Τετάρτη, 30 Ιουνίου 2010

Μια εύστοχη ανάλυση του Κ.Γρίβα για την Ελλάδα και την Μέση Ανατολή απο τα ΕΠΙΚΑΙΡΑ

Ο επικίνδυνος πειρασμός της ελληνοϊσραηλινής προσέγγισης και ο δρόμος του μοναχικού πολεμιστή
του Δρ. Κωνσταντίνου Γρίβα (*)

Η πρόσφατη διαμάχη Τουρκίας – Ισραήλ έθεσε μεγάλα ερωτήματα στην ελληνική εξωτερική πολιτική, κυρίως με το κατά πόσο η εξέλιξη αυτή συμφέρει την Ελλάδα, ενώ έφερε στο προσκήνιο και την επιλογή (;) μιας συμμαχίας με το Ισραήλ. Είναι αυτή όμως άραγε μια σοφή πολιτική και οι εξελίξεις αυτές είναι πράγματι προς όφελός μας;

Καταρχάς, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας το γεγονός της εξαιρετικά άβολης θέσης στην οποία βρίσκονται οι ΗΠΑ σε αυτή τη διαμάχη. Φυσικά και δεν μπορούν να «πουλήσουν» το Ισραήλ, από την άλλη όμως πολύ δύσκολα θα αποφασίσουν να συγκρουστούν με την Τουρκία. Όχι τόσο γιατί τη χρειάζονται ή πιστεύουν πως τη χρειάζονται, όσο γιατί τη φοβούνται. Και συγκεκριμένα φοβούνται ότι μπορεί να μετατραπεί σε ένα ισλαμιστικό – αντιαμερικανικό κράτος και να δημιουργήσει συμμαχία με το Ιράν. Και δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι η Τουρκία βρίσκεται εκτός των δυνατοτήτων «δυναμικής αντιμετώπισης» της αμερικανικής πολεμικής μηχανής σήμερα…
Άρα λοιπόν, αυτό που μένει στους Αμερικανούς είναι να κρατήσουν προσωρινά μια πολιτική ουδετερότητας στην τουρκοϊσραηλινή αντιπαλότητα, να ενισχύσουν τις τουρκοαμερικανικές σχέσεις σε άλλους τομείς και να «εξευμενίσουν» την Τουρκία. Πράγματι, η πολιτική της Ουάσιγκτον έναντι της Τουρκίας τον τελευταίο καιρό είναι πολιτική κατευνασμού. Και το πιο εύκολο θύμα στην περιοχή, η «Ιφιγένεια», που θα μπορούσε να επιτρέψει την υλοποίηση αυτής της πολιτικής, είναι φυσικά η Ελλάδα. Μια χώρα την οποία οι Αμερικανοί δεν φοβούνται, δεν έχουν να περιμένουν τίποτε από αυτή, δεδομένης της συνεχούς γεωπολιτικής της απομείωσης των τελευταίων ετών, και δεν ανησυχούν μήπως ολισθήσει σε ουσιαστικές αντιαμερικανικές στρατηγικές επιλογές (δεν αναφερόμαστε φυσικά στις ανώδυνες κατά καιρούς αντιαμερικανικές εκρήξεις που περιορίζονται σε επίπεδο φρασεολογίας), μια και αποτελεί οργανικό μέρος του δυτικού κόσμου. Ακόμη και τα ανοίγματά της προς τη Μόσχα, επί πρωθυπουργίας Καραμανλή, που θα μπορούσαν να της έχουν προσδώσει ένα νέο γεωπολιτικό ειδικό βάρος το οποίο θα προκαλούσε και το σεβασμό των ΗΠΑ, είχαν δυστυχώς άδοξο τέλος.
Με κανέναν τρόπο, λοιπόν, η επιδείνωση των τουρκοϊσραηλινών και κατ’ επέκταση των τουρκοαμερικανικών σχέσεων δεν συνεπάγεται ότι είναι κατ’ ανάγκην προς όφελος της χώρας μας. Αντιθέτως, τα ζωτικά ελληνικά συμφέροντα μπορεί να αποτελέσουν το εύκολο θύμα που θα επιτρέψει τη διαιώνιση για λίγο καιρό ακόμη της εύθραυστης ισορροπίας στο τρίγωνο Ουάσιγκτον – Τελ Αβίβ – Άγκυρα.
Από την άλλη, βέβαια, δεν θα πρέπει να παραβλέπουμε και το γεγονός ότι αν η Ουάσιγκτον οδηγηθεί ανελέητα σε επιλογές μηδενικού αθροίσματος, έχοντας να επιλέξει ή το Ισραήλ ή την Τουρκία, η απάντηση είναι ξεκάθαρη και δεδομένη. Επιπροσθέτως, ακόμη και χωρίς την ύπαρξη του Ισραήλ, αργά ή γρήγορα το πιο πιθανόν είναι ότι οι τουρκοαμερικανικές σχέσεις θα οδηγηθούν σε οδυνηρό σχίσμα, μόλις παύσουν να υφίστανται οι φαντασιώσεις κάποιων πυρήνων εξουσίας στην Ουάσιγκτον, περί «εκσυγχρονιστικού» ρόλου της Τουρκίας στον ισλαμικό κόσμο. Μεταξύ των άλλων, η πολιτική γεωγραφία που δημιουργείται στο μετασανταμικό – μετααμερικανικό Ιράκ θέτει την Τουρκία με τις ΗΠΑ σε σαφέστατη τροχιά έντονης γεωπολιτικής αντιπαλότητας, λόγω του ζητήματος των Κούρδων. Άρα η πιθανότητα οξείας και ξεκάθαρης σύγκρουσης ΗΠΑ – Τουρκίας και Ισραήλ – Τουρκίας σε βάθος χρόνου είναι απολύτως πραγματικά.
Παρεμπιπτόντως, το ενδεχόμενο αυτό δεν είναι σίγουρο ότι έχει γίνει κατανοητό από τις ελληνικές ελίτ, οι οποίες έχουν επενδύσει στην ανορθολογική «ελληνοτουρκική φιλία», θεωρώντας ότι αυτή είναι και η επιλογή της Ουάσιγκτον. Άλλωστε, οι εγχώριες ελίτ που προωθούν αυτή την αυτοκαταστροφική προσέγγιση με την Τουρκία είναι και φιλοαμερικανικές και κατά κανόνα και φιλοϊσραηλινές. Οι άνθρωποι αυτοί, όμως, έχουν άραγε κατανοήσει ότι πιθανώς κάποια στιγμή στο μέλλον όλα αυτά τα ανοίγματα προς την Άγκυρα θα θεωρούνται εν δυνάμει απειλητικά από την Ουάσιγκτον; Και θα είναι άραγε πρόθυμοι να συγκρουστούν με την Ουάσιγκτον, το Τελ Αβίβ και το εβραϊκό λόμπι ανά τον κόσμο για χάρη του νέου τους φίλου;

