διάττων μετάφραση Γ.Ν.Πολίτη ,Επιμέλεια Αλέξη Πολίτη , Αθήνα 1986. σελ. 9

[7] Novalis: «Ύμνοι στη Νύχτα και άλλα ποιήματα» , Εκδόσεις Διάττων μετάφραση Γ.Ν.Πολίτη ,Επιμέλεια Αλέξη Πολίτη , Αθήνα 1986. σελ. 10

[8] Novalis: «Ύμνοι στη Νύχτα και άλλα ποιήματα» , Εκδόσεις Διάττων μετάφραση Γ.Ν.Πολίτη ,Επιμέλεια Αλέξη Πολίτη , Αθήνα 1986. σελ. 13

[9] Novalis: «Ύμνοι στη Νύχτα και άλλα ποιήματα» , Εκδόσεις Διάττων μετάφραση Γ.Ν.Πολίτη ,Επιμέλεια Αλέξη Πολίτη , Αθήνα 1986. σελ. 19

[10] Novalis: «Ύμνοι στη Νύχτα και άλλα ποιήματα» , Εκδόσεις Διάττων μετάφραση Γ.Ν.Πολίτη ,Επιμέλεια Αλέξη Πολίτη , Αθήνα 1986. σελ 22

[11] Novalis: «Ύμνοι στη Νύχτα και άλλα ποιήματα» , Εκδόσεις Διάττων μετάφραση Γ.Ν.Πολίτη ,Επιμέλεια Αλέξη Πολίτη , Αθήνα 1986. σελ 29

[12] Novalis: «Ύμνοι στη Νύχτα και άλλα ποιήματα» , Εκδόσεις Διάττων μετάφραση Γ.Ν.Πολίτη ,Επιμέλεια Αλέξη Πολίτη , Αθήνα 1986. σελ 36

[13] Novalis: «Ύμνοι στη Νύχτα και άλλα ποιήματα» , Εκδόσεις Διάττων μετάφραση Γ.Ν.Πολίτη ,Επιμέλεια Αλέξη Πολίτη , Αθήνα 1986. σελ 37

[14] : «Ύμνοι στη Νύχτα και άλλα ποιήματα» , Εκδόσεις Διάττων μετάφραση Γ.Ν.Πολίτη ,Επιμέλεια Αλέξη Πολίτη , Αθήνα 1986. σελ 40

[15] : «Ύμνοι στη Νύχτα και άλλα ποιήματα» , Εκδόσεις Διάττων μετάφραση Γ.Ν.Πολίτη ,Επιμέλεια Αλέξη Πολίτη , Αθήνα 1986. σελ 65

[16] Είναι χαρακτηριστικοί οι στίχοι από το τραγούδι του Μ.Βαμβακάρη : «Τι μ’ ωφελούν οι άνοιξες»:

«Τι μ' ωφελούν οι άνοιξες, τι οι ομορφιές του κόσμου,
αφού ο κόσμος χάνεται, ψεύτη ντουνιά κι έξαφνα ο εμπρός μου,
αφού ο κόσμος χάνεται, ψεύτη ντουνιά κι έξαφνα ο εμπρός μου.

Τι και αν λιώσαν μάνα μου, απ' τα βουνά τα χιόνια,
τι και αν θα 'ρθει η άνοιξις, ψεύτη ντουνιά, αχ και κελαηδούν αηδόνια,
τι και αν θα 'ρθει η άνοιξις, ψεύτη ντουνιά, αχ και κελαηδούν αηδόνια.

Όλα στο κόσμο μάταια, τα πάντα ματαιότης
κι ένα λουλούδι ψεύτικο, ψεύτη ντουνιά, είναι η ανθρωπότης,
κι ένα λουλούδι ψεύτικο, ψεύτη ντουνιά, είναι η ανθρωπότης »

[17] Ο.Ελύτης : «Εν Λευκώ», Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ 1993 , σελ. 59.