Συμμαχία με το Ισραήλ: Γεωπολιτικός ρεαλισμός ή ριψοκίνδυνη ζαριά;
Η δραματική επιδείνωση των τουρκοϊσραηλινών σχέσεων έριξε στο τραπέζι την ιδέα της άμεσης και αποφασιστικής προσέγγισης της Ελλάδας με το Ισραήλ. Η επιλογή αυτή έχει σημαντικά ορθολογικά στοιχεία που ξεφεύγουν κατά πολύ από την απλοϊκά μανιχαϊστική σκέψη «ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου». Όσοι υποστηρίζουν αυτή την άποψη θεωρούν ότι το Ισραήλ είναι μια πολύ ισχυρή δύναμη και μια συμμαχία μαζί του θα προσέφερε τεράστια τακτικά και στρατηγικά πλεονεκτήματα εναντίον κάθε δυνητικού αντιπάλου. Επίσης, είναι πιθανόν να έσερνε τις ΗΠΑ σε μια σταθερή και μόνιμη φιλελληνική θέση.
Κατά την άποψη του γράφοντος, ωστόσο, η επιλογή αυτή είναι εξαιρετικά επικίνδυνη. Καταρχάς, σε παρόμοια περίπτωση όλη η τεράστια, μακροχρόνια, αν και μέχρι στιγμής αναξιοποίητη, γεωπολιτική επένδυση της Ελλάδας στον αραβικό κόσμο θα πήγαινε στράφι. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι μια προσέγγιση με το Ισραήλ, υπό αυτές τις συνθήκες, δεν θα εμφανιζόταν μόνον σαν αντιτουρκική, αλλά και σαν αντιπαλαιστινιακή και αντιαραβική. Βέβαια, κάποιος ψυχρός και κυνικός ρεαλιστής θα μπορούσε να πει ότι αυτή η επένδυση στα συναισθήματα των αραβικών λαών απλά δεν μας χρειάζεται και θα μπορούσε να θυσιαστεί. Όμως, δεν είναι ακριβώς έτσι. Ναι μεν η δυναμική των ελληνοαραβικών σχέσεων δεν έχει ακόμη δώσει τα αποτελέσματα που θα θέλαμε, αλλά αυτό οφείλεται μάλλον σε άλλους παράγοντες και όχι στην… επένδυση αυτή καθεαυτή. Επίσης, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι η ελληνική κοινή γνώμη είναι σαφέστατα προσανατολισμένη υπέρ των Παλαιστινίων και κατά των Ισραηλινών και καμιά στρατηγική επιλογή που θα ήθελε να μακροημερεύσει δεν μπορεί να μην λάβει υπόψη της τις διαθέσεις του ελληνικού λαού. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι ακόμη και ο πιο θετικά προδιατεθειμένος προς το Ισραήλ Έλληνας πολίτης θα πρέπει να παραδεχτεί ότι η ισραηλινή πολιτική τα τελευταία χρόνια έναντι των Παλαιστινίων είναι ατελέσφορη, αδιέξοδη, αντιπαραγωγική και εντέλει ανορθολογική, με αποτέλεσμα να έχει οδηγήσει σε σύγκρουση ακόμη και με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Μια προσέγγιση, λοιπόν, με το Ισραήλ κινδυνεύει όχι μόνο να απομονώσει τη χώρα μας, αλλά και να νομιμοποιήσει με έμμεσο τρόπο την εικόνα που θέλει να περάσει η Τουρκία σαν προστάτιδα των Παλαιστινίων και ηγέτιδα του μουσουλμανικού κόσμου, επιτρέποντάς της να «πουλήσει» θεωρίες περί περικύκλωσής της από τη χριστιανική Ελλάδα και το Ισραήλ. Σε παρόμοια περίπτωση προκύπτει και ο κίνδυνος να μεταβληθεί και η ελληνοτουρκική αντιπαλότητα (η οποία πάντοτε υπάρχει και θα υπάρχει εις βάρος των μεταφυσικών προσπαθειών εξορκισμού της διαμέσου της εκάστοτε «ελληνοτουρκικής φιλίας») σε αντιπαλότητα της Ελλάδας με όλο το μουσουλμανικό κόσμο.
Επιπροσθέτως, κανείς δεν μας εγγυάται ότι η εχθρότητα Ισραήλ – Τουρκίας θα βαθύνει άμεσα και θα λάβει διαστάσεις μόνιμης και οργανικής εχθρότητας και δεν αποτελεί ένα περιστασιακό επεισόδιο, το οποίο θα αντικατασταθεί από μια ακόμη φάση (λυκο)φιλίας μεταξύ των δύο χωρών, έστω και σε βραχυχρόνιο ορίζοντα.