[18] Ο.Ελύτης : «Ποίηση», Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ 2002, σελ. 570

[19] Ο.Ελύτης : «Ποίηση», Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ 2002, σελ. 556

[20] Ο.Ελύτης : «Ποίηση», Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ 2002, σελ. 556

[21] Ο.Ελύτης : «Εν Λευκώ», Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ 1993 , σελ. 91,92

[22] Ο Νίκος Δήμου καταπιάστηκε με το θέμα των επιρροών του Novalis στον Ελύτη στο δοκίμιο του «Από το φως στο σκοτάδι – και πάλι στο φως » (περιοδικό Λέξη , Νοέμβρης – Δεκέμβρης 1991 , τεύχος 106 , σελ. 848-855). Δίχως αναφορές στο έργο συνολικά του Ελύτη που δείχνουν την διαχρονική του συσχέτιση με το έργο του Novalis, επισημαίνει με βάση το ποίημα του Ελύτη Ελεγείο στο Gruningen » , την παλινδρομική – σπειροειδή και όχι ευθύγραμμη πορεία του, ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι , ώστε «Η εσωστρεφής αυτή εποχή καθιερώνει τον Ελύτη σαν μεγάλο μυστικό και θρησκευτικό ποιητή ( με την ευρύτατη έννοια του θρησκεύεσθαι).Σε αυτήν φαίνεται να έχει πια υπερβεί την αντίθεση Φως – Νύχτα.. Ακολουθεί την κλασική πορεία του μυστικού , που ανεβαίνοντας προς το Ένα ξεπερνάει , αίρει τις φαινομενικές αντιθέσεις »(σελ . 849).

Δευτέρα, 4 Απριλίου 2011

Κυκλοφορεί το νέο τεύχος της ΡΗΞΗΣ (Τεύχος 73)






α .Ο Ι.Καποδίστριας , ο «δικαιακός πλουραλισμός» και η «κατακερματισμένη» κοινωνία του Θ.Βερέμη

Η σειρά του ΣΚΑΙ για το 1821 μετέφερε στην οθόνη τις απόψεις του Θ.Βερέμη , που περιφρονούν επιδεικτικά , όχι μόνο πορίσματα άλλων στοχαστών και ερευνητών , αλλά και σημαντικές πλευρές της ιστορικής πραγματικότητας.
Για να μπορέσει να πείσει χρησιμοποίησε δύο μέσα : πρώτον την παράλειψη των κρίσιμων ιστορικών γεγονότων που δεν συμφωνούν με την ερμηνεία του, όπως για παράδειγμα τον τοκογλυφικό χαρακτήρα των δανείων της Επανάστασης και δεύτερον την χρησιμοποίηση σχηματοποιήσεων , που αντί να απλουστεύουν και συνοψίζουν την πραγματικότητα, την παρερμηνεύουν προκλητικά .
Έτσι χρησιμοποιεί υποτιμητικά τον όρο « κατακερματισμένη κοινωνία» , για να περιγράψει αρνητικά μια ποικιλία κοινωνικών συσσωματώσεων , όπως ήταν οι κλέφτες , οι αρματολοί και οι κοινότητες. Υποτίθεται μάλιστα ότι η « κατακερματισμένη κοινωνία » στέκεται εμπόδιο σε κάθε προσπάθεια εκσυγχρονισμού , όπως ήταν αυτή του Ι.Καποδίστρια. Εδώ δύο μεθοδολογικά σφάλματα , ίδιας ποιότητας , κυριαρχούν. Οι κοινότητες , όπως και οι ναυτικές συντροφίες , έχουν έναν πλήθος χαρακτηριστικών , εκ των οποίων τα σημαντικότερα είναι ότι διέσωσαν τον ελληνισμό και έπλασαν τον αντιστασιακό του χαρακτήρα, τα οποία η ανάλυση του Βερέμη δεν αναφέρει . Επίσης ο Ι.Καποδίστριας , είχε ένα αριθμό αντιπάλων , που δεν προέρχονταν από την κατά Βερέμη «κατακερματισμένη κοινωνία» , που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην διαμόρφωση της αρνητικής του εικόνας στην τότε ελληνική κοινωνία . Τέτοιοι ήταν ο Α.Κοραής , ο Μαυροκορδάτος , ο Πολυζωίδης , τον ρόλο των οποίων η σειρά του ΣΚΑΙ αποσιώπησε .
Ο καθηγητής Ν.Πανταζόπουλος χρησιμοποίησε τον όρο δικαιακό πλουραλισμό για να αναφερθεί στις κοινότητες , στις συντροφίες , στις συντεχνίες , στα εσνάφια, στους αρματωλούς , στους κλέφτες , στους κουρσάρους , « που βρίσκονται σε διεργασία διαλεκτικής εξελίξεως» Ο Ι.Καποδίστριας , ως διπλωμάτης είχε ακολουθήσει πολιτικές , που απέφευγαν την χρήση βίας , ενώ είχε θεμελιώσει στην Ελβετία το ομοσπονδιακό κοινοτικό αμεσοδημοκρατικό σύστημα και είχε επιδράσει προς την ίδια κατεύθυνση και στην Γερμανική Ομοσπονδία .Κατά την πρώτη περίοδο της διακυβέρνησης του, είχε αποδεχθεί την κοινοτική παράδοση του ελληνισμού , ενώ δημιούργησε ένα πολύ θετικό πλαίσιο για την ανάπτυξη της ,χάρις στην ισότιμη αναγνώριση του θετού και εθιμικού δικαίου. Μάλιστα υπολόγιζε ιδιαίτερα σε αυτή για την ανασυγκρότηση του νεοελληνικού κράτους. Το παράδοξο είναι ότι ο Καποδίστριας δεν κατάφερε να κερδίσει τους φύσει «συμμάχους » του ,αλλά και οι φιλελεύθεροι αντίπαλοι του δεν κατανόησαν τα ιδιαίτερα σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη , χαρακτηριστικά της ελληνικής κοινωνίας , που δικαίωναν τις επιλογές του κυβερνήτη.
Όμως σε «κάθε βήμα του προσέκρουε στην οργανωμένη – φανερή ή κρυφή – αντίδραση της αντιπολιτεύσεως της οποίας οι αυτόχθονες και ετερόχθονες αρχηγοί , με επικεφαλής τον Μαυροκορδάτο , δημιουργούσαν , προσκόμματα στην αναμορφωτική του προσπάθεια» Κατόπιν επιχείρησε να αποδεσμεύσει την γνώμη και την ψήφο του λαού από την χειραγώγηση των προκρίτων και για αυτό ακολούθησε ένα συγκεντρωτικό πρότυπο « φωτισμένης δεσποτείας», που υπό τις δεδομένες κοινωνικές συνθήκες ήταν ο μόνος τρόπος για να αναδειχθούν και να εξυπηρετηθούν τα λαϊκά συμφέροντα. Αλλά η κλίκα του αγγλόφιλου Μαυροκορδάτου «κατορθώνει να παρασύρει στα δίκτυα της τον Κοραή και κλιμακώνεται μέχρι του σημείου να προτρέπει ο Πολυζωίδης , φανερά και ο Αλέξανδρος Σούτσος να υμνεί εγκωμιαστικά την δολοφονία του Καποδίστρια. Ο γεμάτος εμπάθεια κατήφορος δεν σταματά ούτε με τον θάνατό του» .Η τοποθέτηση του στο φιλορωσικό χώρο , δημιούργησε αντιπάθειες στις άλλες μεγάλες δυνάμεις , που προστέθηκαν στις εγχώριες αντιδράσεις στην πολιτική του , οδηγώντας στο τέλος στην δολοφονία του.
Συνεπώς ο Καποδίστριας δεν αποσκοπούσε σε ένα κράτος «δυτικού » τύπου ,όπως ισχυρίζεται ο Βερέμης , αλλά σε ένα συγκερασμό λόγιας και λαϊκής παράδοσης , συγκέντρωσης και αποκέντρωσης ,σε ένα κράτος κοινοτιστικό και γνήσια άμεσο-δημοκρατικό σαν αυτό της Ελβετίας । Επίσης ένας « φουστεναλάς » ,(κατά τον Βερέμη ) σαν τον Μακρυγιάννη , αντίθετα από τα ιδεολογήματα του που πρόβαλε η σειρά του ΣΚΑΙ , που ήθελε τους στρατιωτικούς του αγώνα αναγκαστικά αντίθετους στο νεώτερο κράτος , πρωτοστάτησε στην εισαγωγή του κοινοβουλευτισμού. Βεβαίως η λειτουργία του στην χώρα μας ,εξυπηρέτησε τελικά , εντελώς διαφορετικά συμφέροντα , από αυτά που επιθυμούσαν οι εμπνευστές του .Όπως γράφει ο Π.Κονδύλης «όχι μόνον ήταν όργανο ιμπεριαλιστικής επιρροής , αλλά και αγωγός των παραδοσιακών ,ενάντιων προς τον ριζικό εκσυγχρονισμό πατριαρχικών δυνάμεων και νοοτροπιών ».

β



Από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΟΛΙΣ κυκλοφόρησε το βιβλίο του Νάσου Βαγενά «ΚΙΝΟΥΜΕΝΟΣ ΣΤΟΧΟΣ : Κριτικά κείμενα » (Σελ. 268).Πρόκειται για μια σειρά δοκιμίων πάνω στον νεοελληνικό λόγο , που τα περισσότερα έχουν δημοσιευθεί υπό μορφή επιφυλλίδας σε διάφορα έντυπα .Το έργο του Βαγενά θα πρέπει να διαβαστεί με προσοχή ,από όλους όσους ενδιαφέρονται για την εξέλιξη του νεοελληνικού λόγου.