Στρατιωτική σύγκρουση
Ακόμη όμως και να μην συμβεί κάτι τέτοιο, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι δεν υπάρχει, μάλλον, κάποια άμεση προοπτική στρατιωτικής σύγκρουσης Ισραήλ και Τουρκίας, έτσι ώστε να σπεύσουμε και εμείς να εκμεταλλευτούμε την ευκαιρία και να… πάρουμε την Πόλη!
Η Τουρκία, παρ’ όλους τους λεονταρισμούς της, δεν είναι τόσο αιθεροβάμων ώστε να επιλέξει να συγκρουστεί στρατιωτικά με το Ισραήλ. Και το Ισραήλ, όμως, το τελευταίο πράγμα που θα ήθελε θα ήταν ένας ακόμη στρατιωτικός εχθρός με ισχυρό στράτευμα, δυτική τεχνολογία και ενταγμένος στους θεσμούς του δυτικού κόσμου. Άλλωστε, το γεγονός ότι οι δύο χώρες δεν έχουν κοινά σύνορα δυσκολεύει την όποια στρατιωτική εμπλοκή μεταξύ τους. Επίσης, δεν θα πρέπει να αποκλείεται το ενδεχόμενο της προώθησης κάποιας λογικής λύσης από πλευράς του Ισραήλ για την επίλυση του Παλαιστινιακού, κάτι που ζητάνε επίμονα οι ΗΠΑ αλλά και μεγάλο μέρος της ισραηλινής κοινής γνώμης. Σε αυτή την περίπτωση, η Τουρκία θα μπορούσε να εμφανιστεί ότι έφερε εις πέρας το ρόλο της ως προστάτιδα των Παλαιστινίων και να αποκαταστήσει, έστω και εν μέρει, τις σχέσεις της με το Τελ Αβίβ. Ο εχθρός του σήμερα είναι ο φίλος του αύριο και το αντίθετο. Και αυτό είναι αξίωμα στη Μέση Ανατολή εδώ και αιώνες.
Άλλωστε, δεν θα πρέπει να παραβλέπουμε την ύπαρξη ισχυρών και γνησίως φιλοϊσραηλινών δυνάμεων στο εσωτερικό της Τουρκίας, κυρίως στο στρατιωτικό κατεστημένο, οι οποίες δυσφορούν πολύ με τις επιλογές της κυβέρνησης Ερντογάν και θα ήθελαν η Τουρκία να κάνει στροφή 180 μοιρών όσον αφορά στις σχέσεις της με το Ισραήλ. Και κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα ότι οι δυνάμεις αυτές έχουν χάσει κάθε δυνατότητα να «φρονιμέψουν» την κυβέρνηση Ερντογάν και να αντιστρέψουν την ισλαμική – αντιισραηλινή της στοχοθέτηση. Η εσωτερική πολιτική σκηνή της Τουρκίας ήταν, είναι και θα είναι γεμάτη εκπλήξεις.
Και τι γίνεται τότε; Αν δηλαδή ο Ερντογάν βάλει νερό στο κρασί του ή ισχυρές δυνάμεις μέσα στην Τουρκία ανατρέψουν τη φιλοαραβική – αντιισραηλινή πολιτική και οι δύο χώρες τα «ξαναβρούν» έστω και προσωρινά; Σε παρόμοια περίπτωση, αν η χώρα μας θα έχει εκτεθεί ως απροκάλυπτα φιλοϊσραηλινή, οι εξελίξεις αυτές, πολύ απλά, θα την «αδειάσουν» και το μόνο που θα της μείνει θα είναι η εχθρότητα του αραβικού και του ευρύτερου μουσουλμανικού κόσμου με απρόβλεπτες συνέπειες για το μέλλον.
Ακόμη, δεν θα ήταν φρόνιμο να μην εξετάσουμε το ενδεχόμενο ότι και το Ισραήλ, εκτός από τις ΗΠΑ, μπορεί να ακολουθήσει μια πολιτική κατευνασμού έναντι της Τουρκίας και η πιο πρόσφορη επιλογή σε παρόμοια περίπτωση είναι να στηρίξει τις διεκδικήσεις της Άγκυρας έναντι των ζωτικών συμφερόντων της Ελλάδας και της Κύπρου στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου…
Τέλος, έχει άραγε ερωτηθεί το Ισραήλ αν πράγματι θα ήθελε μια στρατηγική συμμαχία με την Ελλάδα;