Ο Βαγενάς είναι αναμφισβήτητα ο σημαντικότερος σήμερα κριτικός μας ,διότι συνδυάζει ένα στέρεο θεωρητικό λόγο με την πλήρη και λεπτομερειακή γνώση της εξέλιξης της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Κοντά σε αυτά διαθέτει κουράγιο και ψυχική αντοχή για να προσεγγίζει τα θέματα του με αξιολογική ουδετερότητα , αλλά και να αποδομεί τις διάφορες ιδεοληψίες , που στο πανεπιστημιακό και δημοσιογραφικό χώρο έχουν συνήθως την μορφή του «αντι-εθνοκεντρισμού».Τα περισσότερα δοκίμια αναφέρονται άμεσα ή έμμεσα στον Σεφέρη ,στους δημιουργούς της γενιάς του ’30 ,αλλά και σε άλλους όπως ο Ροΐδης , ο Σικελιανός , ο Καρυωτάκης , ο Κοτζιούλας , ο Χάινε. Για παράδειγμα επισημαίνει ότι ενώ η παλαιότερη αριστερή κριτική απέρριπτε το έργο του Σεφέρη , διότι ήταν κοσμοπολίτικο και όχι αρκετά δεμένο με τα πάθη του λαού , σήμερα κατηγορείται για τους ακριβώς αντίθετους λόγους δηλαδή ως ελληνοκεντρικό και τελικά εθνικιστικό. Το αποτέλεσμα είναι ότι «η θεωρητικολογία αυτή προκαλεί ένα είδος κριτικού γλαυκώματος , με αποτέλεσμα ο κριτικός να βλέπει στα κείμενα του Σεφέρη πράγματα που δεν υπάρχουν και να μη βλέπει πράγματα που υπάρχουν»(σελ. 168,169).Παρόμοια σημειώνει ότι ο «Εγγονόπουλος είναι ελληνοκεντρικός (αλλά όχι εθνικιστής) και συγχρόνως υπερεθνικός (αλλά όχι ανερμάτιστος – δίχως εγχώριες ρίζες – κοσμοπολίτης)»(σελ. 197).Επίσης επανέρχεται στο ασυνήθιστο αισθητικό κριτήριο του Α.Καραντώνη , που είχε ωριμάσει και είχε παράγει σπουδαίο κριτικό έργο ήδη από την ηλικία των 22 ετών , πράγμα τόσο σπάνιο πλέον στην εποχή μας. Τέλος καταγγέλλει την υποκρισία κάποιων υποτιθέμενων αριστερών «που αγωνίζονται να πείσουν του Ελληνοκύπριους να πάψουν να καταπιέζουν τον πληθυσμό του κατεχόμενου από τον τουρκικό στρατό βορείου τμήματος του νησιού. Να πάψουν να βασανίζουν τους Τουρκοκύπριους και τους Τούρκους μετοίκους και τον τουρκικό στρατό που αγωνίζονται για την ένωση του νησιού. Για όσους δεν το κατάλαβαν , το πρόβλημα της Κύπρου σήμερα δεν είναι το πρόβλημα μιας χώρας που το βόρειο μέρος της έχει υποστεί εισβολή ξένου στρατού , εθνοκάθαρση και κατοχή από ξένη δύναμη , αλλά πρόβλημα ανθρωπίνων δικαιωμάτων των Τουρκοκυπρίων της βόρειας Κύπρου , των πραγματικών και των υποτιθέμενων .Όλα αυτά υποστηριζόμενα από μια περινούστατη θεωρητικολογία περί ετερότητας , διανθισμένη με κορώνες από τη θάλλουσα στις μέρες μας ιδεοληψία της πολιτικής ορθότητας » (σελ. 226,227).

Σάββατο, 2 Απριλίου 2011

1 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1955: η έναρξη του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ

ΛΑΖΑΡΟΣ ΜΑΥΡΟΣ : ΕΟΚΑ καθήκον Νυν και ες αεί

Ε.Ο.Κ.Α. σημαίνει και σήμερα -ιδίως σήμερα- καθήκον. Αυτό όλοι το γνωρίζουν. Και οι υμνητές της και οι υβριστές της. Και οι μεταλαμβάνοντες και οι παραχαράκτες της. Και οι τιμώντες αυτήν και οι κάπηλοί της: Ε.Ο.Κ.Α. σημαίνει καθήκον. Και σήμερα και αύριο και ες αεί. Αυτό το γνωρίζουν και οι φίλιες και οι εχθρικές δυνάμεις. Ξένοι και δικοί. Ο καθένας για τους δικούς του σκοπούς, στη νότια αυτή εσχατιά και στο προπύργιο των Ελλήνων της ανατολικής Μεσογείου. Καθένας που μετράει και ζυγίζει τον κυπριακό και σύμπαντα τον Ελληνισμό.