Η επιλογή του αυτόνομου δρώντα και η επένδυση στην ισχύ
Από την άλλη, η ευκαιρία είναι πολύ μεγάλη για να τη χάσουμε. Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, αυτό που κυριαρχεί στη γεωπολιτική ταυτότητα της περιοχής είναι μια τεράστια και επικίνδυνη γεωπολιτική ασάφεια. Κατά συνέπεια, αυτό που χρειάζονται σε βάθος χρόνου, τόσο οι ΗΠΑ και η Ευρώπη όσο και το Ισραήλ, είναι ισχυρά σημεία «αγκυροβολίου πολιτικής» που θα μπορούν να μειώσουν το βαθμό αβεβαιότητας και να αποτελέσουν κρίσιμης σημασίας στηρίγματα σε περίπτωση ακραίων εξελίξεων. Αν δηλαδή η Τουρκία οδηγείτο σε σαφέστατα εχθρική σχέση μαζί τους. Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, πρόκειται ίσως για τη μόνη χώρα στην περιοχή που μπορεί να παίξει αυτό το ρόλο, μια και είναι βαθιά ενταγμένη στους οργανικούς θεσμούς και τη γεωπολιτική υπόσταση της Δύσης και αυτό δεν μπορεί να αλλάξει. Αυτό που της λείπει όμως, ώστε να μπορεί να παίξει παρόμοιο ρόλο, είναι η ισχύς.
Έτσι, λοιπόν, θα μπορούσαμε να κρατήσουμε πολύ χαμηλούς τόνους σε αυτή την αντιπαράθεση και να κρατηθούμε απέξω. Αυτό σημαίνει όχι μόνο να αποφύγουμε να ταυτιστούμε με το Ισραήλ, αλλά και να απομακρυνθούμε, όσο είναι καιρός, από την Τουρκία, σταματώντας την αυτοκαταστροφική πολιτική της «ελληνοτουρκικής προσέγγισης». Εν παραλλήλω, θα πρέπει να ενισχύσουμε τη γεωπολιτική μας υποδομή, έτσι ώστε να γίνουμε εν δυνάμει ισχυροί παράγοντες στην περιοχή, αποτρέποντας ταυτοχρόνως την πιθανότητα να αποτελέσουμε την «Ιφιγένεια» σε μια πολιτική κατευνασμού της Τουρκίας από πλευράς ΗΠΑ και Ισραήλ. Να αντιστρέψουμε, δηλαδή, αυτή τη συνεχή πορεία γεωπολιτικής απομείωσης των τελευταίων ετών και να ξαναγίνουμε «κάτι» όχι ταυτιζόμενοι με κάποιο άλλο κράτος, αλλά ενισχύοντας την άμεση γεωπολιτική μας υπόσταση.
Κατά την ταπεινή άποψη του γράφοντος, τόσο οι ΗΠΑ όσο και το Ισραήλ μάλλον θα προτιμούσαν μια ισχυρή αν και φιλοπαλαιστινιακή Ελλάδα, η οποία όμως, έτσι και αλλιώς, λόγω της δυτικής γεωπολιτικής της ταυτότητας, αποτελεί εν δυνάμει σύμμαχο, παρά μια φιλοϊσραηλινή, αλλά αδύναμη, άρα και άχρηστη Ελλάδα.
Κι αν όλα τα παραπάνω φαίνονται πολύ θεωρητικά, ένα άμεσο μέτρο που, κατά την άποψη του γράφοντος, θα ενίσχυε την «κρίσιμη γεωπολιτική υποδομή» της Ελλάδας, θα την τοποθετούσε στο κέντρο των εξελίξεων και θα αύξανε δραματικά τη σπουδαιότητά της για το Ισραήλ και τις ΗΠΑ, χωρίς ταυτοχρόνως να ενοχληθεί καμιά από τις αραβικές χώρες και χωρίς να χρειάζεται να αλλάξει η ρητορική της Ελλάδας από φιλοαραβική σε φιλοϊσραηλινή, είναι η άμεση απόκτηση ναυτικών αντιβαλλιστικών ικανοτήτων.
Βέβαια, σε καμία περίπτωση παρόμοια επιλογή δεν θα πρέπει να συνδυαστεί με κάποια ένταξη, επίσημη ή ανεπίσημη, στον αντιβαλλιστικό σχεδιασμό της Ουάσιγκτον, κάτι που θα μπορούσε ίσως να προκαλέσει την αντίδραση της Ρωσίας. Δεδομένης της γεωπολιτικής λειτουργίας της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ, την ΕΕ και τη Ζώνη του Ευρώ, δηλαδή στο «σκληρό πυρήνα» της Δύσης, οι ελληνικές αντιβαλλιστικές ικανότητες εντάσσονται αυτομάτως στο στρατηγικό δυναμικό της Δύσης, χωρίς να χρειάζονται θορυβώδεις διακηρύξεις.
Σε παρόμοια περίπτωση, οι αντιβαλλιστικές ικανότητες του ΝΑΤΟ στην περιοχή (άρα εν δυνάμει και του Ισραήλ) ενισχύονται, η γεωστρατηγική Ομπάμα, που δίνει μεγάλη έμφαση στη ναυτική αντιβαλλιστική άμυνα, υποστηρίζεται με αποφασιστικό τρόπο, ο γεωπολιτικός ρόλος της Τουρκίας απομειώνεται και οι άμεσες αμυντικές δυνατότητες της χώρας μας έναντι της τουρκικής απειλής αυξάνονται αποφασιστικά, ιδιαίτερα δε έναντι των τουρκικών βαλλιστικών όπλων, τα οποία έχουν αυξηθεί κατά πολύ τα τελευταία χρόνια. Από την άλλη, ούτε οι Παλαιστίνιοι ούτε κανένας άλλος θίγεται και η Ελλάδα μπορεί να παραμένει κριτική έναντι του Ισραήλ και φιλοπαλαιστινιακή. Ταυτοχρόνως, όμως, θα έχει μετατραπεί σε μια μεγάλη μακροχρόνια επένδυση «μείωσης ρίσκου» για το Ισραήλ και τις ΗΠΑ, σε περίπτωση που οι σχέσεις τους με την Τουρκία οδηγηθούν σε μια μεγάλη, οριστική και καταστρεπτική ρήξη κάποια στιγμή στο μέλλον. Βέβαια, η αγορά οπλικών συστημάτων, έστω και πολύ μεγάλης γεωπολιτικής αξίας, αυτή την εποχή είναι εκτός πραγματικότητας δεδομένης της οικονομικής κατάστασης της Ελλάδας. Όμως, αν πράγματι η υπόθεση του γράφοντος είναι σωστή, θα μπορούσε να εξεταστεί ακόμη και η πιθανότητα της απόκτησης παρόμοιων ικανοτήτων από το Ελληνικό Ναυτικό με αμερικανική ή νατοϊκή χρηματοδότηση. Η απόλυτη κίνηση ματ, βέβαια, θα ήταν η απόκτηση από την Ελλάδα ρωσικών αντιβαλλιστικών συστημάτων S-400 ή και άλλων πιο εξελιγμένων στο μέλλον, που θα πλαισίωναν τα ναυτικά αντιβαλλιστικά συστήματα, με τις ευλογίες της Ουάσιγκτον. Ακούγεται σενάριο επιστημονικής φαντασίας, αλλά ίσως κινείται στη σφαίρα των ρεαλιστικών επιλογών…