Τ Ο ΞΕΡΟΥΝ όλοι. Το ξέρουμε κι εμείς: Μιας και υπήρξε, ευλογημένη και πανάχραντη, ανάμεσα στους αιώνες η ιστορική στιγμή, μιας και αναρτήθηκε πάνω από τους ελληνικούς αιώνες, ανέκπτωτο και αδύνατο των αδυνάτων να υποσταλεί, το αριστείο, η έκλαμψη της ηρωικότερης γενιάς των Κυπρίων, ο τετραετής επικός, ένοπλος, εθνικο-απελευθερωτικός αγώνας του 1955-1959, αυτό όρισε άπαξ και διά παντός το καθήκον. Κατά τρόπο απόλυτα συγκεκριμένο: Αγώνας για την ελευθερία. Αγώνας για την απελευθέρωση της Κύπρου. Ολόκληρης της Κύπρου. Από κάθε Τούρκο κατακτητή, από κάθε Εγγλέζο αποικιοκράτη, από κάθε δυνάστη.

Ε Ν Ε Γ Ρ Α Φ Η από το 1955-1959 στη συλλογική εθνική συνείδηση των Ελλήνων η Ε.Ο.Κ.Α. μαζί με το καθήκον που εκείνη προστάζει. Ενεγράφη στο DNA όλων των επόμενων γενεών. Όπως ήταν μονίμως στα χρωμοσώματα των εθνικών κυττάρων, χιλιάδες χρόνια, ο Μαραθώνας, οι Θερμοπύλες κι η Σαλαμίνα. Που ενέγραψαν εκείνα που εκπλήρωσε το Εικοσιένα. Και το 1912-13. Και το Σαράντα. Η Ε.Ο.Κ.Α. υπήρξε η προτελευταία. Καθώς επίκειται η επιτέλεση του καθήκοντος, που εκείνη όρισε στους απόγονούς της.

Π Ο Ι Ο Ι θα 'ναι αυτοί, πώς και πότε θα εξορμήσουν, αυτό προσεύχεται, σκλαβωμένη αλλ’ αδούλωτη στον νεο-ραγιαδισμό, η σημερινή γενιά. Αυτό πασκίζουν ν’ αποτρέψουν και ν’ αποφύγουν οι, άλλους σκοπούς, ενάντιους στον Ελληνισμό, μηχανευόμενοι…

Ο Μ Ω Σ: «Το ελληνικό Γένος αν σώθηκε ώς τα σήμερα -έγραφε στον πρόλογο του “Καπετάν Μιχάλη” ο Νίκος Καζαντζάκης- το χρωστάει στο θάμα. Στην ακοίμητη σπίθα που καίει μέσα στα σωθικά της Ελλάδας… Πετάχτηκε σήμερα στην Κύπρο [η σπίθα]. Η Κύπρος δεν είναι μια λεπτομέρεια, ένα απλό νησί στην άκρα της Μεσόγειος Θάλασσας. Έχει γίνει το μοιρόγραφτο κέντρο όπου παίζεται η ηθική αξία του ανθρώπου. Πάλι οι φρόνιμοι, οι λιγόπιστοι, δίνουν νηφάλιες, πολύ λογικές συμβουλές. Πώς μπορεί, λένε, μια σπίθα φως να τα βάλει με τόσο παντοδύναμο σκοτάδι; Όμως ο αληθινός άνδρας δεν απελπίζεται. Ξέρει αυτός πως στον άτιμο, αλλοπρόσαλλο τούτο κόσμο ζουν, ας είναι και σε λιγοστά στήθια, μερικές θεμελιακές αρχές, θυγατέρες του ανθρώπου, που αυτός τις έπλασε με ιδρώτα, αίμα και κλάματα, κι είναι αθάνατες. Οι περισσότερες γεννήθηκαν στην Ελλάδα. Δυό οι πιο τρανές: Η ελευθερία κι η αξιοπρέπεια του ανθρώπου»…

Πηγή: Εφημερίδα Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ της Κύπρου


Αναρτήθηκε από Κόκκινη Πιπεριά στις 4/01/2011 /red-pep.blogspot.com/