(*) Ο Κωνσταντίνος Γρίβας είναι ειδικός σε θέματα γεωπολιτικής ανάλυσης και πολεμικών τεχνολογιών. Διδάσκει το μάθημα της Γεωπολιτικής στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων.

Πηγή: http://m-epikaira.gr/

Εμείς το πήραμε από το blog http://ethnologic.blogspot.com/ , www.ardin.gr

ΑΡΔΗΝ Τεύχος 80


Κυκλοφορεί το νέο τεύχος (τ. 80) του Άρδην


Ημερομηνία:
28/06/2010 14:04
ΤΕΥΧΟΣ 80 (Μάιος - Ιούνιος 2010)

ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΚΑΚΟΦΩΝΙΑ ¬– ΙΣΡΑΗΛ - ΤΟΥΡΚΙΑ: Η ΡΗΞΗ;
Η ΚΡΥΦΗ ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΝΕΟ-ΟΘΩΜΑΝΙΣΜΟΥ


Τι άραγε πρόκειται να συμβεί στο πολιτικό επίπεδο; Θα δημιουργηθούν οι όροι για την άμεση και βραχυπρόθεσμη ανάδειξη συνεκτικών εναλλακτικών προτάσεων, που θα επαναλάβουν το εγχείρημα Παπανδρέου μετά το 1974; Δυστυχώς, δεν έχουν δημιουργηθεί ακόμα οι προϋποθέσεις –κοινωνικές, ιδεολογικές πολιτικές– για μια συγκρότηση. Η κυρίαρχη κατεύθυνση για την αμέσως επόμενη περίοδο θα είναι η αποδόμηση.
Ένα πολιτικό και ιδεολογικό σύστημα καταρρέει χωρίς να υπάρχει κάποιο άλλο για να το αντικαταστήσει, εξ ού και ο πειρασμός του Βοναπάρτη ή έστω μιας «κυβέρνησης εθνικής ενότητας», που θα λειτουργήσει ως το υποκατάστατο του ελλείποντος Βοναπάρτη. Γι’ αυτό λοιπόν χρειάζεται η Ντόρα, ο Καρατζαφέρης, ίσως ίσως και η «ανανεωτική αριστερά». Για να προσφέρουν την υποδομή γι’ αυτό το νέο, πιθανότερο και από εκλογές, εγχείρημα. Διότι οι εκλογές είναι πολύ επικίνδυνη υπόθεση για το ΠΑΣΟΚ και το σύστημα..
Το 80ο τεύχος του περιοδικού Άρδην περιλαμβάνει ένα αφιέρωμα στην κρυφή γοητεία του νεο-οθωμανισμού. Το πώς δηλαδή ένα σημαντικό μέρος των αρχουσών ελίτ, νιώθοντας βαθιά απογοήτευση από τη Δύση είναι έτοιμο να παραδοθεί ψυχή τε και σώματι στην Τουρκία. Από τον μεταμοντέρνο δυτικόφιλο εκσυγχρονισμό της δεκαετία του 1990 που αποτέλεσε την κυριότερη ιδεολογική έκφραση της εθνοαποδόμησης, σήμερα οι ελίτ τείνουν προς τον νεο-οθωμανισμό. Και μάλιστα ένα σημαντικό μέρος της νέο-ορθόδοξης τάσης, με πρόσχημα τον οικουμενισμό και το Πατριαρχείο, προτείνει την εγκατάλειψη του ελλαδικού και του κυπριακού έθνους-κράτους. Με την ευκαιρία έκδοσης στα ελληνικά του βιβλίου Στρατηγικό Βάθος του Αχμέτ Νταβούτογλου, καθίσταται αναγκαία η άμεση και σε βάθος κριτική των ιδεολογημάτων που στηρίζουν τη νεο-οθωμανική αντίληψη. Το αφιέρωμα αυτό περιλαμβάνει ένα εκτενές κείμενο του Γιώργου Καραμπελιά στο οποίο αναλύεται η μεταστροφή των ελληνικών ελίτ και κατ’ εξοχήν ο ρόλος του καθ. Χρήστου Γιανναρά σε αυτήν, κείμενα των καθηγητών Β. Φίλια και Ν. Σαρρή που παρουσιάζουν τις βασικές γραμμές του βιβλίου του Α. Νταβούτογλου και ένα κείμενο του Economist για το τι σηματοδοτεί η αλλαγή ηγεσίας στο κεμαλικό κόμμα στην Τουρκία.
Το δεύτερο αφιέρωμα του περιοδικού καταπιάνεται με το εγχείρημα του Στόλου της Ελευθερίας να σπάσει τον αποκλεισμό της Γάζας και τις συνέπειες του στις ισραηλινο-τουρκικές σχέσεις. Από τις πρώτες μέρες μετά την πειρατική ενέργεια του Ισραήλ είχαμε επισημάνει ότι η αντιπαράθεση Τουρκίας-Ισραήλ για την ηγεμονία στην περιοχή ξεπέρασε τα όρια που είχαν θέσει αυτοί οι δύο άσπονδοι πυλώνες του φιλοδυτικού άξονα στην περιοχή. Στο κείμενο του ο Γ. Καπαρός παρουσιάζει βήμα βήμα πως η Τουρκία του Ερντογάν προετοιμάστηκε τα προηγούμενα επτά χρόνια για να φτάσει να αμφισβητεί την πρωτοκαθεδρία του Ισραήλ στην περιοχή, ενώ ο Τούρκος δημοσιογράφος Σ. Τζεμ Ογκούζ, εισάγει τον όρο «φιλεχθροί» για το πώς θα είναι από και πέρα οι σχέσεις Τουρκίας – Ισραήλ. Η δημοσιογράφος Μαρία Ψαρρά, που συμμετείχε στην αποστολή, μας μεταφέρει την κατάσταση που βιώνει τον 1,5 «αιχμαλώτων» Παλαιστινίων στο «στρατόπεδο» της Γάζας και ο Βαγγέλης Πισσίας σε συνέντευξή του εξηγεί πως η Κύπρος παγιδεύτηκε από τους Ισραηλινούς με αποτέλεσμα και ο κυπριακός αγώνας για απελευθέρωση της Β. Κύπρου να ζημιωθεί. Τέλος οι Θ. Τζιούμπας και Γ. Ξένος ασκούν κριτική σε εκείνο το κομμάτι του «πατριωτικού χώρου» που ταυτίστηκε με την αμερικανική και ισραηλινή προπαγάνδα.
Στο τεύχος ακόμη θα διαβάσετε το τελευταίο κείμενο που δημοσίευσε ο Αντρέ Γκορζ πριν τον θάνατό του, που τονίζει ότι «ποτέ, μέχρι σήμερα, το ζήτημα της εξόδου από τον καπιταλισμό δεν υπήρξε τόσο επίκαιρο». Ο Β. Βιλιάρδος αποδεικνύει ότι το οικονομικό πρόγραμμα που μας επιβάλλει το ΔΝΤ είναι ανεφάρμοστο και προτείνει εναλλακτικές διεξόδους. Ο Γρ. Σπηλιόπουλος, γράφει για τις νέες θεωρίες στο χώρο των μαθηματικών που προωθούν τη συνεργατικότητα.
Το τεύχος κλείνει με αναλύσεις για το που βρίσκεται το Κυπριακό έξι χρόνια μετά το «Όχι» στο σχέδιο Ανάν, για το αν είναι συμβατές έννοιες συνδικαλισμός και στρατός, για τους Κρήτες ιεράρχες που έγιναν Τούρκοι υπήκοοι, κριτική στο βιβλίο Φιλοσοφίας της Β΄ Λυκείου, βιβλιοκριτικές, βιβλιοπαρουσιάσεις κ.ά.
Γράφουν οι: Γ. Κοντογιώργης, Χρ. Γαλανίδης, Τάσος Χατζηαναστασίου, Μανόλης Εγγλέζος, Α.Κ., Αλ. Ακρίτας κ.ά.

ΣΠΥΡΟΣ ΚΟΥΤΡΟΥΛΗΣ :Ο Κόσμος ο μικρός ,ο μέγας:ιδεολογίες και αισθητική του Νεοελληνισμού




Ο Κόσμος ο Μικρός, ο Μέγας



Έτος Έκδοσης: 2010
Σελ. 237
Τιμή: 14 ευρώ
Αισθητική και Ιδεολογίες του Νέου Ελληνισμού

ΕΙΣΑΓΩΓH

Εξετάζοντας την πορεία του λαού μας, τις αξίες και τα μέτρα που αυτός διαμόρφωσε, τις ιδεολογίες που τον καθόρισαν, είτε ως «απεικόνιση της πραγματικότητας», είτε ως «ψευδή συνείδηση», αλλά και τις αισθητικές του προτάσεις, καταλήξαμε ότι στη σκέψη του Ν. Χατζηκυριάκου-Γκίκα και της Δόμνας Σαμίου «σημασία στη ζωή έχει να μπορεί από το τίποτα να γίνει το παν», όπως και στον στίχο του Ο. Ελύτη «ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας» συνοψίζονται, με προσφυή και εύστοχο τρόπο, η εξέλιξη, οι αγωνίες και τα πάθη του νεότερου ελληνισμού.
Στις σελίδες που ακολουθούν, δοκιμάζουμε να απαντήσουμε σε ερωτήματα όπως:
Υπάρχει στον ελληνισμό μία αντίληψη διαφορετική από αυτή που συναντούμε αρχικά στη Δύση και κατόπιν σε όλο τον σύγχρονο κόσμο, όπου ο Άνθρωπος και ο Κόσμος, ο Άνθρωπος και η Φύση, είναι δύο μεγέθη διαφορετικά και ανταγωνιστικά;
Η συνεργασία των βαλκανικών λαών για την απελευθέρωση από την οθωμανική κυριαρχία ήταν μια παροδική πολιτική συμμαχία, που επρόκειτο μοιραία να τη διαδεχθεί η διαμάχη των εθνικισμών;
Υπάρχει μια πνευματική ατμόσφαιρα, που μαζί με γεωπολιτικούς παράγοντες ευνοεί τη βαλκανική συνεργασία, ώστε να τη θεωρήσουμε, εντέλει, ως ένα «Βυζάντιο μετά το Βυζάντιο»;
Ο κοινοτισμός και ο συνεργατισμός, που με διάφορες μορφές αναπτύχθηκαν στην ορθόδοξη Ανατολή (από την Ελλάδα μέχρι τη Ρωσία) αποτελεί μια γεωοικονομική αποκλειστικά αναγκαιότητα ή ευνοήθηκε και από άλλους παράγοντες -όπως είναι η θρησκεία- που κομίζουν με έναν βαθύ, συνεχή, επίμονο και υποδόριο τρόπο, αξίες;
Γιατί η Βαλκανική Συνεργασία ενδιέφερε ανθρώπους που είχαν τόσο διαφορετικές κατά τα άλλα κοσμοθεωρίες, όπως ο Π. Κανελλόπουλος, ο Γ. Κορδάτος και ο Ν. Ζαχαριάδης;
Με τέτοια ερωτήματα ξεκινήσαμε αυτό το νοερό, στοχαστικό ταξίδι, όπου οι προσωπικές αγωνίες και εμπειρίες προσπαθούν να συναντηθούν με τις αντίστοιχες της εθνικής και κοινωνικής μας συλλογικότητας. Είχαμε πλοηγούς κάποιους που, σαν τον Νίτσε, αποθεμελίωσαν τον εργαλειακό ορθολογισμό και τα κλειστά συστήματα σκέψης, αλλά και τον Κ. Καραβίδα, τον Ι. Δραγούμη, τον Γιάννη Ρίτσο, τον Νικηφόρο Βρεττάκο.
Στις σελίδες που ακολουθούν, η θεματολογία μας δεν αποσκοπεί να εξαντλήσει το παλίμψηστο του νεότερου ελληνισμού, ούτε να χαρτογραφήσει εξαντλητικά όλα τα ιδεολογικά ρεύματα ή τις αισθητικές αντιλήψεις που έκαναν εμφανή την παρουσία τους, αλλά να επισημάνουμε ορισμένους ουσιώδεις κατά τεκμήριο όρους του.
Με αυτόν τον τρόπο θεωρούμε ότι η ρωμιοσύνη, ο ελληνισμός, ο «Άη Λαός», ο απροσκύνητος χαρακτήρας του, τα πάθη και οι αντιφάσεις του, απεικονίζονται εξίσου σε ένα ποίημα του Ρίτσου και σε έναν πίνακα του Τσαρούχη με θέμα το ζεϊμπέκικο.
Ο Γ. Θεοτοκάς, ο Ν. Χατζηκυριάκος-Γκίκας, ο Τζούλιο Καΐμη, ο Μ. Καραγάτσης αποτελούν μέλη της εξαίσιας παρέας που ονομάστηκε «γενιά του ’30». Κινήθηκαν με άνεση ανάμεσα στην τζαζ και το ζεϊμπέκικο, τον Θεόφιλο και τον Ματίς, τον Ντοστογιέφσκι και τον Παπαδιαμάντη, τον Καραγκιόζη και τον Πικάσο, την αρχιτεκτονική του Αιγαίου και τον Λε Κορμπιζιέ, δηλαδή ανάμεσα στα γνήσια και αυθεντικά στοιχεία του νέου ελληνισμού και το άνοιγμα στις πιο προωθημένες αναζητήσεις του «μοντέρνου» κόσμου, όπως ήταν ο σουρεαλισμός. Η μελέτη της σκέψης τους είναι οδηγός και πολύτιμη μαρτυρία.
Ο Ι. Συκουτρής, ο εξαιρετικός φιλόλογος και στοχαστής, που δεν μπόρεσε να ανθέξει στα εμπόδια που του έθεσε η κυρίαρχη θλιβερή πανεπιστημιακή μετριότητα της εποχής του και το πλήρωσε στο τέλος με την ίδια τη ζωή του, μετεώρισε τη σκέψη του ανάμεσα στον πλατωνικό ιδεαλισμό και την «πολυθεΐα των αξιών».
Το ποίημα του Γ. Ρίτσου Αποχαιρετισμός, αποτελεί μια αναφορά στον μαρτυρικό θάνατο του Γρηγόρη Αυξεντίου, αλλά και έναν ύμνο στο «παλικάρι» που, αν και ερωτευμένο με τη ζωή, προτιμά τον αξιοπρεπή, τον αγέρωχο θάνατο, από μια ζωή χωρίς ντροπή, χωρίς σεβασμό.
Ο Μιχάλης Ράπτης (Πάμπλο), ο διεθνιστής επαναστάτης, ο γνήσιος πατριώτης, εναρμονίζει τα αιτήματα της άμεσης δημοκρατίας, του κοινοτισμού και του συνεργατισμού με το Ιερό.
Ο Σ. Ράμφος, ξεκινώντας από μια μαρξιστική νεότητα, όδευσε σε όλα τα πιθανά πνευματικά ρεύματα για να καταλήξει, στα ύστερά του, ενθουσιώδης υμνητής του αμερικανισμού και του δυτικού παραδείγματος. Από αυτή την πλευρά θυμίζει τον Τ. Νέγκρι που από την αυτονομία, τον εργατισμό και μια ριζοσπαστική επανερμηνεία του μαρξισμού, εμφανίζεται στα τελευταία του κείμενα θαυμαστής της Αυτοκρατορίας.
Ο Ν. Δήμου, ένας ευπώλητος συγγραφέας, που επιτίθεται κατά του λεγόμενου νεοελληνικού ανορθολογισμού, εγκλωβίζεται τελικά στις αντιφάσεις της σκέψης του και στις έντεχνες αποσιωπήσεις του. Θαυμαστής του Ελύτη και του Π. Γιαννόπουλου, αποδεικνύεται ότι σε πολλά θεμελιώδη και κρίσιμα θέματα, όπως η πολιτιστική θέση του νεότερου ελληνισμού, έχει παρεμφερείς απόψεις με εκείνους που θεωρεί αντιπάλους του, δηλαδή τους «νεο-ορθόδοξους».
Η σφριγηλότητα, η πολυμέρεια, η λογική συνέπεια και η ευρύτητα του στοχασμού του Παναγιώτη Κονδύλη, όπως και η ακρίβεια και η τελειότητα της γλώσσας του, αποτελούν μία εξαίρεση και μια ηχηρή αντίθεση στην κυρίαρχη στη χώρα μας σκέψη. Έχοντας αφομοιώσει με κριτικό και γόνιμο τρόπο όλο τον ευρωπαϊκό πολιτισμό (και μάλιστα στην πρωτότυπη μορφή του, αφού γνώριζε άριστα παραπάνω από πέντε ευρωπαϊκές γλώσσες), παρήγαγε, στη σύντομη ζωή του, μίας τέτοιας ποιότητας και έκτασης έργο που στη χώρα μας έχει πολύ λίγο αποτιμηθεί, ενώ στην υπόλοιπη Ευρώπη είναι αντικείμενο συνεχούς και προσεκτικής μελέτης. Όση βαθιά πολιτική και θεωρητική σκέψη δεν μπόρεσαν να παράξουν οι διάφοροι πανεπιστημιακοί, που τράφηκαν πλουσιοπάροχα στο πρυτανείο των Ευρωπαϊκών Προγραμμάτων και τα βαρύγδουπα ιδρύματα διαμόρφωσης της αμυντικής και εξωτερικής πολιτικής, που χρηματοδοτούνται αφειδώς από το ελληνικό κράτος και από μη κυβερνητικές οργανώσεις του εξωτερικού, τη δημιούργησε ο Π. Κονδύλης, αυτός ο «επαΐων του περιθωρίου», όπως αποκαλούσε τον εαυτό του. Εδώ εξετάζουμε μόνο μια επιμέρους αλλά κρίσιμη πλευρά της σκέψης του: Η Ευρώπη, διατείνεται, θα πρέπει να μετακινηθεί αναγκαστικά, από τον Ευρωαντλαντισμό στην Ευρασία. Όπως και όλο το υπόλοιπο έργο του χαρακτηρίζεται από αξιολογική ουδετερότητα, σαφή διάκριση του Είναι και του Δέοντος, ρεαλισμό, ορθολογική περιγραφή του πραγματικού.
Τέλος, ο Θουκυδίδης είναι ένας τόσο παλιός, αλλά και τόσο σύγχρονος στοχαστής μας. Έδειξε, πολύ νωρίτερα και πολύ πληρέστερα από άλλους μεταγενέστερους στοχαστές, ότι ο άνθρωπος, όσο κι αν περνούν τα χρόνια και αλλάζουν οι εποχές, διατηρεί ως αναλλοίωτη ανθρωπολογική σταθερά την επιθυμία για Ισχύ. Με στόχο την επαύξησή της δημιουργεί συμμαχίες και αντιπαλότητες, φιλίες και εχθρότητες, δηλαδή μετέχει της πολιτικής. Με αυτή την οπτική οι αξίες, οι ιδέες, οι θρησκείες υπάρχουν και παίζουν έναν διόλου ευκαταφρόνητο ρόλο, που όμως δεσμεύεται από άλλες υπέρτερες στοχοθεσίες ώστε:
Για έναν τύραννο ή για μια πολιτεία που ασκεί ηγεμονία τίποτε δεν είναι παράλογο αν είναι συμφέρον, τίποτε δεν είναι οικείο αν δεν εμπνέει εμπιστοσύνη. Ανάλογα με τις περιστάσεις, πρέπει να συμπεριφέρεται σαν φίλος ή σαν εχθρός. Και εκείνο που μας συμφέρει εδώ δεν είναι να βλάψουμε τους φίλους μας, είναι να γίνουν ανίσχυροι οι εχθροί μας, επειδή οι φίλοι μας θα είναι δυνατοί.


Σπύρος Κουτρούλης
Νέο Ηράκλειο, Μάρτιος 2010